Δευτέρα 17 Απριλίου 2017
Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ 90ου ΨΑΛΜΟΥ ΚAI Ο ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ.
Κάθε λέξη του π. Γαβριήλ λειτουργούσε
σαν φάρμακο για όλους, λαϊκούς και κληρικούς. Μια φορά οι μοναχοί που πήγαν να
τον δουν, συζητούσαν καθ' οδόν περίπου τα εξής:
«Τι χάρη που έχουν οι μοναχοί και τι σπουδαίο είναι που ξέρουμε τη δύναμη
«Τι χάρη που έχουν οι μοναχοί και τι σπουδαίο είναι που ξέρουμε τη δύναμη
του σταυρού και του 90ού ψαλμού, και μ' αυτά
μπορούμε να πολεμάμε το κακό!». Μόλις μπήκαν στο κελί του Γέροντα και τους ευλόγησε,
τους είπε με λύπη:
— Παιδιά
μου, το πρωί που ξύπνησα, με εμπόδιζαν τα πονηρά πνεύματα. Ήθελα να κάνω το σταυρό
μου και δεν μπορούσα. Τα χέρια μου ήταν δεμένα, αλλιώτικα θα τους έδειχνα εγώ!
Με έπνιγαν τόσο, που δεν μπορούσα να πω τον 90ό ψαλμό.
0 ένας μοναχός ντράπηκε κι έσκυψε το
κεφάλι του. Κι ο π. Γαβριήλ, συνέχισε:
— Αλλά
με σκέπασε το έλεος του Θεού και τα πονηρά πνεύματα με άφησαν.
Με αυτόν τον τρόπο ο άγιος δίδαξε
τους μοναχούς πως χωρίς το έλεος του Θεού ο άνθρωπος δεν μπορεί να καταφέρει
από μόνος του τίποτα.
ΨΑΛΜΟΣ 90
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική
απόδοση
Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα
Αἶνος ᾠδῆς τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 91) Ο ΚΑΤΟΙΚΩΝ ἐν βοηθείᾳ τοῦ ῾Υψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ
Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται.
1 (Μασ. 91) Εκείνος που ευρίσκεται, και παραμένει κάτω από
την ακατανίκητον βοήθειαν του Υψίστου, αυτός θα αναπαύεται από την σκέπην του
Θεού του ουρανού.
2 ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός
μου, καὶ ἐλπιῶ ἐπ᾿ αὐτόν,
2 Θα είπη και θα λέγη προς τον Κυριον· Συ είσαι ο βοηθός
μου, το καταφύγιόν μου εις όλην μου την ζωήν, μάλιστα δε εις περιπετείας και
κινδύνους. Αυτός είναι ο Θεός μου, στον οποίον εγώ στηρίζω και θα στηρίζω τας
ελπίδας μου.
3 ὅτι αὐτὸς ρύσεταί σε ἐκ παγίδος θηρευτῶν καὶ ἀπὸ λόγου
ταραχώδους.
3 Ελπίζε και συ εις αυτόν, διότι αυτός θα σε γλυτώση από τας
δολίας παγίδας των πονηρών εχθρών σου, οι οποίοι, ωσάν πανούργοι θηρευταί,
ζητούν να, συλλάβουν την ψυχήν σου. Αυτός θα σε προφυλάξη από δηλητηριώδη
λόγια, τα οποία αναστατώνουν και πικραίνουν την ψυχήν.
4 ἐν τοῖς μεταφρένοις αὐτοῦ ἐπισκιάσει σοι, καὶ ὑπὸ τὰς πτέρυγας
αὐτοῦ ἐλπιεῖς· ὅπλῳ κυκλώσει σε ἡ ἀλήθεια αὐτοῦ.
4 Αυτός, ιστάμενος εμπρός από σέ, θα σε υπερασπίζη από τους
εχθρούς σου, ώστε συ να ευρίσκης ασφάλειαν οπίσω από αυτόν. Κατω από την
προστασίαν των πτερύγων του θα ελπίζης εις αποτελεσματικήν βοήθειαν. Ωσάν με
ασπίδα θα σε περιβάλλη ολόκληρον η φιλαλήθειά του και η προστασία, την οποίαν
έχει υποσχεθη.
5 οὐ φοβηθήσῃ ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ, ἀπὸ βέλους πετομένου ἡμέρας,
5 Δεν θα φοβηθής από κίνδυνον νυκτερινόν, ούτε από βέλος που
ρίπτεται εναντίον σου εν καιρώ ημέρας.
6 ἀπὸ πράγματος ἐν σκότει διαπορευομένου, ἀπὸ συμπτώματος καὶ
δαιμονίου μεσημβρινοῦ.
6 Δεν θα φοβηθής από φόβητρον, που επέρχεται κατά την νύκτα,
ούτε από κανένα δυσάρεστον γεγονός της ημέρας, η από δαιμόνιον πονηρόν, που
ενεργεί κατά την μεσημβρίαν.
7 πεσεῖται ἐκ τοῦ κλίτους σου χιλιὰς καὶ μυριὰς ἐκ δεξιῶν
σου, πρὸς σὲ δὲ οὐκ ἐγγιεῖ·
7 Χιλιοι θα πέσουν νεκροί εξ αριστερών σου και χιλιάδες
χιλιάδων από τα δεξιά σου. Θα χάνωνται πολυάριθμοι άνθρωποι γύρω σου. Αλλά σε
ούτε καν και θα σε εγγίση το κακόν.
8 πλὴν τοῖς ὀφθαλμοῖς σου κατανοήσεις καὶ ἀνταπόδοσιν ἁμαρτωλῶν
ὄψει.
8 Διότι συ είσαι δίκαιος, θα έχης ανοικτά τα μάτια σου, δια
να βλέπης πως εξολοθρεύονται οι αμαρτωλοί και να δοξάζης έτσι τον δίκαιον Θεόν.
Γεμάτος δε ευλάβειαν θα αναφωνής·
9 ὅτι σύ, Κύριε, ἡ ἐλπίς μου· τὸν ῞Υψιστον ἔθου καταφυγήν
σου.
9 συ, Κυριε, είσαι η ελπίς μου· και θα έχης ως απάντησιν.
Τον Κυριον έθεσες πράγματι ως καταφύγιόν σου·
10 οὐ προσελεύσεται πρὸς σὲ κακά, καὶ μάστιξ οὐκ ἐγγιεῖ ἐν τῷ
σκηνώματί σου.
10 και δεν θα σε πλησιάσουν συμφοραί, και μάστιγες
δοκιμασιών δεν θα φθάσουν εις την κατοικίαν σου.
11 ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ τοῦ διαφυλάξαι
σε ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς σου·
11 Διότι ο Κυριος θα δώση εντολήν στους αγγέλους του δια σε
να σε προφυλάξουν εις όλους τους δρόμους της ζωής σου.
12 ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα
σου·
12 Θα σε αναλάβουν οι άγγελοι εις τα χέρια των και θα σε
καθοδηγούν, ώστε ούτε το ένα σου πόδι να μη σκοντάψη εις κανένα λίθον.
13 ἐπὶ ἀσπίδα καὶ βασιλίσκον ἐπιβήσῃ καὶ καταπατήσεις λέοντα
καὶ δράκοντα.
13 Θα πατήσης άφοβα επάνω εις δηλητηριώδεις όφεις, όπως
είναι η ασπίς και ο βασιλίσκος, και θα καταπατήσης λέοντα και δράκοντα, χωρίς
κανένα από τα θηρία αυτά να σε βλάψη.
14 ὅτι ἐπ᾿ ἐμὲ ἤλπισε, καὶ ρύσομαι αὐτόν· σκεπάσω αὐτόν, ὅτι
ἔγνω τὸ ὄνομά μου.
14 Ο ίδιος ο Θεός διακηρύσσει και λέγει· Επειδή ο δούλος μου
εστήριξεν εις εμέ τας ελπίδας του, εγώ θα τον γλυτώσω από κάθε κίνδυνον. Θα τον
σκεπάσω με την προστασίαν μου, διότι αυτός εγνώρισε και εδόξασε το όνομά μου.
15 κεκράξεται πρός με, καὶ ἐπακούσομαι αὐτοῦ, μετ᾿ αὐτοῦ εἰμι
ἐν θλίψει· ἐξελοῦμαι αὐτόν, καὶ δοξάσω αὐτόν.
15 Θα κράξη δια της προσευχής του προς εμέ και εγώ θα κάμω
δεκτήν την προσευχήν του. Θα ευρεθώ παρά το πλευρόν του εις τας θλίψεις της
ζωής του. Θα τον βγάλω από τας δοκιμασίας και περιπετείας και θα τον δοξάσω
ακόμη περισσότερον.
16 μακρότητα ἡμερῶν ἐμπλήσω αὐτὸν καὶ δείξω αὐτῷ τὸ σωτήριόν
μου.
http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2013/11/90.html
Η ευχή του Ιησού για τους κεκοιμημένους...
Παράλληλα μέ τά τρισάγια, τά μνημόσυνα, τά ὀνόματα πού δίνομε στήν Προσκομιδή γιά μνημόνευσι, μαζί
μέ τά Σαρανταλείτουργα καί τίς ἐλεημοσύνες ὑπέρ τῶν ψυχῶν τῶν
κεκοιμημένων, παράλληλα μέ ὅλα αὐτά πού ἔχει θεσπίσει ἡ ἁγία μας
Ἐκκλησία, ἐπιβάλλεται νά λέμε, τό:
''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους σου''.
Αὐτή ἡ προσευχή ἐνδείκνυται περισσότερο γιά τούς κεκοιμημένους σέ σχέσι μέ τούς ζῶντας ἀδελφούς μας, ἐφ᾽ ὅσον οἱ κεκοιμημένοι δέν μποροῦν πλέον νά βοηθήσουν τόν ἑαυτό τους. Διότι ἔχει πλέον λήξει ἡ προθεσμία μετανοίας τους.
Ὁ πανάγαθος ὅμως Θεός, ἔστω καί τήν τελευταία στιγμή, θέλει ὅλους νά τούς σώση!
Ἐδῶ εἶναι ἕνα λεπτό σημεῖο, πού φαίνεται ἡ ἀρχοντιά τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία
ἀντί νά μᾶς συγκινῆ, πολλές φορές μᾶς σκανδαλίζει. Ἐάν ἐπενέβαινε ἀπό
μόνος του ὁ Θεός γιά νά σώση τίς ψυχές τῶν κεκοιμημένων θά παραβίαζε τήν
ἐλευθερία τους, τό αὐτεξούσιο.
Ὁπότε περιμένει ἀπό μᾶς ὁ καλός Θεός νά προσφέρωμε ἐλεύθερα τό δικό μας
αὐτεξούσιο ὑπέρ τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων γιά νά βρῆ "ἀφορμή" νά
βοηθήση ὅλες αὐτές τίς ψυχές. Καί ἔτσι οἱ πάντες ὠφελοῦνται. Καί οἱ
σεσωσμένοι, καί οἱ κολασμένοι, ἐφ᾽ ὅσον καί στίς δύο καταστάσεις
ὑπάρχουν ἄπειρες διαβαθμίσεις.
