Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2017

Περί ακτημοσύνης. Παράλληλα πρέπει να φυλαγόμαστε και από την πλεονεξία (Μέγα Γεροντικό Β’, ΣΤ’) Τόμος Β’ Κεφάλαιο ΣΤ’

 


1. Κάποιος αδελφός που απαρνήθηκε τον κόσμο, μοίρασε τα υπάρχοντά του στους φτωχούς, κράτησε όμως λίγα για τον εαυτό του και πήγε στον αββά Αντώνιο. Όταν το ΄μαθε αυτό ο Γέροντας του λέει:
“Εάν θέλεις να γίνεις μοναχός, πήγαινε στο τάδε χωριό, αγόρασε κρέας, τύλιξέ το στο σώμα σου γυμνό και έλα κατόπιν εδώ”.
Έκανε ο αδελφός όπως του υπέδειξε, αλλά τα σκυλιά και του πουλιά ξέσχισαν το σώμα του.
Όταν γύρισε στον Γέροντα, τον ρώτησε να μάθει εάν έγιναν τα πράγματα όπως τον συμβούλεψε.
Και καθώς εκείνος του έδειχνε το καταξεσχισμένο σώμα του, του λέει ο άγιος Αντώνιος:
“Εκείνοι που απαρνούνται τον κόσμο και θέλουν να έχουν χρήματα, έτσι κατακόπτονται από τους δαίμονες που τους πολεμούν”.
7. Πήγε κάποιος αδελφός στον Αγάθωνα και του ΄πε: “Άφησέ με να μένω μαζί σου”.
Καθώς όμως πήγαινε βρήκε στο δρόμο ένα κομμάτι νίτρο και το φερε αυτό.
Και ο Γέροντας τον ρώτησε: “Από πού βρήκες το νίτρο;”
“Στο δρόμο -είπε ο αδελφός- το βρήκα καθώς περπατούσα, και το πήρα”.
Του λέει τότε ο Γέροντας: “Εάν ήλθες να κατοικήσεις μαζί μου, αυτό που δεν το έβαλες εσύ εκεί, πώς το πήρες;”
Και τον έστειλε να το πάει στο μέρος απ΄ όπου το είχε πάρει.
18. Είπε επίσης:
“Είναι αδύνατο να ζήσει κανείς σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, εάν είναι φιλήδονος και φιλοχρήματος”.
22. Επισκέφθηκαν κάποτε μερικοί αδελφοί τον αββά Μακάριο στη Σκήτη.
Μέσα στο κελί του δεν υπήρχε τίποτε εκτός από νερό χαλασμένο, και του είπαν:
“Αββά, έλα πάνω στο χωριό και θα σε φροντίζουμε”.
Κι ο Γέροντας τους λέει: “Αδελφοί, γνωρίζετε το ψωμάδικο του τάδε στην πόλη;”
“Ναι” του είπαν.
“Το ξέρω κι εγώ” τους αποκρίθηκε.
“Ξέρετε και το χωράφι του δείνα απ΄ όπου περνάει ο ποταμός;”
Του είπαν: “Ναι”.
Και κατέληξε ο Γέροντας: “Κι εγώ το ξέρω. Όταν λοιπόν θέλω κάτι, δεν σας έχω ανάγκη. Παίρνω τα πόδια μου και πηγαίνω”.
30. Είπε ο αββάς Υπερέχιος:
“Η θεληματική ακτημοσύνη είναι θησαυρός για τον μοναχό. Θησαύρισε, αδελφέ μου, για τον Ουρανό, γιατί ατέλειωτοι είναι οι αιώνες της αναπαύσεως”.

ΠΕΡΙ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ

 


ΕΙΠΕ ΓΕΡΩΝ…

Ο ΑΒΒΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ της Φέρμης, παρακάλεσε τον όσιο Παμβώ να του ειπεί έναν ωφέλιμο λόγο, που να τον θυμάται σ’ όλη του τη ζωή.
– Απόκτησε έλεος για όλους τους συνανθρώπους σου, Αββά Θεόδωρε, για να ’χεις παρρησία στο Θεό, του είπε ο άγιος Γέρων.