Ὅταν ξεκινᾶμε τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, μέ ἤ χωρίς κομβοσχοίνι, τήν πρώτη
μόνο φορά ἐνδείκνυται νά ἀναφέρωμε κάποια ὀνόματα κεκοιμημένων, ὅπως
ὀνόματα συγγενῶν γνωστῶν κλπ. Νά ἀναφέρωμε δηλαδή τήν πρώτη μόνο φορά τά ὀνόματα αὐτά καί μετά ἐν συνεχείᾳ χωρίς νά ζαλιζώμεθα καί ἔτσι νά συγχέεται ὁ νοῦς μας, ἐπαναλαμβάνοντας συνεχῶς τά ἴδια ὀνόματα, νά λέμε ἁπλᾶ μόνο τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου''.
Ἐκεῖ μέσα, στό ''ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου'', εὑρίσκονται ὅλοι οἱ ἀπ᾽
αἰῶνος κεκοιμημένοι ἀδελφοί μας, ἀλλά ἐπί πλέον κατά ἕναν ἐντελῶς
ξεχωριστό, μοναδικό καί ἰδιαίτερο τρόπο, εὑρίσκονται καί τά ὀνόματα πού
ἀναφέραμε τήν πρώτη μόνο φορά, στήν ἀρχή.
ΑΡΧΙΜ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΤΕΡΕΛΟΣ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΨΑΛΤΗΡΙ ΘΑ ΣΚΟΡΠΑΣ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ.
σχόλιο Γ.Θ : Θα δείτε νέους ορίζοντες. Με μάτια που δεν γνωρίζατε ότι έχετε.
Θα δείτε Το Φως και θα το αντανακλάτε στους γύρω σας, οι οποίοι θα δουν στο πρόσωπό σας να καθρεφτίζονται οι λάμψεις από την Αιωνιότητα!
Οι κανόνες και τα τροπάρια έχουν μέσα θησαυρούς
Στενοχωρούμαι, όταν λέγω για τον εαυτό μου, αλλά θέλω να το πω. Όταν ήμουν κοντά στους Γέροντές μου, διψούσα τη μελέτη, αλλά δεν μ’ άφηναν, όλο με βάζανε στις δουλειές. Πολλά χρόνια υστερήθηκα τη μελέτη, πού τόσο πολύ μου άρεσε.
Διαβάζοντας το Ψαλτήρι και τούς κανόνες, είχα και ένα μεγάλο κέρδος έμαθα όχι απλώς να διαβάζω, αλλά και τις συμβουλές πού δίνω από κει τις έμαθα. Οι κανόνες, τα τροπάρια έχουν μέσα θησαυρούς. Σ’ αυτά βρίσκομε τούς τρόπους πού μεταχειρίσθηκαν οι άγιοι, για ν’ αγαπήσουν τον Χριστό και να νικήσουν το κακό. Έχουν ίση αξία με τα βιβλία του Αγίου Ισαάκ, του Αγίου Έφραίμ κ.λπ. Τούς κανόνες των αγίων έγραψαν ό Θεοφάνης, ό Δαμασκηνός και άλλοι άγιοι. Αυτοί εγκωμίαζαν τον άγιο, του οποίου γνώριζαν τα βιώματα, και έδειχναν τρόπους μετανοίας. Άγιοι ήταν αυτοί οι υμνογράφοι. Έβαζαν μέσα εκεί και τα δικά τους συναισθήματα.
Γι’ αυτό σάς λέγω, τον νου σας στους κανόνες, στα τροπάρια κ.λπ. Δοθείτε με την ψυχή σας σ’ αυτά. Απολαύστε τα. Εντρυφάτε σ’ αυτά. Εύχομαι να τ’ αγαπήσετε κι εσείς, όπως κι εγώ. Αλήθεια σάς λέγω δεν τα χορταίνω, όλα μ’ αρέσουν να τα θυμάμαι, να τα απαγγέλλω, να τα ψάλλω. Από τους κανόνες πήρα πάρα πολλά. Έτσι τα έζησα από μικρός. Εγώ τόσο τ’ αγαπούσα τα τροπάρια, πού με μια δύο φορές πού τα διάβαζα, τα μάθαινα απέξω.
Άλλα δεν είναι σκοπός να τα μάθεις απέξω. Σκοπός είναι να τα κατανοήσεις, να εμβαθύνεις και να ωφεληθείς. Μελετούμε και αποστηθίζομαι τούς κανόνες των αγίων, την Αγία Γραφή και τα βιβλία των Πατέρων, όχι για να βαυκαλιζόμαστε και να αυτοθαυμαζόμαστε λέγοντας πόσα βιβλία διαβάσαμε και πόσα χωρία γνωρίζομε απέξω, ούτε πάλι για να αυξήσαμε τις γνώσεις μας, αλλά για να τα μαθαίνομε και με φόβο Θεού να τα εφαρμόζομε.
Οι Πατέρες γράφουν τα κείμενα τους και τα τροπάρια με το Πνεύμα το Άγιον γι’ αυτό και κάνουν καλλιτεχνήματα. Ή ευχή είναι έργο τους. Κάθε λέξη είναι πελεκημένη. Την τοποθετούν εκεί πού χρειάζεται, ώστε να μην εξέχει. Όπως ό κτίστης, πού θέλει να κτίσει το οικοδόμημα, προσέχει την κάθε πέτρα, που θα τη βάλει, προσέχει το δέσιμο του τοίχου, γιατί αλλιώς θα πέσει, αυτός πού γράφει με την ευχή γράφει με τάξη, με αρμονία, διότι και στην ψυχή του μέσα έχει αυτήν την αρμονία. Όποιος ζει κάτι, το ζει το ενστερνίζεται και αυθόρμητα το γράφει. Σ’ αυτόν πού το διαβάζει, πού το ακούει και καταγίνεται με αυτό, έχει μεγάλη απήχηση.
Υπάρχει, όμως, ένας κίνδυνος. Αν δεν προσέξομε, μπορεί να τ’ ακούμε και να τα ψάλλομε τυπικά, να τα λέμε και να τ’ ακούμε, επειδή πρέπει. Ακούμε πολλές φορές τα ίδια, κουραζόμαστε, δεν μάς αρέσουν και μας έρχεται ή αντίδραση. Μετά καμία ωφέλεια, καμία χαρά. Αρχίζει ή απελπισία και ό διάβολος δεν χάνει την ευκαιρία να κάνει το κακό. Γι’ αυτό, προσοχή στην κάθε λέξη. Θέλει θείο έρωτα, ενθουσιασμό.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΛΟΓΟΙ ΠΕΡΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΧΡΥΣΟΠΗΓΗΣ. ΧΑΝΙΑ 2010.
http://www.enromiosini.gr/arthrografia
Θα δείτε Το Φως και θα το αντανακλάτε στους γύρω σας, οι οποίοι θα δουν στο πρόσωπό σας να καθρεφτίζονται οι λάμψεις από την Αιωνιότητα!
"ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ
ΨΑΛΤΗΡΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ, ΕΙΧΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΚΕΡΔΟΣ, ΕΜΑΘΑ ΟΧΙ ΑΠΛΩΣ ΝΑ
ΔΙΑΒΑΖΩ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΠΟΥ ΔΙΝΩ ΑΠΟ ΚΕΙ ΤΙΣ ΕΜΑΘΑ"
ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Οι κανόνες και τα τροπάρια έχουν μέσα θησαυρούς
Στενοχωρούμαι, όταν λέγω για τον εαυτό μου, αλλά θέλω να το πω. Όταν ήμουν κοντά στους Γέροντές μου, διψούσα τη μελέτη, αλλά δεν μ’ άφηναν, όλο με βάζανε στις δουλειές. Πολλά χρόνια υστερήθηκα τη μελέτη, πού τόσο πολύ μου άρεσε.
Διαβάζοντας το Ψαλτήρι και τούς κανόνες, είχα και ένα μεγάλο κέρδος έμαθα όχι απλώς να διαβάζω, αλλά και τις συμβουλές πού δίνω από κει τις έμαθα. Οι κανόνες, τα τροπάρια έχουν μέσα θησαυρούς. Σ’ αυτά βρίσκομε τούς τρόπους πού μεταχειρίσθηκαν οι άγιοι, για ν’ αγαπήσουν τον Χριστό και να νικήσουν το κακό. Έχουν ίση αξία με τα βιβλία του Αγίου Ισαάκ, του Αγίου Έφραίμ κ.λπ. Τούς κανόνες των αγίων έγραψαν ό Θεοφάνης, ό Δαμασκηνός και άλλοι άγιοι. Αυτοί εγκωμίαζαν τον άγιο, του οποίου γνώριζαν τα βιώματα, και έδειχναν τρόπους μετανοίας. Άγιοι ήταν αυτοί οι υμνογράφοι. Έβαζαν μέσα εκεί και τα δικά τους συναισθήματα.
Γι’ αυτό σάς λέγω, τον νου σας στους κανόνες, στα τροπάρια κ.λπ. Δοθείτε με την ψυχή σας σ’ αυτά. Απολαύστε τα. Εντρυφάτε σ’ αυτά. Εύχομαι να τ’ αγαπήσετε κι εσείς, όπως κι εγώ. Αλήθεια σάς λέγω δεν τα χορταίνω, όλα μ’ αρέσουν να τα θυμάμαι, να τα απαγγέλλω, να τα ψάλλω. Από τους κανόνες πήρα πάρα πολλά. Έτσι τα έζησα από μικρός. Εγώ τόσο τ’ αγαπούσα τα τροπάρια, πού με μια δύο φορές πού τα διάβαζα, τα μάθαινα απέξω.
Άλλα δεν είναι σκοπός να τα μάθεις απέξω. Σκοπός είναι να τα κατανοήσεις, να εμβαθύνεις και να ωφεληθείς. Μελετούμε και αποστηθίζομαι τούς κανόνες των αγίων, την Αγία Γραφή και τα βιβλία των Πατέρων, όχι για να βαυκαλιζόμαστε και να αυτοθαυμαζόμαστε λέγοντας πόσα βιβλία διαβάσαμε και πόσα χωρία γνωρίζομε απέξω, ούτε πάλι για να αυξήσαμε τις γνώσεις μας, αλλά για να τα μαθαίνομε και με φόβο Θεού να τα εφαρμόζομε.
Οι Πατέρες γράφουν τα κείμενα τους και τα τροπάρια με το Πνεύμα το Άγιον γι’ αυτό και κάνουν καλλιτεχνήματα. Ή ευχή είναι έργο τους. Κάθε λέξη είναι πελεκημένη. Την τοποθετούν εκεί πού χρειάζεται, ώστε να μην εξέχει. Όπως ό κτίστης, πού θέλει να κτίσει το οικοδόμημα, προσέχει την κάθε πέτρα, που θα τη βάλει, προσέχει το δέσιμο του τοίχου, γιατί αλλιώς θα πέσει, αυτός πού γράφει με την ευχή γράφει με τάξη, με αρμονία, διότι και στην ψυχή του μέσα έχει αυτήν την αρμονία. Όποιος ζει κάτι, το ζει το ενστερνίζεται και αυθόρμητα το γράφει. Σ’ αυτόν πού το διαβάζει, πού το ακούει και καταγίνεται με αυτό, έχει μεγάλη απήχηση.
Υπάρχει, όμως, ένας κίνδυνος. Αν δεν προσέξομε, μπορεί να τ’ ακούμε και να τα ψάλλομε τυπικά, να τα λέμε και να τ’ ακούμε, επειδή πρέπει. Ακούμε πολλές φορές τα ίδια, κουραζόμαστε, δεν μάς αρέσουν και μας έρχεται ή αντίδραση. Μετά καμία ωφέλεια, καμία χαρά. Αρχίζει ή απελπισία και ό διάβολος δεν χάνει την ευκαιρία να κάνει το κακό. Γι’ αυτό, προσοχή στην κάθε λέξη. Θέλει θείο έρωτα, ενθουσιασμό.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΛΟΓΟΙ ΠΕΡΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΧΡΥΣΟΠΗΓΗΣ. ΧΑΝΙΑ 2010.
http://www.enromiosini.gr/arthrografia
Η Θεία λειτουργία, μέσο δυναμικής θεώσεως της ανθρωπινής φύσεως.
Η θεία λειτουργία είναι ο τόπος της δυναμικής θεώσεως της ανθρωπινής φύσεως.
ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
(+Ανδρέα Θεοδώρου, Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών)
Έτσι οι κοινωνούντες γίνονται «κατά χάριν» ό,τι είναι «φύσει» Εκείνος!
Γίνονται μικροί «θεοί», αστράφοντας τη φωτεινή αίγλη της θείας ενέργειας!
Στη θεία μετάληψη οι πιστοί ενώνονται βαθιά με το Θεό, γίνονται «θείας φύσεως κοινωνοί» (2 Πέτρ, 1,4), Ενώνονται με το πλήρωμα της άκτιστης θείας ενέργειας, η οποία είναι το κοινωνητό στοιχείο της ακοινώνητης υπερβατικής ουσίας του Θεού.
Η θεία ενέργεια υπάρχει ολόκληρη στη θεωμένη σάρκα του Χριστού. Διά της θείας κοινωνίας η φύση του ανθρώπου διαπερνάται από τη θεία ενέργεια, ακτινοβολώντας τον πλούτο της θεότητας...
Η μέθεξη στη θεία ακτινοβολία ενόσο ζούμε εδώ στη γη, ποτέ δεν είναι πλήρης και τέλεια, θα ολοκληρωθεί στη μέλλουσα θεία βασιλεία, στην οποία οι άγιοι θα δουν «πρόσωπον προς πρόσωπον» το Θεό (1 Κορ. 13,12).
Η άξια μετάληψη των θείων μυστηρίων εντάσσει σταδιακά το καθαρμένο πλάσμα στη δυναμική της θεώσεως, που είναι το κορύφωμα της πνευματικής τελείωσης του ανθρώπου, στο οποίο επικεντρώνεται το λυτρωτικό ιδεώδες της Ορθοδοξίας.
Ο άνθρωπος γίνεται «θεός», χωρίς ωστόσο να μεταλλαγεί η φύση του, μεταπίπτοντας στην απειρία της θεότητας. Πανθεϊστικές θεωρήσεις δεν έχουν θέση στο σωτηριολογικό πλαίσιο της Ορθοδοξίας. Ο άνθρωπος γίνεται «θεός», χωρίς ωστόσο να παύσει να είναι πεπερασμένος άνθρωπος.
Γίνεται «θεάνθρωπος»;
Κατά μία απώτερη σχέση θα λέγαμε ναι· όχι όμως χριστολογικά.
Θεάνθρωπος κατ’αλήθειαν είναι μονάχα ο Χριστός.
Οι πιστοί, ως σάρκα Χριστού, είναι και αυτοί μικροί «χριστοί». Όχι όμως πιο πέρα, για να σεβόμαστε την αλήθεια των φύσεων.
___________________________________________________
ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
(+Ανδρέα Θεοδώρου, Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών)
Δόγμα και Ηθική. H εμπειρία της αποκαλύψεως. Οι φορείς της αποκαλύψεως
|
Εισήγηση στην Α΄ συνάντηση
(23.11.2016) του Επιμορφωτικού Σεμιναρίου της Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου
Ε΄ Ακαδημαϊκού Έτους (2016-2017) Εισηγητής: Πρεσβύτερος Νεκτάριος Χατζημιχαήλ Από το έργο του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου Βλάχου, «Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη» (τόμος Α´, 2η έκδοση: σελ. 102-269) Πανιερώτατε, Σας ευχαριστώ που μου εμπιστευτήκατε την παρουσίαση των θεμάτων ‘‘Δόγμα και Ηθική. Η εμπειρία της αποκαλύψεως. Οι φορείς της αποκαλύψεως’’. Σας ευχαριστώ ιδιαιτέρως, γιατί μου δώσατε το έναυσμα να μελετήσω το βιβλίο του Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου Βλάχου, Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις Προφορικές παραδόσεις του Π. Ιωάννου Ρωμανίδη και να έλθω σε μία πρώτη επαφή και γνωριμία με την Θεολογία του π. Ιωάννου Ρωμανίδη. Αγαπητοί εν Χριστώ πατέρες και αδελφοί, Είναι αξιοσημείωτο ότι ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ευτυχώς, αρνείται πεισματικά να διαχωρίσει την Θεολογία από τον ποιμαντικό ρόλο που έχει στην Εκκλησία, εν αντιθέσει προς την πλειοψηφία των ακαδημαϊκών διδασκάλων των Θεολογικών Σχολών. Οι άγιοι Πατέρες, όταν διδάσκουν τους πιστούς περί Αγίας Τριάδος χρησιμοποιούν τις Θεοφάνειες, δηλαδή τις αποκαλύψεις του Θεού στην Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή διαθήκη. Η δογματική ορολογία ‘τρεις υποστάσεις’, ‘μία ουσία’, ‘ομοούσιος’ κ.λπ. χρησιμοποιούνται όταν εμφανίζονται οι αιρέσεις και με τη διδασκαλία τους αλλοιώνουν την αποκαλυπτική αλήθεια. Τότε συνέρχονται οι άγιοι Πατέρες σε Συνόδους και οριοθετούν την Ορθόδοξη Πίστη, διατυπώνουν δηλαδή την αποκαλυμμένη αλήθεια. Μάλιστα, δεν έκαναν αφηρημένες φιλοσοφικές συζητήσεις περί της Αγίας Τριάδος, αλλά κεντρικό Πρόσωπο για το οποίο συζητούσαν ήταν ο Χριστός, ο Οποίος εμφανίζεται στους Προφήτες και αποκαλύπτει μέσα στον εαυτό Του τον Πατέρα εν Αγίω Πνεύματι. Τα δόγματα δείχνουν τον αποκαλυπτόμενο εν δόξη Χριστό. Τα δόγματα δεν είναι μόνιμη κατάσταση: ο θεούμενος τα υπερβαίνει, αφού βλέπει τον Χριστό εν δόξη. Είναι απαραίτητο να γίνει διάκριση μεταξύ δόγματος και μυστηρίου, αφού άλλο είναι το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, που βιώνεται όσο είναι δυνατόν από τον θεούμενο άνθρωπο, αλλά είναι αδύνατο να διατυπωθεί ή να κατανοηθεί, και άλλο είναι το δόγμα, δηλαδή η διατύπωση περί του μυστηρίου της Αγίας Τριάδας. Ακόμα και όταν αποκαλύπτεται ο Θεός στον άνθρωπο παραμένει μυστήριο. Το δόγμα είναι η έκφραση του μυστηρίου, αλλά σίγουρα δεν είναι κατανόηση του μυστηρίου. Γιατί, όπως διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «Θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι αδυνατότερον». Το δόγμα, αφενός αποτελεί διατύπωση της εμπειρίας της Θεώσεως που είχαν οι Θεόπτες Πατέρες -και επειδή είχαν την ίδια αποκάλυψη γι᾽ αυτό κι όταν συναντήθηκαν σε Οικουμενικές Συνόδους συμφώνησαν και στη διατύπωση του δόγματος-, αφετέρου δε οδηγεί στη Θέωση-Αγιασμό αυτούς που το αποδέχονται και γίνεται βίωμά τους. Διότι δεν αρκεί να αποδεχθούμε το δόγμα εξωτερικά, αλλά αφού το αποδεχθούμε να γίνει βίωμά μας, δηλαδή δι’ αυτού να φτάσουμε στη Θέωση-Αγιασμό και να έχουμε την ίδια εμπειρία-αποκάλυψη που είχαν οι άγιοι. Την εμπειρία στη ζωή της Εκκλησίας αποτελούν τα στάδια της κάθαρσης, του φωτισμού και της θεώσεως-αγιασμού. Ό,τι συμφωνεί με αυτή την εμπειρία είναι Ορθοδοξία. Αυτή την εμπειρία είναι που τελικά αμφισβήτησαν οι αιρέσεις και χρειάστηκε η διατύπωση των δογμάτων ως θεραπεία. Για να ξέρουν οι πιστοί ποιοι είναι οι σωστοί δάσκαλοι που μπορούν να τους βοηθήσουν να φτάσουν στον αγιασμό. Ο σκοπός των δογμάτων και της Θεολογίας είναι να χρησιμοποιούνται ως φάρμακα που θεραπεύουν τις αιρέσεις και τις πνευματικές αρρώστιες. Ο άνθρωπος είναι άρρωστος γιατί δεν είναι σε θέση να βλέπει τον Θεό και χρησιμοποιεί τα δόγματα-φάρμακα για να φτάσει στον αγιασμό. Το κριτήριο της Ορθόδοξης Θεολογίας είναι, όπως είπαμε, η κάθαρση, ο φωτισμός και ο αγιασμός. Τι θα ωφελούσε το Ορθόδοξο δόγμα, αν δεν οδηγούσε κανένα στον αγιασμό; Επομένως το δόγμα δεν υπάρχει απλώς για να πιστευτεί, αλλά για να βιωθεί. Γιατί δόγμα χωρίς βίωμα είναι αίρεση. Τα δόγματα συνδέονται στενά με τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Όλη η Ορθόδοξη Πίστη είναι μια έκφραση της Ορθοδόξου Θεολογίας και Δογματικής. Δόγματα δεν είναι μόνο οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Είναι και το Ευαγγέλιο, η εκκλησιαστική μουσική, η εικονογραφία, η αρχιτεκτονική. Την Ορθόδοξη Παράδοση πρέπει να τη βλέπουμε ολοκληρωμένα κι όχι απομονωμένα Μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση είναι όλα τα στοιχεία που συνιστούν τη σύνθεση της όλης Εκκλησίας. Μέσα σ᾽ αυτή την