Ο ΑΒΒΑΣ ΗΣΑΪΑΣ συμβουλεύει ότι, όταν ελεήσεις τον πτωχό αδελφό σου, μη τον φωνάξεις να σε βοηθήσει στη δουλειά σου, για να μη χάσεις το μισθό της ευεργεσίας.

Ο ΑΒΒΑΣ ΝΙΣΘΕΡΩ, μια χειμωνιάτικη μέρα που το κρύο ήταν τσουχτερό, έβαλε πάνω από το συνηθισμένο του φόρεμα ένα χοντρό σάκο, για να πάει στην εκκλησία. Ένας άλλος ερημίτης, που τον συνάντησε στο δρόμο, τον ερώτησε πειραχτικά:
– Αν έλθει τώρα ένας φτωχός, Αββά, και σου ζητήσει ένα ρούχο, ποιο από τα δύο θα του δώσεις;
– Το πιο ζεστό, αποκρίθηκε ο Γέρων.
– Κι αν πιο πέρα σε ιδεί και δεύτερος και σου ζητήσει;
– Θα του δώσω ευχαρίστως και το άλλο και θα γυρίσω πίσω στο κελί μου, έως ότου στείλει ο Κύριός μου να με σκεπάσει, είπε γεμάτος εμπιστοσύνη στο Θεό ο Άγιος Γέροντας.

ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ έμενε με τον υποτακτικό του σε μια καλύβη, όχι μακριά από ένα κεφαλοχώρι. Κάποτε έπεσε στον τόπο μεγάλη δυστυχία κι ο φτωχός κόσμος πέθαινε σχεδόν από την πείνα. Πολλοί στην απελπισία τους πήγαιναν και κτυπούσαν στην καλύβη του ερημίτη. Εκείνος πάλι, που ήτο πολύ ελεήμων, έδινε με την καρδιά του απ’ ό,τι τύχαινε να έχει. Ο υποτακτικός όμως που έβλεπε με τρόπο το ψωμί τους να λιγοστεύει, είπε μια μέρα στενοχωρημένος στο Γέροντα:
– Αββά, δε μου ξεχωρίζεις τα ψωμιά που μου αναλογούν, χωρίς να ειπεί τίποτε κι εξακολούθησε να δίνει από τα δικά του στους φτωχούς. Μα κι ο Θεός που είδε την καλή του προαίρεση τα ευλόγησε, κι όσο εκείνος έδινε, τόσο αυτά επληθύνονταν.
– Ο υποτακτικός στο μεταξύ έφαγε τα δικά του. Όταν πια δεν του έμειναν παρά λίγα ψίχουλα, πήγε στον Γέροντά του και τον παρακαλούσε να τρώνε πάλι μαζί. Εκείνος τον δέχτηκε χωρίς να φέρει αντίρρηση. Τώρα όμως είχαν αυξηθεί και οι ζητιάνοι, κι ο υποτακτικός άρχισε πάλι να δυσανασχετεί. Μια μέρα κτύπησε η πόρτα. Ήταν ο απαραίτητος φτωχός. Ο υποτακτικός κατσούφιασε.
– Δώσε του ένα καρβέλι, πρόσταξε ο Γέροντας, που έκανε πως δεν είδε το μορφασμό του.
– Μου φαίνεται πως δεν έχομε πια να φάμε ούτε εμείς. Είπε φωναχτά ο υποτακτικός, για να τον ακούσει κι ο ζητιάνος.
– Πήγαινε και ψάξε καλά, πρόσταξε ο Γέροντας.
Σηκώθηκε εκείνος απρόθυμα να πάει στο κελαρικό. Μα τρόμαξε ν’ ανοίξει την πόρτα. Το βρήκε γεμάτο ως επάνω από καλοψημένα φρέσκα καρβέλια.
Από την ημέρα εκείνη απόκτησε μεγάλη εμπιστοσύνη στον άγιο Γέροντά του κι έγινε πρόθυμος στο ν’ ανακουφίζει τους φτωχούς.