προοπτική πρέπει να δούμε και την αξία των λειψάνων. Όταν φτάνει κανείς στον αγιασμό, αγιάζεται και το σώμα, το οποίο γίνεται ιερό λείψανο. Δηλαδή τα λείψανα έχουν δογματικό χαρακτήρα, είναι το αποτέλεσμα της εμπειρίας των δογμάτων. Ιστορικά, στη διατύπωση του δόγματος συμβαίνει να προστίθενται νέες ορολογίες και μερικές φορές η αρχική σημασία μιας ορολογίας να αλλάζει, ανάλογα με την πολεμική των αιρέσεων, με σκοπό να αντιμετωπιστούν οι αιρέσεις. Υπάρχουν δογματικοί όροι, που χρησιμοποιούνται τον 4ο αιώνα, οι οποίοι τον 1ο αιώνα δεν είχαν την ίδια θεολογική σημασία. Το γεγονός αυτό οδήγησε τους Δυτικούς θεολόγους να μιλούν για εξέλιξη της Θεολογίας και βαθύτερη κατανόηση των δογμάτων με την πάροδο του χρόνου. Αυτό βέβαια είναι απαράδεκτο για την Ορθόδοξη Θεολογία, αφού δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε ποτέ το δόγμα. Ούτε υπάρχει εξέλιξη στην Πίστη, η οποία αποκαλύφθηκε εφάπαξ, αλλά πρόκειται για εξέλιξη στη χρήση της ορολογίας. Στην Ορθόδοξη Πίστη το δόγμα δεν είναι ποτέ προϊόν στοχασμού των αγίων Πατέρων, αλλά έκφραση της εμπειρίας και της αποκάλυψης του Θεού στους αγίους. Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν Θεολόγοι-Θεόπτες κι όχι φιλόσοφοι, ούτε και χρησιμοποιούσαν τη φιλοσοφία για να κατανοήσουν με τη λογική το δόγμα. Αυτό το έκαναν οι αιρετικοί. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν δέχονται τη μεταφυσική, διότι η μεταφυσική είναι η ανθρώπινη σκέψη περί του αμετάβλητου. Ενώ στην Πατερική Θεολογία τα δόγματα είναι απλώς μέρος των ασκητικών μέσων, δια των οποίων ο άνθρωπος φθάνει, αν φθάσει ποτέ, στην εμπειρία του αγιασμού. Η Δυτική Θεολογία συνδέθηκε στενά με τη μεταφυσική και αμφισβητήθηκε έντονα από τον Διαφωτισμό, ο οποίος δεν δέχεται τίποτα που δεν βασίζεται στην εμπειρία του ανθρώπου. Επίσης στην Δύση ταυτίστηκε το δόγμα με το μυστήριο. Ο ιερός Αυγουστίνος είναι ο μόνος Ορθόδοξος θεολόγος της αρχαιότητος που σύγχυσε το δόγμα με το μυστήριο και νόμισε ότι μέσω του δόγματος μπορεί να καταλάβει κανείς το μυστήριο. Στη Θεολογία του Αυγουστίνου βρίσκονται και οι βάσεις για την υιοθέτηση στη Δύση της Σχολαστικής Θεολογίας. Βεβαίως οι δογματικές διαφορές με τη Δύση οφείλονται σε κάποιο βαθμό και σε ιστορικούς λόγους. Σήμερα γίνεται διάλογος με τους παπικούς, όσο και με τους προτεστάντες, αλλά γίνεται σε λάθος βάση. Ο διάλογος αυτός ίσως είχε κάποια ελπίδα επιτυχίας αν τονιζόταν ο θεραπευτικός χαρακτήρας του δόγματος. Σε όλα τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά συστήματα, εκτός από τις θεωρίες υπάρχει και η πρακτική εφαρμογή τους. Αυτό λέγεται Ηθική. Αυτή η κοσμική Ηθική μπορεί να διαπλάσει καλούς και ηθικούς ανθρώπους, αλλά δεν μπορεί να σώσει τον άνθρωπο. Η διδασκαλία του Χριστού έχει τη δική της πρακτική εφαρμογή, η οποία διασώζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία και συνίσταται στην ασκητική. Στις άλλες ομολογίες η Ηθική έγινε επιφανειακή και εξέπεσε σε ηθικολογία. Κατά την παπική Ηθική το έργο της Θείας Χάριτος είναι να βοηθά τον άνθρωπο να γίνει ενάρετος, όπως δίδασκαν οι αρχαίοι Έλληνες. Αυτή η Ηθική επηρεάζει εν συνεχεία πολλές προτεσταντικές παραδόσεις. Η ηθικολογία αυτή επηρέασε και τον μοναχισμό και όλη τη χριστιανική ζωή στην Δύση. Και στη σημερινή εποχή είναι υπό κατάρρευση. Στην Ορθόδοξη ασκητική δεν μπορεί να διαχωριστεί η Θεολογία από την Ηθική. Η ασκητική έχει καθαρά δογματικό χαρακτήρα. Αν το δόγμα χωριστεί από την Ηθική, τότε επικρατεί αφ’ ενός ο στοχασμός, αφ’ ετέρου η ηθικολογία. Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι μια εξωτερική ηθική ζωή, που καταντά ηθικολογία, αλλά η μετάνοια ως θεραπεία του ανθρώπου, που οδηγεί στην κάθαρση και τον φωτισμό. Οι Πνευματικοί Πατέρες είναι γιατροί, δεν είναι ηθικοπατέρες. Ουσιαστικά στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει Ηθική, που να σκοπεύει στη διάπλαση καλών και ενάρετων ανθρώπων. Υπάρχει μόνο η ασκητική, που θεραπεύει την ασθένεια της αμαρτίας. Απαλλάσσει τον άνθρωπο από την φιλαυτία και τον οδηγεί στην ανιδιοτελή αγάπη. Οι Πατέρες έδιναν μεγάλη σημασία στον νου του ανθρώπου, που διαφοροποιείται από τη λογική, και είναι ο οφθαλμός της ψυχής. Έτσι για τους Πατέρες υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι: Αυτοί που έχουν εσκοτισμένο τον νου, και αυτοί που έχουν φωτισμένο τον νου. Επομένως το κέντρο της ασκητικής είναι ο φωτισμένος ή εσκοτισμένος νους και όχι μια απλή εξωτερική συμπεριφορά του ανθρώπου. Σκοπός λοιπόν της ασκητικής είναι η κάθαρση και ο φωτισμός του νοός. Ο Χριστιανισμός υπάρχει με μοναδικό σκοπό να περνάει τους ανθρώπους από την κάθαρση και να τους οδηγεί στον φωτισμό του νοός. Αυτός είναι και ο σκοπός του Βαπτίσματος, που λέγεται καὶ Φώτισμα. Η πτώση του ανθρώπου δεν είναι ηθική αλλά πραγματική· συντέλεσε στη διαφθορά του ανθρώπου, επηρέασε ακόμα και την κτίση. Η πτώση εκφράζεται ως σκοτασμός του νου, ως στέρηση της δόξης του Θεού. Η ασκητική δεν μπορεί να μετατραπεί σε Ηθική, αφού στη βάση της είναι θεραπευτική της όλης προσωπικότητας του ανθρώπου. Υπάρχουν δηλαδή σ᾽ αυτήν τρόποι θεραπείας του ανθρώπου. Βεβαίως δεν πρόκειται για εξωτερικούς τρόπους, αλλά για συνεργία Θεού και ανθρώπου, αφού η Χάρη ενεργεί και ο άνθρωπος συνεργεί. Ο Θεός, σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν ανακαλύπτεται από τον άνθρωπο, αλλά αποκαλύπτεται ο ίδιος στην καρδιά του ανθρώπου. Δηλαδή η αλήθεια περί του Θεού είναι αποκάλυψη του ίδιου του Θεού στους αγίους δια μέσου των αιώνων. Ουσιαστικά η αποκάλυψη είναι η εμπειρία της Θεώσεως. Ο θεούμενος βρίσκεται σε κατάσταση επισκέψεως του Αγίου Πνεύματος, έχει το Άγιο Πνεύμα που προσεύχεται μέσα του. Αυτή είναι εμπειρία της νοεράς προσευχής, που γίνεται με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Όμως είναι δυνατόν ο άνθρωπος, έχοντας την νοερά προσευχή, να φθάσει και στην εμπειρία της θεώσεως, στην οποία μετέχει ολόκληρος ο άνθρωπος, οπότε καθίσταται πραγματικός θεόπτης και θεολόγος μέσα στην Εκκλησία. Όλη η πνευματική ζωή του Χριστιανού έχει σχέση με την εμπειρία. Στην αρχή ο άνθρωπος δέχεται την εμπειρία των πεπειραμένων και έπειτα μπορεί να αποκτήσει κι ο ίδιος πνευματική εμπειρία, καθοδηγούμενος από αυτούς. Φυσικά, όταν γίνεται λόγος για προσωπική εμπειρία, δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος αποξενώνεται από την Εκκλησία και ζει ατομική ζωή, αλλά η εμπειρία αποκτάται μέσα στην Εκκλησία και υπάρχει συνδυασμός Μυστηρίων και ασκήσεως. Η εμπειρία είναι η βάση της Ορθόδοξης Θεολογίας, γι’ αυτό και η Θεολογία δεν είναι θεωρητική επιστήμη αλλά θετική. Όλες οι θετικές επιστήμες στηρίζονται στην παρατήρηση. Ο αστρονόμος ξέρει να χρησιμοποιεί το τηλεσκόπιο, ξέρει να διαβάζει τον χάρτη των άστρων, παρατηρεί τα άστρα και τα περιγράφει, ώστε να γνωρίσουν και άλλοι για τα άστρα και κάποιοι διδάσκονται και οι ίδιοι να τα παρατηρούν. Έτσι και στην Πατερική παράδοση: Εκείνος που βλέπει ως φωτισμένος και έχει την εμπειρία του φωτισμού, αυτός είναι ο θεολόγος που περιγράφει όσα βλέπει, ώστε και άλλοι να έχουν την ίδια εμπειρία του φωτισμού. Η μόνη διαφορά είναι ότι η επιστήμη παρατηρεί κτιστά πράγματα, που μπορούν να περιγραφούν, ενώ η Θεολογία άκτιστα και απερίγραπτα. Γι’ αυτό η Ορθόδοξη Θεολογία είναι αποφατική. Για λόγους πνευματικής καθοδηγήσεως, μιλώντας για τον Θεό, χρησιμοποιεί την κατάφαση, αλλά για να μην ταυτιστεί ο Θεός με κτιστές περιγραφές, διορθώνονται οι καταφάσεις με αποφάσεις (δηλ. του τι δεν είναι ο Θεός). Τα αποτελέσματα της εμπειρίας της θεώσεως είναι Θεόπνευστα και αλάθητα, οπότε οι έχοντες Θεία εμπειρία είναι Θεόπνευστοι. Η σωστή Θεολογία είναι έκφραση της εμπειρίας της θεώσεως· αυτό έκαναν οι Πατέρες. Δεν μπορεί κάποιος να θεολογεί με τη σκέψη του. Πρέπει να αποκτήσει την εμπειρία, να περάσει από την κάθαρση, να φθάσει στον φωτισμό και τότε είναι θεολόγος, αφού θα έχει τον φωτισμό. Τότε, αφού έχει την ενέργεια του Θεού μέσα του, βλέπει την δόξα του Θεού και είναι σε θέση να οδηγήσει και άλλους σε αυτή την κατάσταση. Εκεί στηρίζεται και η πνευματική πατρότητα. Η εμπειρία της θεώσεως σημαίνει αποκάλυψη της Αγίας Τριάδος· βλέπει ο άνθρωπος τη δόξα του Θεού, μετέχει του ακτίστου φωτός και γνωρίζει από την πείρα του ότι ουδεμία ομοιότητα υπάρχει μεταξύ ακτίστου και κτιστού. Ο Θεός υπερβαίνει όλες τις δυνάμεις του ανθρώπου. Γι’ αυτό και στην ίδια την αποκάλυψη ο Θεός παραμένει μυστήριο. Οι άγιοι είχαν ταυτότητα εμπειριών και επομένως έχουν την ίδια γνώση· αυτοί είναι η αυθεντία μέσα στην Εκκλησία. Και γίνονται γέφυρα μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Φθάνουν βέβαια σε αυτό το σημείο γιατί υπάρχει ο Θεάνθρωπος Χριστός, στον οποίο ενώθηκε η ανθρώπινη φύσις υποστατικώς. Εμείς αποκτούμε γνώση του Θεού μέσω των εμπειριών των θεουμένων. Οι Πατέρες της Εκκλησίας γνωρίζουν εκ πείρας ότι η σχέση με τον Θεό είναι εμπειρική. Διδάσκουν ότι όλοι θα δουν τη δόξα του Θεού ή ως φως θέλγον ή ως πυρ καταφλέγον. Όταν κανείς φθάσει στην εμπειρία των θεουμένων, γνωρίζει πλέον ακριβώς τι είναι και τι δεν είναι η εμπειρία. Έτσι λοιπόν γνωρίζει τι γνωρίζει και τι όχι κατά τρόπο σαφέστατο. Ο άνθρωπος που εμπνέεται από το Άγιο Πνεύμα έχει πολλές και γνήσιες εμπειρίες. Όλη η χριστιανική ζωή μέσα στην Εκκλησία με τα Μυστήρια και την άσκηση είναι εμπειρική. Γενικά, η εμπειρία των Πατέρων διακρίνεται σε εμπειρία φωτισμού και εμπειρία θεώσεως. Το στάδιο της θεώσεως δεν είναι μόνιμη κατάσταση στη ζωή αυτή, αλλά διαρκεί ένα ορισμένο διάστημα που ποικίλλει σε κάθε περίπτωση. Πάντοτε όμως ο θεούμενος επανέρχεται στην κατάσταση του φωτισμού. Η σταθερή πνευματική κατάσταση, είναι η κατάσταση του φωτισμού. Η εμπειρία της θεώσεως έχει διάφορους βαθμούς. Είναι η έλλαμψις, η θέα, η διαρκής θέα, και ο φωτισμός (περιγράφεται και ως θεωρία, η οποία θεωρία είναι και ο φωτισμός, είναι και η θέωση). Ένα είδος εμπειρίας είναι και η έκσταση, η οποία είναι μικρότερη εμπειρία της αρπαγής. Όταν ο άνθρωπος χάνει τον προσανατολισμό του, αυτή είναι η έκσταση. Αλλά είναι μια προσωρινή κατάσταση, όταν συνεχίζεται η αρπαγή, δεν είναι πλέον έκσταση και συμμετέχει όλος ο άνθρωπος. Κατά τη διάρκεια της νοεράς προσευχής, όταν ο άνθρωπος βρίσκεται στην κατάσταση του φωτισμού του νου, το ίδιο το Άγιο Πνεύμα προσεύχεται μέσα στον άνθρωπο. Όταν ο προσευχόμενος αξιώνεται της θέας του ακτίστου Φωτός, τότε βιώνει τον αγιασμό. Η εμπειρία της θεώσεως λέγεται δοξασμός, γιατί ο θεούμενος μετέχει στη δόξα-φως του Θεού. Δόξα του Θεού είναι η άκτιστη ενέργεια του Θεού που οράται ως φως. Η εμπειρία της θεώσεως-δοξασμού λέγεται και εμπειρία της Πεντηκοστής, της οποίας μετείχαν και οι απόστολοι και είναι ο μεγαλύτερος βαθμός αποκαλύψεως. Οι άγιοι της Εκκλησίας, που μετέχουν της ακτίστου θεοποιού ενέργειας του Θεού, γνωρίζουν εκ πείρας αν κάποια εμπειρία είναι αληθινή η ψευδής. Αυτό λέγεται στην πατερική γλώσσα διάκριση. Είναι άλλο να ακούμε από τους προφήτες, τους αποστόλους και τους αγίους να μας διδάσκουν με λέξεις τον λόγο του Θεού, και άλλο να έχει κάποιος προσωπική θεοπτική εμπειρία. Επίσης υπάρχει διάκριση μεταξύ καθάρσεως, φωτισμού και θεώσεως. Σημαντικό είναι ότι οι άγιοι διακρίνουν σαφώς την Ορθόδοξη εμπειρία της θεώσεως-αγιασμού από τους μυστικισμούς των διάφορων θρησκειών και φιλοσοφιών. Δεν έχει καμία σχέση η θέωση με τον υπνωτισμό ή οποιαδήποτε δαιμονική εμπειρία. Άλλωστε μόνο η Ορθόδοξη εμπειρία της θεώσεως έχει ως αποτέλεσμα τα ιερά λείψανα, αφού μόνο αυτή αγιάζει τον όλον άνθρωπο Μέσα στην Εκκλησία υπάρχει πλούσια η χάρη του Αγίου Πνεύματος, που φωτίζει και αγιάζει τον άνθρωπο. Οι Πνευματικοί Πατέρες, που έχουν την εμπειρία της πνευματικής ζωής, βοηθούν τα πνευματικά τους παιδιά να αποκτήσουν κι εκείνα πνευματική εμπειρία. Προκειμένου να φθάσει κανείς στην θεοπτία, πρέπει να καθαρισθεί τελείως ο νους του από όλους τους λογισμούς. Ακόμα και οι καλοί λογισμοί πρέπει να φύγουν και να αναπτυχθεί η νοερά προσευχή. Οι άγιοι Πατέρες καταρχήν απενεργοποιούσαν τη λογική ενέργεια με την υπακοή στις εντολές του Θεού και στον Πνευματικό τους Πατέρα. Συγχρόνως ανέπτυσσαν τη νοερά ενέργεια με την προσευχή και την άσκηση, οπότε η νοερά ενέργεια αποκτούσε εμπειρία του Θεού. Γιατί στην καρδιά πρέπει να υπάρχει ένας λόγος, η ευχή με το όνομα του Χριστού. Γι’ αυτό προηγείται η κάθαρση και ακολουθεί ο φωτισμός και η θέωση. Τον άνθρωπο που φθάνει στον αγιασμό δεν τον κυριεύει πλέον ο θάνατος και η εμπειρία της θεώσεως συνεχίζει και μετά τον θάνατο. Ο Θεός αποκαλύπτει τον Εαυτό του στους θεούμενους, και αυτοί μεταφέρουν την εμπειρία τους, προφορικώς ή γραπτώς, στα πνευματικά τους παιδιά, για να τα οδηγήσουν στη βίωση της ίδιας εμπειρίας. Αυτός είναι ο πυρήνας της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Η ουσία της Παραδόσεως είναι η μετάδοση αυτής της εμπειρίας. Η αποκάλυψη του Θεού δίνεται σε συγκεκριμένους ανθρώπους, οι οποίοι έφθασαν σε ένα βαθμό πνευματικής ζωής και είδαν τον Θεό και έτσι γνώρισαν την αποκάλυψη. Αυτοί οι άνθρωποι λέγονται φορείς της Θείας αποκαλύψεως. Έτσι ο Θεός δεν φανερώνεται απλώς στην ιστορία, αλλά στους αγίους που ζουν στην ιστορία. Οι θεούμενοι, Προφήτες, Απόστολοι και άγιοι της Εκκλησίας, έχουν άμεση εμπειρία του Θεού. Αυτοί ενώνονται με τον Χριστό, ο οποίος ενώνει στην υπόστασή του το κτιστό με το άκτιστο. Έτσι διά του Χριστού και οι θεούμενοι αποκτούν εμπειρία του ακτίστου. Ο κατεξοχήν άνθρωπος είναι ο Χριστός. Αλλά ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος. Έτσι ο πιο φυσικός άνθρωπος είναι ο θεούμενος, διότι ο νους του λειτουργεί κατά φύση, φθάνει στον αγιασμό και επιτυγχάνει τον αρχικό σκοπό της δημιουργίας του ανθρώπου, που είναι η κοινωνία με τον Θεό. Οι θεόπτες γνωρίζουν τον Θεό και στη συνέχεια αναδεικνύονται αληθινοί θεολόγοι μέσα στην Εκκλησία. Η γνώση του Θεού είναι πραγματική, διότι είναι μέθεξη των ενεργειών του Θεού, και σε κάθε εμπειρία μετέχεται ολόκληρος ο Θεός, όχι ως προς την ουσία Του βέβαια, αλλά ως προς τις ενέργειες Του. Όταν ο θεούμενος δει την Αγία Τριάδα, ξέρει ότι είναι άκτιστη και η δόξα, αλλά διακρίνει μεταξύ ακτίστων ενεργειών του Θεού και κτιστών ενεργειών της κτίσεως. Για να περιγράψει την εμπειρία του χρησιμοποιεί καθημερινές εικόνες των ανθρώπων, για να μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο προς τον Θεό. Βέβαια έχει εμπειρία ενός ακτίστου Θεού, ο οποίος δεν έχει ομοιότητα με τα κτίσματα. Οπόταν, όποια γλώσσα κι αν χρησιμοποιήσει ο θεόπτης, ο Θεός παραμένει απερίγραπτος. Ο Θεός δεν αποκαλύπτει τις λέξεις, οι λέξεις είναι του θεουμένου στη δική του γλώσσα. Η αποκάλυψη είναι του Ακτίστου. Γι᾽ αυτό κι ο καθένας στην Πεντηκοστή ακούει στη δική του γλώσσα. Όλοι οι θεούμενοι έχουν την ίδια εμπειρία του Θεού, έχουν και την ίδια διδασκαλία, ακόμα κι αν διαφέρει η ορολογία. Κι εμείς παραδεχόμαστε τη διδασκαλία αυτών των ανθρώπων. Γι’ αυτό οι θεούμενοι είναι η βάση της εκκλησιαστικής