Οσιακός θάνατος ερημίτη

 

«Τίμιος εναντίον Κυρίου ό θάνατος των οσίων αυτού» (Ψαλμ. ΡΙΕ’ δ).
Ό Αββάς Δανιήλ, ό νεώτερος των Δανιηλαίων, από τα ησυχαστήρια των Κατουνακίων, μου διηγήθηκε κατά τις τελευταίες αυτές ήμερες μας, πώς κοιμήθηκε, τον αιώνιο ύπνο, ό αββας Γαβριήλ ό Καρουλιώτης.
Με τον αββα αυτόν μας συνέδεε απλή γνωριμία, ήταν τύπος καλού Μονάχου και τέλειου υποτακτικού. Έμεινε περισσότερα από 20 χρόνια στο Γέροντα του Σεραφείμ Μοναχό, στην ησυχαστική Καλύβα «των Αρχαγγέλων» στο επάνω μέρος των Καρουλιών.
Εκεί έμαθε, από την υπακοή στο γέροντα του, να είναι λιγόλογος, ταπεινός, να λέγει ακατάπαυστα την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ υιέ του θεού ελέησαν με», να είναι εγκρατής και άκρως ασκητικός, τόσον ώστε δεν έτρωγε λάδι ούτε και την ήμερα του Πάσχα, καθ’ όλη την ασκητική του ζωή. Κοινωνούσε δε πολύ συχνά και μετείχε, με πλήρη επίγνωση της αναξιότητας του, στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, οπού τακτικότατα μεταλάμβανε των Άχραντων Μυστηρίων —το Σώμα και Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
Ή πολλή άσκηση και στέρηση του οργανισμού του, από τις απαραίτητες τροφές, επειδή ήταν φύσεως καχεκτικής και αδύνατης κράσεως, βοήθησε να πάθει αβιταμίνωση και καθίζηση των οστών από την έλλειψη ασβεστίου, είτε κατά παραχώρηση Θεού για δοκιμασία, πολύ αδυνάτισε και οι αδελφοί Δανιηλαίοι, παρέλαβαν αυτόν στο ησυχαστήριο τους, οπού τον φρόντιζαν να έχει όλα τα απαραίτητα. Αυτός ό ευλογημένος, πάτερ Γαβριήλ, αφού πρόθυμα δέχθηκε να συμμορφωθεί με όλη την πνευματική σειρά πού έχει καθιερώσει ή Αδελφότητα των Δανιηλαίων στην κοινοβιακή ζωή τους, ζήτησε επίμονα να του επιτρέψουν να μη καταλύσει ελαιον, επειδή σ’ όλο το διάστημα, όπως είπαμε, με το γέροντα του Σεραφείμ, δεν είχε χαλάσει τη σειρά τους αυτή, δηλαδή να μη τρώνε ούτε το Πάσχα λάδι, και προ της επιμονής του, οι Πατέρες Δανιηλαίοι υπεχώρησαν στο θέμα αυτό της υπερβολικής εγκράτειας.
Στην κατάσταση αυτή έμεινε κλινήρης 22 ήμερες. 3 Νοεμβρίου ήταν ή εορτή ανακομιδής των λειψάνων του Αγίου Γεωργίου, μετ τα από τη θεία λειτουργία, πού τέλεσε, ό ιερομόναχος της συνοδείας των Δανιηλαίων Γρηγόριος και κοινώνησαν όλοι, ό νεώτερος πατήρ Δανιήλ είπε στον Άββα Γαβριήλ Καρουλιώτη, πού ήταν ασθενής:
«— Πάτερ Γαβριήλ, μετά πέντε ήμερες έχομε την εορτή των Αρχαγγέλων, πού είναι και ή ονομαστική σου εορτή, τότε θα κάνουμε λουκουμάδες και προς τιμή των Αρχαγγέλων θα πρέπει και συ πάτερ Γαβριήλ να κάμεις εξαίρεση και να καταλύσεις, δηλ. να φας έστω και δυο λουκουμάδες.
Ό Πάτερ Γαβριήλ, στον πατέρα Δανιήλ, με χαμόγελο στα χείλη είπε: «Πάτερ Δανιήλ, εσείς να φτιάξετε λουκουμάδες και προς δόξαν θεού και τιμή των Αρχαγγέλων να φάτε, άλλα εγώ δεν θα φάω μαζί σας, γιατί μέχρι τότε θα έχω φύγει άπ’ εδώ!»

Ευλαβής υποτακτικός

 

Ό Παπα – Χρυσόστομος είχε στη συνοδεία του, δυο αδέρφια ανίψια του, πού έγιναν Μοναχοί στο Κελί του «Αγίου Δημητρίου» και έλαβαν τα ονόματα, ό πρώτος Μιχαήλ πού έγινε και ιερέας και ό δεύτερος Γαβριήλ, ό όποιος στον κόσμο είχε κάνει γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος, όταν όμως έγινε Μοναχός, ήταν ευλαβέστατος, ταπεινός, λιγόλογος και είχε μνήμη θανάτου παντοτινή.
Ό Παπα – Χρυσόστομος για να έχει ζωντανή τη μνήμη του θανάτου, έφτιαξε μόνος του τον τάφο του, τον όποιον όμως αντί να επισκέπτεται αυτός, πήγαινε ό νεαρός ανιψιός του Μοναχός Γαβριήλ συχνά, έμπαινε μέσα, έβαζε ξερά χόρτα και αφού έκανε την προσευχή του —τον Κανόνα— μετάνοιες και κομβοσχοίνια, μετά ξάπλωνε κι έκανε τον πεθαμένο. Επειδή όμως το μέρος είναι πολύ υγρό και ή δίαιτα τους πολύ πενιχρή και λιτή, δεν άργησε, ό νεαρός Μοναχός, αλλά καλός υποτακτικός να προσβληθεί από πλευρίτιδα, ή οποία σε συνέχεια εξελίχθηκε σε φυματίωση και έτσι δεν άργησε τελικά να εγκαινιάσει στην πραγματικότητα αυτός τον τάφο, σε πολλή νεαρή ηλικία μόλις 25 ετών, αντί για το θείο και γέροντα του Παπα – Χρυσόστομο, πού προορίζονται ό τάφος και ό όποιος διακρίνονταν για την σκληρότητα και αδιακρισία του, γι’ αυτό και τον βίον κατέλυσε στον κόσμο και όχι στο Αγιον Όρος. Άλλ’ ό νέος και καλός υποτακτικός κέρδισε μέσα σε λίγα χρόνια τον Παράδεισο και την αιώνια μακαριότητα, γιατί αξιώθηκε να καταταγεί με τους οσίους Αγιορείτες Πατέρες, προς δόξαν Θεού.
ΤΡΕΙΣ ΕΝΑΡΕΤΟΙ ΧΙΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΚΕΡΑΣΙΑ
Στην ίδια περιφέρεια της Κερασιάς, ήρθαν από Μοναστήρι των Ψαρών, τρεις ενάρετοι Μοναχοί Χιώτες την καταγωγή, ό Γέρων Ιερόθεος, ό Παπα – Θανάσης κι ό Διάκο – Συμεών, και οΐ τρεις ήταν κατά πάντα εγκρατείς και ασκητικότατοι.
Αγόρασαν το μικρό Κελί, πού είχαν οί Ιωασαφαίοι, έκτισαν καινούργιο σπίτι, για νάχουν σχετική ευρυχωρία, γιατί μετά προσετέθη στη συνοδεία τους κι άλλος αδελφός, ό πάτερ Κοσμάς επίσης Χιώτης. Οι Πατέρες αυτοί, απλοί καί φιλήσυχοι, σ’ όλη τους τη ζωή δε γεύτηκαν ποτέ λάδι και διατήρησαν την ενάρετη καλογερική ζωή τους, πού από παλιά παράδοση είχαν στο πρώτο Μοναστήρι, πού ήταν στα Ψαρά, κι έτσι ζούσαν με ταπείνωση, άκρα υπακοή καί συνέπεια στη πνευματική ζωή, με καθημερινή εξομολόγηση καί τακτικά κοινωνούσαν τα Άχραντα Μυστήρια.
Δεν παραμελούσαν τη ζωή τους αυτή καί εκ παραλλήλου εργάζονταν σκληρά στην καλλιέργεια καί ανάπτυξη του Κελιού, πού σε λίγο χρονικό διάστημα το ανέδειξαν μεγάλο καί αξιόλογο με πολλά καρποφόρα δέντρα, ελιές καί αμπέλια.
Μετά από λίγα χρόνια, οι Γέροντες αυτοί, είχαν πάει στην αγρυπνία γειτονικού Κελλιου, καί από τον καπνοδόχο πήρε φωτιά το σπίτι τους καί ως το πρωί πού γύρισαν είχε τελείως αποτεφρωθεί καί τα πάντα είχαν Ισοπεδωθεί.
Τότε καί πάλι από την αρχή κτίσανε πολύ μεγαλύτερο καί ευρυχωρότερο σπίτι. Μετά από αρκετά χρόνια προστέθηκαν στη συνοδεία τους κι άλλοι Πατέρες Χιώτες κι αυτοί, ό Πάτερ Ιάκωβος, ό Γέρο – Κοσμάς καί ό Πάτερ Ιωακείμ, οι όποιοι συνέχισαν καί αφομοιώθηκαν με την παράδοση των Γεροντάδων τους.