ζωής. Θεούμενοι, που είχαν μέθεξη της ακτίστου ενέργειας του Θεού, υπάρχουν τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη. Βέβαια υπάρχουν και σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Λόγος δεν έχει προσλάβει ακόμα το σώμα και οι Προφήτες δέχονταν προσωρινή θέωση και δεν απαλλάσσονταν από το κράτος του θανάτου. Μετά την ενσάρκωση, το κέντρο της εμπειρίας είναι η ανθρώπινη φύση του Χριστού. Οι θεούμενοι βλέπουν τον Χριστό. Διότι είναι αδύνατον κανείς να βλέπει τον Πατέρα, εάν δεν βλέπει τον Πατέρα εν Χριστώ. Και αυτή η θεοπτία συνοδεύεται από την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Οι θεούμενοι χαρακτηρίζονται ως άγιοι, διότι ενώνονται εν Αγίω Πνεύματι με τον Χριστό και δι’ Αυτού γνωρίζουν τον Πατέρα δια της θεοποιού ακτίστου ενεργείας του. Οι άγιοι είναι δέκτες, φύλακες και μεταδότες της Ιεράς Παραδόσεως. Και χωρίζονται σε γνωστικούς και πιστούς. Γνωστικοί είναι οι αυτόπτες μάρτυρες της Θεότητος του Χριστού. Αυτοί είναι οι Προφήτες, οι Απόστολοι και οι άγιοι. Και πιστοί είναι αυτοί που αποδέχονται εν Αγίω Πνεύματι, με παιδική απλότητα, τη μαρτυρία και τη διδασκαλία των θεοπτών αγίων. Ο μόνος Θεός που υπάρχει είναι ο Θεός που αποκαλύφθηκε στους Προφήτες, τους Αποστόλους και τους αγίους της Εκκλησίας. Βεβαίως για να φθάσουν οι άγιοι στη θεοπτία περνούν πρώτα από την εμπειρία της καθάρσεως και του φωτισμού. Η μέθεξη της καθαρτικής και φωτιστικής χάριτος του Θεού, που καταλήγει στη Θεοποιό χάρη, είναι καρπός της ησυχαστικής ζωής. Γι’ αυτό όλοι οι Προφήτες, Απόστολοι και άγιοι ήταν ησυχαστές. Οπότε ο ησυχασμός δεν εμφανίζεται τον 13ο αιώνα, αλλά είναι στοιχείο που διακρίνει τους αγίους όλων των εποχών. Και, όλοι οι άγιοι διαχρονικά κατάλαβαν τη διάκριση Ουσίας και Ενέργειας στον Θεό, γιατί γνώριζαν ότι μετείχαν και κοινωνούσαν της ενέργειας, και όχι της ουσίας του Θεού. Προφήτης χαρακτηρίζεται ο άγιος που έχει κοινωνία με τον Θεό, γνωρίζει δι᾽ αποκαλύψεως το θέλημά του, έχει φτάσει στη θέωση-αγιασμό και γίνεται ο αυθεντικός διδάσκαλος του λαού. Προλέγει τα μέλλοντα και διδάσκει τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού. Οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης είναι άνθρωποι με πνευματική εμπειρία. Αρχή της πνευματικής τους εμπειρίας ήταν η ενέργεια της αδιάλειπτης προσευχής στην καρδιά. Άλλωστε ο Ν´ Ψαλμός στην πατερική παράδοση είναι περί νοεράς ευχής, οπότε ο προφητάναξ Δαυίδ είχε νοερά προσευχή. Έτσι οι Προφήτες δια της νοεράς ευχής πέρασαν από την κάθαρση και έφθασαν στον δοξασμό, δηλαδή στη θέωση. Είχαν θέα της ακτίστου δόξης του ασάρκου Λόγου, δηλαδή είχαν τη θέωση χωρίς την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Αυτή η θέωση ήταν προσωρινή, δεν συνοδευόταν από τη σωτηρία, έτσι οι Προφήτες πεθαίνουν όπως και οι υπόλοιποι. Με την Ανάσταση του Χριστού ανίστανται και οι Προφήτες, όπως αυτό αποτυπώνεται θεολογικά και στην εικόνα της Αναστάσεως. Με την Θέωση οι Προφήτες έγιναν φίλοι του Θεού και ο λαός τους εμπιστεύεται, τους δέχεται ως αυθεντία και τους ακολουθεί για να φτάσει κι αυτός στη θεοπτία. Γι᾽ αυτό έχουν και μαθητές οι Προφήτες, πνευματικά τέκνα δηλαδή, για να τους οδηγούν στον φωτισμό και τη θέωση. Οπότε υπάρχει πνευματική πατρότητα και στην Παλαιά Διαθήκη. Προφήτες δεν υπάρχουν μόνο στην Παλαιά, αλλά και στην Καινή Διαθήκη. Ο Πρόδρομος ήταν ο τελευταίος προφήτης της Παλαιάς και ο πρώτος της Καινής διαθήκης. Έτσι έχουμε τον συνδετικό κρίκο, από την Παλαιά Διαθήκη στην Καινή, όχι με κείμενα αλλά με τη ζωντανή μαρτυρία της εμπειρίας της θεώσεως. Όπως στην Παλαιά έτσι και στην Καινή Διαθήκη όποιος δει τον Θεό εν δόξη γίνεται προφήτης. Αυτός στην αρχαία Εκκλησία λέγεται Θεόκλητος, γιατί σ’ αυτόν εμφανίσθηκε ο Θεός και έχει κληθεί κατευθείαν από τον Θεό. Οι Προφήτες ήταν ό,τι και οι Απόστολοι. Η διαφορά τους είναι ότι οι Προφήτες ήταν επίσκοποι μιας τοπικής Εκκλησίας, ενώ οι Απόστολοι δεν είχαν επισκοπή. Ιδρύανε επισκοπές και ήταν για όλη την Εκκλησία. Ο απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στην προφητεία, τη συνδέει με την ερμηνεία και τη διδασκαλία. Λέει· «θέλω δε πάντας υμάς λαλείν γλώσσαις, μάλλον δε ίνα προφητεύητε», δηλαδή να αποκτήσετε τη νοερά προσευχή για να μπορείτε να ερμηνεύετε. Εκείνος που γνωρίζει πρόσωπο με πρόσωπο τον Θεό και έχει την αδιάλειπτη ευχή μέσα του, αυτός διαβάζει την Παλαιά Διαθήκη και βλέπει τον Χριστό σε κοινωνία με τους Προφήτες. Ο Χριστός με την έναρξη του έργου του εξέλεξε δώδεκα μαθητές, οι οποίοι καλούνται Απόστολοι, γιατί τους απέστειλε να κηρύξουν. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Λόγος επικοινωνεί μέσω των Προφητών. Μετά την ενανθρώπησή του επικοινωνεί μέσω της ανθρώπινης φύσης του. Μαζεύονται οι Απόστολοι γύρω από τον σαρκωθέντα Λόγο, όπως μαζεύτηκαν οι δώδεκα φυλές γύρω από τον Θεό μέσω του Μωυσέως. Και αντί του κτιστού νόμου είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο οποίος έδωσε τον άκτιστο νόμο και είναι παιδαγωγός του ακτίστου νόμου. Ο Χριστός καθίσταται Πνευματικός Πατέρας των Αποστόλων, οι οποίοι δια του Χριστού πέρασαν από την κάθαρση στον φωτισμό και ανυψώθηκαν στη θέωση. Γνώρισαν τον Χριστό κατά σάρκα προ της Αναλήψεως και κατά πνεύμα την Πεντηκοστή. Δηλαδή οι μαθητές του Χριστού πριν την Πεντηκοστή έβλεπαν τον Χριστό κατά σάρκα, και μερικές φορές μέσα από την ανθρώπινη σάρκα έβλεπαν ακτίνες της Θείας Δόξης. Μετά από την Πεντηκοστή βλέπουν τον Θεάνθρωπο Χριστό εν Πνεύματι μέσα στο φως. Ο Χριστός αποκαλύπτει στους Αποστόλους τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού με τη διδασκαλία. Στη Μεταμόρφωση οι Απόστολοι είδαν τη Βασιλεία-Δόξα του Θεού. Στην έλλαμψη του Χριστού στη Μεταμόρφωση οι μαθητές βρίσκονταν μέσα στο φως που προχεόταν από τη σάρκα του Χριστού, η οποία όμως ήταν έξω από τους μαθητές. Από την Πεντηκοστή και έπειτα οι μαθητές έγιναν μέλη του σώματος του Χριστού, οπότε το σώμα ενεργούσε έσωθεν. Έτσι μπορεί να ερμηνευτεί και η Θεοπνευστία της Αγίας Γραφής. Οι Απόστολοι ήταν Θεόπνευστοι από την ημέρα της Πεντηκοστής και ό,τι έκαναν ήταν καρπός και αποτέλεσμα της θεώσεως. Η αποστολική ζωή, παράδοση και διαδοχή είναι η μέθεξη των δωρεών του Αγίου Πνεύματος. Όποιος βρίσκεται στην προοπτική του αγιασμού, βιώνει την αποκαλυπτική παράδοση, ενώ όποιος βρίσκεται έξω από αυτήν, περιπίπτει σε θεολογικά λάθη. Η αλήθεια βρίσκεται στη θεοπτία. Οι επίσκοποι είναι διάδοχοι των αγίων Αποστόλων, όχι μόνο από μια σειρά χειροτονιών, αλλά επειδή μετέχουν της ίδιας αποστολικής ζωής και είδαν τον Χριστό εν τη δόξη Αυτού. Η αποστολική διαδοχή δεν είναι μόνον η Χάρη να τελεί κάποιος μυστήρια, αλλά και να είναι Πνευματικός Πατέρας και να θεραπεύει. Γιατί η ουσία της αποστολικής διαδοχής και παραδόσεως είναι ότι Πνευματικός Πατέρας μπορεί να γίνει κανείς μόνο από Πνευματικό Πατέρα και, κατ᾽ επέκταση, ο επίσκοπος είναι ο κατεξοχήν Πνευματικός Πατέρας και φορέας της διαγνωστικής και θεραπευτικής παραδόσεως της Εκκλησίας. Άλλωστε αυτός είναι και ο ρόλος των κληρικών, να κάνουν δηλ. σωστή διάγνωση και σωστή θεραπεία, αφού η Εκκλησία λειτουργεί ως πνευματικό νοσοκομείο. Η αποστολική ζωή διασώζεται στον μοναχισμό. Εκεί καλλιεργείται η ζωή της κοινοκτημοσύνης και του ησυχαστικού αγώνα για κάθαρση, φωτισμό και θέωση. Οι διάδοχοι των αγίων Αποστόλων είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας. Ουσιαστικά οι Πατέρες είναι η γέφυρα που ενώνει την αποστολική εποχή με κάθε