Π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ. Ο ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ

 

»ΖΕΚ – 18376»
Χρονολογικό διάγραμμα της ζωής του π. Αρσενίου
1894: Γεννιέται στη Μόσχα.
1911: Αποφοιτά από το πρακτικό λύκειο και εγγράφεται στο αυτοκρατορικό πανεπιστήμιο της Μόσχας.
1917: Αποφοιτά από το πανεπιστήμιο. Συντάσσει τις πρώτες τεχνοκριτικές μελέτες για την αρχαία ρωσική αρχιτεκτονική.
1917-1919: Ζει στην έρημο της Όπτινα. Κείρεται μοναχός και χειροτονείται ιερέας.
1919: Με την ευλογία του πατριάρχου Μόσχας αγίου Τύχωνος (11925) ιερουργεί σε ναούς της πρωτεύουσας.
1921: Διορίζεται προϊστάμενος ενοριακού ναού.
1927: Συλλαμβάνεται και εξορίζεται στο βορρά.
1929: Επιστρέφει από την εξορία, αλλά δεν του επιτρέπεται να ζει σε ακτίνα μικρότερη των 100 χιλιομέτρων από τη Μόσχα. Γίνεται πάλι προϊστάμενος ναού. Κατά διαστήματα έρχεται κρυφά στη Μόσχα και συναντά τον ομολογητή επίσκοπο Αθανάσιο Ζαχάρωφ (11962), ο οποίος χειροτονεί πνευματικά του παιδιά.
1931: Συλλαμβάνεται και εξορίζεται για πέντε χρόνια στο Βολογκόντσκ.
1936: Συλλαμβάνεται, φυλακίζεται για ένα χρόνο και εξορίζεται πάλι.
1938: Επιστρέφει από την εξορία με τον όρο να ζει μόνο στις περιοχές Βολογκόντσκ, Βλαντιμίρ και Αρχάγγελσκ.
1939: Εξορίζεται για τρίτη φορά στη Σιβηρία και μετά στα Ουράλια.
1942: Βρίσκεται σε Στρατόπεδο Ειδικού Καθεστώτος.
1958 (Μάρτιος): Απολύεται από το στρατόπεδο και αναχωρεί για το Ροστώφ -Βελίκι της επαρχίας Γιαροσλάδ.
1975: Αποβιώνει και ενταφιάζεται στο Ροστώφ-Βελίκι.
1) Πως βρήκα την πίστη
Αναμνήσεις της Λιουντμίλα Σεργκέγιεβνα
Στην οικογένεια μου αντιμετώπιζαν τη θρησκεία σχεδόν αδιάφορα. Τιμούσαν, βέβαια, την Εκκλησία, αλλά σαν ένα ιστορικό θεσμό της πατρίδας μας και συνάμα σαν ένα φολκλορικό στοιχείο του εθνικού μας πολιτισμού.
Ο πατέρας μου, από τη φύση του σκεπτικιστής, ειρωνευόταν τις εκκλησιαστικές τελετές και περιφρονούσε τους κληρικούς, ονομάζοντας τους «μακροχαίτηδες». Η μητέρα μου πήγαινε στην εκκλησία τα Χριστούγεννα, τα θεοφάνεια, το Πάσχα και στις κηδείες συγγενών ή φίλων. Εμένα, πάλι, μου μάθανε το «Πάτερ ημών» και το «Θεοτόκε Παρθένε». Με συμβούλεψαν επίσης να προσεύχομαι «για τον μπαμπά και τη μαμά».
Αυτά είναι όλα όσα γνώριζα γύρω από τη χριστιανική πίστη ως τα δεκαπέντε μου χρόνια – εννοείται, πριν την επανάσταση του 1917.
Στο σχολείο μου φοιτούσαν παιδιά όλων των κοινωνικών στρωμάτων, παιδιά πλουσίων και φτωχών, παιδιά αριστοκρατών και εργατών, παιδιά αστών και αγροτών. Παρ’ όλες τις διαφορές τους, σχεδόν στο σύνολο τους επιζητούσαν κάτι νέο, κάτι πρωτοποριακό. Αρνούνταν καθετί παραδοσιακό και «κατεστημένο», έβριζαν τους παπάδες και τους καλογήρους, χλεύαζαν τα θεία μυστήρια και τις εκδηλώσεις της λαϊκής ευσέβειας. Το ίδιο έκανα, φυσικά, κι εγώ.
Η πιο στενή φίλη μου ήταν μια συμμαθήτρια μου, η Σόνια, ένα ευγενικό και χαριτωμένο κορίτσι «από καλή οικογένεια», όπως συνήθιζε να λέει η μητέρα. Ήμασταν αχώριστες. Παντού πηγαίναμε μαζί.

ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΙ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΟΙ ΙΒΗΡΟΣΚΗΤΙΩΤΑΙ Απόσπασμ…

 


ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΙ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΟΙ ΙΒΗΡΟΣΚΗΤΙΩΤΑΙ
Απόσπασμα από το βιβλίο Περιγραφή των περιπλανήσεων και των ταξιδιών του Αθωνίτη μονάχου Παρθενίου στην Ρωσία, την Μολδαβία, την Τουρκία και τους Αγίους Τόπους, τ. VI, Μόσχα, 1856.
Επιθυμώ τώρα να σας παρουσιάσω τον πλούτο του Αγίου Όρους, τους ασωμάτους δηλαδή εκείνους που είναι κρυμμένοι στις ράχες και τις χαράδρες, στα δάση και τις κοιλάδες του Αθω, τους δούλους του Θεού, τους Αθωνίτες ασκητές…
Το Αγιον Όρος έχει δώσει στην Ουράνια Βασιλεία ένα πλήθος αγίων πατέρων, Ιερομαρτύρων και μαρτύρων που στους παλιούς καιρούς υπέστησαν τα πάνδεινα από τους άθεους Άραβες, τους Σαρακηνούς και τους Τούρκους, όταν αυτοί αφάνισαν το Όρος, αποκεφάλισαν τους αδελφούς με τα ξίφη, κατέκλεψαν τα υπάρχοντα τους και έκαψαν τα μοναστήρια αφήνοντας τα ερείπια. Αυτός είναι ό λόγος πού δεν γνωρίζουμε σήμερα το παρελθόν του Αθω. Ξέρουμε μόνο ότι εκεί κτίσθηκαν μοναστήρια από τους αυτοκράτορες Κωνσταντίνο τον Μέγα και Θεοδόσιο τον Μέγα, καθώς καί από την αυτοκράτειρα Πουλχερία. Ποιοι όμως έζησαν εκεί καί με ποιο τυπικό δεν το ξέρουμε, γιατί όλα τα έγγραφα καταστράφηκαν από τους Σαρακηνούς… Πολλά έχουν γραφεί για τους παλαιούς πατέρες σε βιβλία πού έχουν το τίτλο Πατερικό. Σ’ ένα τέτοιο βιβλίο γράφει ότι κάποτε ένας μαθητής του Γρηγορίου του Σιναΐτη, πού ζούσε στη σκήτη του Μαγουλά, προσευχήθηκε στην Παναγία και ζήτησε να του αποκαλυφθεί αν στο Αγιον Όρος ήσαν πολλοί εκείνοι πού κατάφεραν να σώσουν τις ψυχές τους. Άκουσε τότε μια φωνή πού απευθυνόταν προς αυτόν μέσα στη νύχτα να του λέει να βγει έξω από το κελί του καί να κοιτάξει πέρα σ’ ένα ψηλό βουνό. Βγήκε πράγματι έξω και είδε την Βασίλισσα των Ουρανών να στέκεται στην κορυφή του βουνού λάμποντας μέσα σε άρρητο φως και να την περιβάλει ένα τεράστιο πλήθος από πύρινες στήλες. Και τότε άκουσε πάλι την φωνή να του λέει: «Βλέπεις αυτό το αναρίθμητο πλήθος των πύρινων στηλών; Αυτοί όλοι είναι Αθωνίτες πατέρες, πού αν θέλησης να τους μέτρησης θα βρεις ότι είναι περισσότεροι κι από τ’ άστρα τ’ ουρανού».
Θέλω τώρα να γράψω για τους πιο πρόσφατους πατέρες πού διέπρεψαν στο Αγιον Όρος τον καιρό της σύντομης διαμονής μου εκεί και λίγο πριν άπ’ αυτήν. Αυτοί ήταν πολυάριθμοι κι εγώ γνώρισα σχετικά λίγους. Άλλα από που ν’ αρχίσω και για ποιόν να πρωτογράψω; Μου φαίνεται πώς το σωστό είναι να γράψω πρώτα γι’ αυτόν που ήμουνα συνδεδεμένος πιο στενά μαζί του και που υπήρξα αυτόπτης μάρτυς των αγώνων και των παλαισμάτων του, γι’ αυτόν πού ό ίδιος άκουσα τις ψυχοσωτήριες οδηγίες του, για τον γέροντα δηλαδή και πνευματικό μου, τον πατέρα Αρσένιο.
Τον Αρσένιο τον ανέστησε ή Μεγάλη Ρωσία στις όχθες του μεγάλου και ενδόξου πόταμου Βόλγα. Γεννήθηκε στην πόλη Μπάλαχεν της επαρχίας Νιζέγκοροντ σε μία οικογένεια με μέτρια οικονομική κατάσταση. Οι γονείς του ήταν Ορθόδοξοι. Στο βάπτισμα του έδωσαν το όνομα Αλέξιος. Στην παιδική του ηλικία έμαθε ανάγνωση και γραφή. Την νεότητα του την πέρασε μέσα σε κοσμικές φροντίδες, άλλα ό Κύριος προβλέποντας ότι θα γινόταν εκούσιο κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος δεν τον άφησε να μολυνθεί από τα πάθη της σαρκός. Σύντομα του ενέπνευσε την επιθυμία να μελετήσει την Αγία Γραφή και τα έργα των Πατέρων. Τότε συνειδητοποίησε την ματαιότητα και την ψευτιά αυτού του κόσμου με τις ψυχοφθόρες του μέριμνες.
Όταν έγινε είκοσι χρονών εγκατέλειψε σπίτι και γονείς κι άρχισε να περιπλανάται σαν προσκυνητής στην Ρωσία. Τα θεμέλια της μοναχικής του ζωής τα έβαλε στην έρημο του κοινοβίου Πέσνοσα πού βρισκόταν στην περιφέρεια της Μόσχας. Εκεί έγινε μέλος της αδελφότητας και πέρασε τρία χρόνια σε υπακοή. Μετά του ήλθε ή επιθυμία να ταξιδεύσει στο εξωτερικό και να πάει στα μοναστήρια της Μολδαβίας, πού τότε ήταν στις δόξες τους με τους μεγάλους γέροντες και τους ασκητές τους. Όταν εξομολογήθηκε την επιθυμία του στον πνευματικό του πατέρα, εκείνος έδωσε την ευλογία του, κι έτσι ό Αλέξιος, παρά τις αντιρρήσεις του ηγουμένου, ξεκίνησε για το ταξίδι του.
Όταν έφθασε στο Κίεβο προσκύνησε τα άγια λείψανα των θαυματουργών αγίων και βρήκε εκεί ένα συνταξιδιώτη πού τον έλεγαν Νικήτα και καταγόταν από την επαρχία της Τούλα. Αυτός ό Νικήτας ήταν ο μετέπειτα μόνιμος σύντροφος του για σαράντα και πλέον χρόνια μέχρι τον θάνατο του και ήταν εκείνος πού μαζί του μοιράσθηκε όλες τις θλίψεις, τους μόχθους και τους αγώνες του. Μαζί προσευχήθηκαν στους θαυματουργούς αγίους του Κιέβου, πήραν την ευλογία τους και ξεκίνησαν για το ταξίδι τους.
Όταν έφθασαν στην Μολδαβία επισκέφθηκαν όλα τα μοναστήρια και τις σκήτες της. Στην σκήτη Μπαλασέφσκι βρήκαν ένα πνευματικό πατέρα και οδηγό και του εμπιστεύθηκαν τις ψυχές και τα σώματα τους. Σε μικρό χρονικό διάστημα εκείνος τους έκειρε μοναχούς και στον μεν Αλέξιο έδωσε το όνομα Αβελ, στον δε σύντροφο και συναγωνιστή του έδωσε το όνομα Νίκανδρος. Μετά από λίγο χρόνο ό οδηγός και ποιμένας τους βλέποντας τα σπουδαία παλαίσματα και την ταπεινοφροσύνη τους, υποχρέωσε τον π. Αβελ να λαβή την Ιεροσύνη, γιατί δεν είχε κανένα κώλυμα και κατείχε καλά τις Γραφές.