εκκλησιαστική εποχή. Γι’ αυτό η Εκκλησία είναι αποστολική, επειδή είναι πατερική. Οι Πατέρες δεν είναι σοφοί επιστήμονες που απέκτησαν την ανθρώπινη γνώση, αλλά εκείνοι που έλαβαν το Άγιο Πνεύμα, είχαν μέθεξη της Θεοποιού ενέργειας του Θεού. Απέκτησαν την υπαρξιακή γνώση του Θεού και τη διατύπωσαν με τα ιδιαίτερα χαρίσματα και την παιδεία που είχαν. Οι Πατέρες, ως θεούμενοι, γέννησαν εν Χριστώ πνευματικά παιδιά για να τα οδηγήσουν προς τον αγιασμό. Έτσι οι Πατέρες γνώρισαν τη διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδος, αλλά γνώρισαν και τον δρόμο για να οδηγήσουν τα πνευματικά τους παιδιά στην εμπειρία και τη γνώση του Τριαδικού Θεού. Οι Πατέρες παρέλαβαν την ησυχαστική παράδοση των Προφητών και των Αποστόλων και δια της καθάρσεως έφτασαν στον φωτισμό και τη θέωση. Και αφού θεραπεύτηκαν οι ίδιοι, γνώρισαν τον Θεό και στη συνέχεια θεράπευαν την πνευματική ασθένεια των ανθρώπων. Η Πατερική Θεολογία είναι η πνευματική ιατρική. Τα συγγράμματα των Πατέρων είναι θεόπνευστα γιατί και οι ίδιοι ήταν θεόπνευστοι και είχαν εμπειρία της Πεντηκοστής. Για τους Πατέρες της Εκκλησίας θεόπνευστος είναι εκείνος ο οποίος, ευρισκόμενος σε κατάσταση φωτισμού ή θεώσεως, αφού έχει την εμπειρία αυτή, γράφει θεοπνεύστως. Αλλά δεν γράφει θέματα που δεν έχουν σχέση με τη θεοπνευστία. Σε αυτή τη συνάφεια και η Θεοπνευστία των Οικουμενικών Συνόδων βασίζεται στο γεγονός ότι έλαβαν μέρος σε αυτές θεόπνευστοι άγιοι Πατέρες. Και οι αποφάσεις τους ήταν έκφραση της εμπειρίας θεώσεως που είχαν οι Πατέρες. Ένα θέμα που χρήζει διευκρίνισης είναι και η περίοδος της Πατερικής παραδόσεως, πότε αρχίζει και πότε τελειώνει. Σύμφωνα με τους αγίους Πατέρες, η πατερική παράδοση αρχίζει από τον Αβραάμ, και οι τότε άγιοι λέγονται Πατέρες της Παλαιάς Διαθήκης, που διαχωρίζονται σε Πατέρες προ Νόμου, εν Νόμω και μετά Νόμον. Μετά έχουμε τους Αποστόλους, έχουμε την ενσάρκωση του Λόγου, την περίοδο μεταξύ ενσάρκωσης και Πεντηκοστής, μετά έχουμε τα μετά την Πεντηκοστή. Έτσι, η Πατερική παράδοση είναι συνεχής στην Εκκλησία, χωρίς να διακόπτεται. Άγιοι λέγονται όσοι κατά διαφόρους βαθμούς μετέχουν της αγιοποιού-θεοποιού ενέργειας του Θεού. Άγιοι δεν είναι οι καλοί άνθρωποι, αλλά όσοι συνδέονται με τον άσαρκο και σεσαρκωμένο Λόγο, τον Χριστό. Η αγιότητα είναι το κοινό γνώρισμα όλων των Προφητών, Αποστόλων, Μαρτύρων, Ασκητών. Όλοι είναι άγιοι, διότι έχουν την αγιοποιό ενέργεια του Θεού, και είναι Πατέρες, διότι γεννούν πνευματικά παιδιά. Ο σκοπός της Εκκλησίας είναι να αγιάσει τα μέλη της, αλλά και ταυτόχρονα να χρησιμοποιήσει τον κατάλληλο τρόπο για να επιτύχει αυτό τον στόχο. Η αγιότητα βιώνεται με την ενέργεια του Θεού και την συνέργεια του ανθρώπου. Ο Θεός ενεργεί και ο άνθρωπος συνεργεί. |
Vladimir Lossky, Η μυστική θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας
Πρεσβυτέρας Στέλλας Κ. Πλευράκη,
Ο άνθρωπος εις την οδόν προς την ενωσιν ουδέποτε ελαττούται, ως προς την προσωπικότητα του, καίτοι αρνείται την ατομικήν του θέλησιν, τας φυσικάς του κλίσεις. Αρνούμενος ο άνθρωπος ελευθέρως παν ό,τι είναι εις αυτόν ατομικόν εκ φύσεως, ολοκληρούται εν χάριτι. Παν ό,τι δεν είναι εκούσιον, παν ό,τι δεν είναι συνειδητόν δεν έχει προσωπικήν αξίαν. Αι στερήσεις, οι πόνοι, δεν δύνανται να γίνουν οδός προς την ένωσιν, εάν δεν γίνουν αποδεκταί ελευθέρως. Εν τέλειον πρόσωπον λαμβάνει εν πλήρει συνειδήσει όλας τας αποφάσεις του· είναι ελεύθερον πάσης βίας, πάσης φυσικής ανάγκης. Όσον προοδεύει τις εις την οδόν της ενώσεως, τόσον περισσότερον συνειδητός γίνεται. Η συνείδησις αυτή εν τη πνευματική ζωή καλείται γνώσις υπό των ασκητικών Πατέρων της Ανατολής. Εκδηλούται πλήρως εις τας υψηλοτέρας βαθμίδας της μυστικής οδού, ως η τελεία γνώσις της Αγίας Τριάδος. Δια τον λόγον αυτόν Ευάγριος ο Ποντικός εταύτιζεν την βασιλείαν του Θεού με την γνώσιν της Αγίας Τριάδος, την συνείδησιν του αντικειμένου της ενώσεως. Αντιθέτως η άγνοια, εις το ακρότατον αυτής όριον, θα είναι η κόλασις - εσχάτη κατάπτωσις του προσώπου (1 ). Η πνευματική ζωή, η αύξησις του ανθρώπου εν τη χάριτι είναι πάντοτε συνειδητή, ενώ η άγνοια είναι σημείον αμαρτίας, «ο ύπνος της ψυχής». Οφείλομεν επομένως να είμεθα συνεχώς εν εγρηγόρσει, να διάγωμεν ως τέκνα φωτός («ὡς τέκνα φωτός περιπατεῖτε» Εφ. ε' 9), κατά τον λόγον του Αποστόλου Παύλου: «ἔγειρε ὁ καθεύδων καί ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν καί ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός» (Εφ. ε', 14).
Η Αγία Γραφή είναι πλήρης εκφράσεων αναφερομένων εις το φως, εις την θείαν φωτοχυσίαν, εις τον Θεόν, ο οποίος καλείται «Φως». Δια την μυστικήν θεολογίαν της Ανατολικής Εκκλησίας ταύτα δεν είναι μεταφοραί ή ρητορικά σχήματα, αλλά λόγοι εκφράζοντες μίαν πραγματικήν όψιν της θεότητος. Εάν ο Θεός καλήται Φως, είναι διότι δεν δύναται να μείνη ξένος εις την ημετέραν εμπειρίαν. Η «γνώσις», η συνείδησις του Θεού, πλην της εις τον ανώτερον βαθμόν, είναι μία εμπειρία του ακτίστου φωτός και αυτή δε ακόμη η εμπειρία αύτη είναι φως· «ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς» (Ψαλμ. 35, 10). Είναι αυτό το οποίον δεχόμεθα και υπό του οποίου καταλαμβανόμεθα εν τη μυστική εμπειρία. Δια τον ʼγιον Συμεών τον Νέον Θεολόγον η εμπειρία του φωτός, η οποία είναι η συνειδητή πνευματική ζωή ή η «γνώσις», αποκαλύπτει την παρουσίαν της κεκτημένης υπό του ανθρώπου χάριτος:
«Οὐ γάρ ὅ οὐκ οἴδαμεν λαλοῦμεν, ἀλλ' ὅ οἴδαμεν μαρτυροῦμεν, ὅτι τό φῶς ἐν τῇ σκοτία ἤδη φαίνεται καί ἐν νυκτί καί ἐν ἡμέρα καί ἐντός καί ἐκτός. Ἐντός μέν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, ἐκτός δέ ἐν τῷ νοΐ περιλάμπον ἡμᾶς ἀνεσπέρως, ἀτρέπτως, ἀναλλοιώτως, ἀσχηματίστως, λαλοῦν, ἐνεργοῦν, ζῶν καί ζωοποιοῦν καί φῶς τούς λαμπομένους ἀπεργαζόμενον. Ἡμεῖς μαρτυροῦμεν ὅτι ὁ Θεός φῶς ἐστί καί οἱ αὐτόν καταξιωθέντες ἰδεῖν πάντες ὡς φῶς ἐθεάσαντο καί οἱ λαβόντες αὐτόν, ὡς φῶς αὐτόν ἔλαβον, ὅτι προπορεύεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ τό φῶς τῆς δόξης αὐτοῦ καί δίχα φωτός ἀμήχανόν ἐστι φανῆναι αὐτόν. Καί οἱ μή ἰδόντες τό φῶς αὐτοῦ, οὐδέ ἐκεῖνον εἶδον, ὅτι ἐκεῖνος τό φῶς ἐστι. Καί οἱ μή λαβόντες τό φῶς οὔπω τήν χάριν ἔλαβον οἱ γάρ τήν χάριν λαβόντες φῶς Θεοῦ καί Θεόν ἔλαβον, καθώς εἶπε τό φῶς, ὁ Χριστός «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καί ἐμπεριπατήσω». Οἱ δέ μήπω τοῦτο παθόντες ἤ ἀξιωθέντες, πάντες οἱ τοιοῦτοι ὑπό τόν πρό τῆς χάριτος νόμον εἰσί, δοῦλοι καί μαθηταί δούλων καί ἀκροαταί νόμου καί τέκνα παιδίσκης καί υἱοί σκότους τυγχάνουσι, κἄν βασιλεῖς κἄν πατριάρχαι, κἄν ἀρχιερεῖς κἄν ἱερεῖς, κἄν ἄρχοντες κἄν ἀρχόμενοι, κἄν λαϊκοί κἄν μονάζοντες, κἄν ἀσκηταί κἄν ἡγούμενοι, κἄν πτωχοί κἄν πλούσιοι, κἄν ἀσθενεῖς κἄν ὑγιεῖς τῷ σώματι πέλωσι. Πάντες γάρ οἱ ἐν σκότει καθήμενοι υἱοί σκότους εἰσί καί μετανοῆσαι οὐ βούλονται. Ἡ γάρ μετάνοια θύρα ἐστίν ἐξάγουσα ἀπό τοῦ σκότους καί εἰσάγουσα εἰς τό φῶς. Ὁ οὖν προς τό φῶς μή εἰσελθών οὐ διῆλθε τήν θύραν τῆς μετανοίας καλῶς εἰ γάρ διῆλθεν, ἐγένετο ἄν ἐν φωτί. Ὁ δέ μή μετανοῶν ἁμαρτάνει, διότι οὐ μετανοεῖ. «Τῷ γάρ εἰδότι καλόν ποιεῖν καί μή ποιοῦντι, φησίν, ἁμαρτία αὐτῷ ἐστιν». Ὁ δέ ποιῶν τήν ἁμαρτίαν δοῦλος ἐστι τῆς ἁμαρτίας καί μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή φανερωθῇ αὐτοῦ τά ἔργα» (2) .
Εάν η ζωή εν τη αμαρτία είναι εκουσίως πάντοτε ασυνείδητος (κλείνομεν τους οφθαλμούς δια να μη ίδωμεν τον Θεόν), η ζωή εν τη χάριτι είναι μία συνεχής πρόοδος της γνώσεως, μία αυξανομένη εμπειρία του θείου φωτός.