Το Άγιον Όρος είναι κλήρος της Παναγίας

 

Η Κυρία Θεοτόκος όταν φανερώθηκε στον πρώτο ερημίτη του Άθωνα. τον άγιο Πέτρο (655—681) και μετά από τέσσερις ως πέντε αιώνες στον ηγούμενο της Μεγίστης Λαύρας Νικόλαο και στον ένα και στον άλλο είπε: « Η κατοίκησή σας και η κατά Θεόν ανάπαυσή σας άλλου πουθενά δεν θα είναι παρά μόνο στο Όρος του Άθωνος, το οποίον έλαβα από τον Υιόν και Θεόν μου να είναι κλήρος δικός μου, στον οποίον εκείνοι που θέλουν να αναχωρήσουν από τις κοσμικές φροντίδες συγχύσεις, να έρχονται σ’ αυτό και να δουλεύουν στο περιβόλι αυτό, να καλλιεργούν την αρετή, την καθαρότητα της καρδιάς και την αγνότητα της ψυχής τους και από τώρα και εμπρός θα λέγεται από όλους «Άγιον Όρος» «Αγιον Όρος τούντεΰθεν κεκλήσεται… καί περιβόλι δικό μου».
«Υπόσχομαι δε, πολύ να αγαπώ, να βοηθώ και να σκέπω εκείνους, που με άδολη καρδιά έρχονται να δουλέψουν ολόψυχα στο Θεό, να προσεύχονται αδιάκοπα για την ψυχή τους, να παρακαλούνε το Θεό για την Εκκλησία Του και όλο τον κόσμο να τον φωτίσει ο Θεός να γίνουν όλοι πρόβατα γνήσια και άδολα του Χρίστου και Θεού μας.»