Κατά τον ʼγιον Μακάριον τον Αιγύπτιον, η φλόγα της χάριτος ανημμένη υπό του Αγίου Πνεύματος εις τας ψυχάς των χριστιανών τας καθίστα ικανάς να φωτίζουν ως λαμπάδες έμπροσθεν του Υιού του Θεού. ʼλλοτε μεν το θείον τούτο φως αναλόγως της ανθρωπινής θελήσεως ενδυναμούται και απαστράπτει λαμπρώς, άλλοτε δε ελαττούται και δεν δίδει πλέον λάμψιν εις τας εκ των παθών συγκεχυμένας καρδίας. «Διότι τό ἄϋλον καί θεῖον πῦρ φωτίζειν μέν ψυχάς καί δοκιμάζειν εἴωθεν, ὥσπερ ἄδολον χρυσόν ἐν καμίνῳ τό πῦρ ἐνήργησεν ἐν τοῖς ἀποστόλοις, ἡνίκα ἐλάλουν γλώσσαις πυρίναις. Τοῦτο τό πῦρ διά τῆς φωνῆς Παῦλον περιλάμψαν, τήν μέν διάνοιαν αὐτοῦ ἐφώτισεν, τήν δέ αἴσθησιν τῆς ὅψεως αὐτοῦ ἠμαύρωσεν. Οὐ γάρ χωρίς σαρκός εἶδεν ἐκείνου τοῦ φωτός τήν δύναμιν. Τοῦτο τό πῦρ ὤφθη Μωϋσῇ ἐν τῇ βάτῳ· τοῦτο τό πῦρ ἐν εἴδει ὀχήματος Ἠλίαν ἐκ τῆς γῆς ἥρπασε... ὅθεν καί ἄγγελοι καί τά λειτουργικά πνεύματα τούτου τοῦ πυρός τῆς λαμπρότητος μετέχουσι... Τοῦτο τοιγαροῦν τό πῦρ δαιμόνων ἐστί φυγαδευτήριον, καί ἁμαρτίας ἀναιρετικόν, ἀναστάσεως δέ δύναμις καί ἀθανασίας ἐνέργεια, ψυχῶν ἁγίων φωτισμός καί λογικῶν δυνάμεων σύστασις» (3) . Αύται είναι αι θείαι ενέργειαι, αι «ἀκτῖνες θεότητος» δια τας οποίας ομιλεί ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης, δημιουργικαί δυνάμεις, αι οποίαι εισδύουν εις τον κόσμον και γίνονται γνωσταί εκτός των κτισμάτων ως το απρόσιτον φως, εν ω κατοικεί η Αγία Τριας. Αι ενέργειαι παρεχόμεναι εις τους χριστιανούς δια του Αγίου Πνεύματος δεν εμφανίζονται πλέον ως εξωτερικοί αιτίαι, αλλ' ως η χάρις, εσωτερικόν φως, το οποίον μεταμορφώνει την φύσιν θεούν αυτήν. «Ὅτι φῶς ὁ Θεός οὐ κατ' οὐσίαν, ἀλλά κατ' ἐνέργειαν λέγεται», λέγει ο ʼγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (4) . Ως Θεός φανερούται, μεταδίδεται, δύναται να καταστή γνωστός, είναι Φως. Ο Θεός καλείται Φως, όχι μόνον κατ' αναλογίαν προς το υλικόν φως. Το θείον φως δεν έχει αλληγορικήν και αφηρημένην τινά εννοιαν: είναι δεδομένον της μυστικής εμπειρίας. «Καί τό μέν θεῖον τοῦτο φῶς μέτρῳ δίδοται, καί τό μᾶλλον καί ἧττον ἐπιδέχεται, κατά τήν ἀξίαν τῶν ὑποδεχόμενων» (5) . Η τελεία θεωρία της θεότητος, η οποία καθίσταται ορατή εν τω ακτίστω φωτί, είναι το «μυστήριον της ογδόης ημέρας» και ανήκει εις τον μέλλοντα αιώνα. Εν τούτοις εκείνοι οι οποίοι είναι άξιοι δι' αυτήν, επιτυγχάνουν να ιδούν «τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει» (Ματθ. θ, 1) εκ της παρούσης ήδη ζωής, ως είδον αυτήν οι τρεις Απόστολοι εις το όρος Θαβώρ.
Αι θεολογικαί έριδες περί της φύσεως του φωτός της Μεταμορφώσεως του Χριστού περί το μέσον του 14 ου αιώνος, κατά τας οποίας αντετάχθησαν οι υπερασπισταί της δογματικής παραδόσεως της Ανατολικής Εκκλησίας προς τους ανατολικούς θωμιστάς, απέβλεπον κατά βάθος εις εν σπουδαιότατον θεολογικόν πρόβλημα. Επρόκειτο περί της πραγματικότητος της μυστικής εμπειρίας, περί της δυνατότητος συνειδητής επικοινωνίας μετά του Θεού, περί της ακτίστου ή κτιστής φύσεως της χάριτος. Το θέμα του εσχάτου προορισμού των ανθρώπων, η ιδέα της μακαριότητος, της θεώσεως διεκυβεύετο. Εγίνετο μία σύγκρουσις μεταξύ της μυστικής θεολογίας και της θρησκευτικής φιλοσοφίας, ή μάλλον μιας θεολογίας ιδεών, η οποία ηρνείτο να παραδεχθή παν ό,τι εφαίνετο εις αυτήν ανοησία, «μωρία». Ο Θεός της Αποκαλύψεως και της θρησκευτικής εμπειρίας ευρέθη αντιμέτωπος προς τον Θεόν των φιλοσόφων και των σοφών επί του πεδίου του μυστικισμού και δια μίαν ακόμη φοράν η θεία μωρία εθριάμβευσε της ανθρωπίνης σοφίας. Υποχρεωμένοι να προσδιορίσουν την θέσιν των, να σχηματίσουν ιδέας των αληθειών, αι οποίαι υπερέκειντο πάσης φιλοσοφικής σκέψεως, οι φιλόσοφοι τελικώς εξέφρασαν μίαν κρίσιν η οποία εφάνη «μωρία» δια την ανατολικήν παράδοσιν: εβεβαίωνον την κτιστήν φύσιν της θεούσης χάριτος. Δεν θα επανέλθωμεν πλέον επί του θέματος, το οποίον ανεπτύξαμεν εις το 4ον Κεφάλαιον, εις το οποίον εγένετο λόγος περί της διακρίσεως μεταξύ της ουσίας και των ενεργειών του Θεού. Περαίνοντες την μελέτην ημών, οφείλομεν να εξετάσωμεν τας θείας ενεργείας υπό μίαν άλλην έποψιν: υπό την έποψιν του ακτίστου φωτός, εν ω αποκαλύπτεται ο Θεός και μεταδίδεται εις εκείνους, οι όποιοι έρχονται εις ένωσιν μετ' Αυτού.
Το φως τούτο ή η έ λλαμψις δύναται να προσδιορισθή ως ο ορατός χαράκτηρ της θεότητος, των ενεργειών ή της χάριτος, δια της οποίας γνωρίζεται ο Θεός. Το φως τούτο δεν είναι διανοητικής φύσεως, ως είναι ενίοτε η έλλαμψις του νοός με την αλληγορικήν και αφηρημένην έννοιαν. Πολύ δε περισσότερον δεν είναι μία αισθητή πραγματικότης. Εν τούτοις το φως τούτο πληροί συγχρόνως νουν και αισθήσεις αποκαλυπτόμενον εις τον όλον άνθρωπον και όχι εις μίαν των ιδιοτήτων του. Το θείον φως ως δεδομένον της μυστικής εμπειρίας υπέρκειται συγχρόνως των αισθήσεων και του νοός. Είναι άϋλον και ουδέν αισθητόν έχει δια τον λόγον αυτόν ο ʼγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος εις τα ποιήματα του το αποκαλεί «ἀόρατον πῦρ» και βέβαιοι την ορατότητα του:
«Ἔστι πῦρ τό θεῖον ὄντως
Ἄκτιστον ἀόρατόν γε
Ἄναρχον καί ἄϋλον τε» (6) ,
αλλά δε είναι πολύ περισσότερον νοητόν φως. Ο «Αγιορείτικος Τόμος», μία απολογία συνταχθείσα υπό των μοναχών του Αγίου Όρους κατά τας θεολογικάς διαμάχας περί του φωτός της Μεταμορφώσεως, διακρίνει το αισθητόν φως, το νοητόν και το άκτιστον, το υπερέχον εξ ίσου των δύο πρώτων· «Ἄλλου μέν φωτός ὁ νοῦς, ἑτέρου δέ ἡ αἴσθησις ἀντιλαμβάνεσθαι πέφυκεν. Ἡ μέν γάρ αἰσθητοῦ, καί τά αἰσθητά ἦ αἰσθητά δεικνύντος· τοῦ δέ νοῦ φῶς ἐστιν, ἡ ἐν νοήμασι κειμένη γνῶσις· οὐ τοῦ αὐτοῦ τοίνυν φωτός, ὄψις τε καί νοῦς ἀντιλαμβάνεσθαι πεφύκασιν, ἀλλά μέχρις ἄν κατ' οἰκείαν φύσιν καί ἐν τοῖς κατά φύσιν ἐνεργῇ ἑκάτερον αὐτῶν. Ὅταν δέ πνευματικῆς καί ὑπερφυοῦς εὐμοιρήσωσι χάριτος τε καί δυνάμεως, αἰσθήσει τε καί νῷ, τά ὑπέρ πᾶσαν αἴσθησιν και πάντα νοῦν οἱ κατηξιωμένοι βλέπουσιν..., ὡς οἶδε μόνος ὁ Θεός, καί οἱ τά τοιαῦτα ἐνεργούμενοι» (7) .
Η πλειονότης των Πατέρων, οι οποίοι ωμίλησαν περί της Μεταμορφώσεως, μαρτυρούν την άκτιστον φύσιν, την θείαν φύσιν του φωτός του εμφανισθέντος εις τους Αποστόλους. Οι ʼγιοι Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Κύριλλος Αλεξανδρείας, Μάξιμος, Ανδρέας Κρήτης, Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Ευθύμιος Ζηγαβινός εκφράζονται με το αυτό πνεύμα και θα ήτο πολύ άστοχον να ερμηνεύωμεν πάντοτε τα χωρία αυτά ως ρητορικός εμφάσεις. Ο ʼγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναπτύσσει την διδασκαλίαν ταύτην εν σχέσει προς το θέμα της μυστικής εμπειρίας. Το φως, το όποιον οι Απόστολοι είδον επί του Όρους Θαβώρ, είναι φυσική ιδιότης του Θεού. Αιώνιον, ατελεύτητον, υπάρχον εκτός χρόνου και τόπου, ενεφανίσθη εις τας θεοφανείας της Παλαιάς Διαθήκης ως η δόξα του Θεού: εμφάνισις τρομερά και αφόρητος δια τα κτίσματα καθ' όσον είναι εξωτερική, ξένη προς την ανθρωπίνην φύσιν προ Χριστού, εκτός της Εκκλησίας. Δια τον λόγον αυτόν, κατά τον ʼγιον Συμεών τον Νέον Θεολόγον, ο Απόστολος Παύλος εις την προς Δαμασκόν οδόν μη έχων εισέτι την προς τον Χριστόν πίστιν ετυφλώθη και έπεσεν εις την γην από την λάμψιν του θείου φωτός (8) . Αντιθέτως, η Μαγδαληνή Μαρία, κατά τον ʼγιον Γρηγόριον τον Παλαμάν ηδυνήθη να ίδη το φως της Αναστάσεως, το οποίον επλήρου το μνημείον και καθίστα ορατόν παν ό,τι ευρίσκετο εντός αυτού, παρά το σκότος της νυκτός, «μήπω τῆς αἰσθητῆς ἡμέρας τελέως ἐκφανείσης» (9) · το φως εκείνο επίσης κατέστησεν αυτήν ικανήν, να ίδη τους αγγέλους και να συνομιλήση μετ' αυτών. Την στιγμήν της ενανθρωπίσεως το θείον φως συνεκεντρώθη ούτως ειπείν εν τω Χριστώ, εν τω Θεανθρώπω, εν ω κατώκει σωματικώς άπαν το πλήρωμα της θεότητος. Τούτο σημαίνει ότι η ανθρώπινη φύσις του Χριστού εθεώθη δια της υποστατικής ενώσεως μετά της θείας φύσεως· ότι καίτοι ο Χριστός κατά την επίγειον ζωήν Του εφώτιζε πάντοτε δια του θείου φωτός, τούτο έμενεν αόρατον δια την πλειονότητα των ανθρώπων. Η Μεταμόρφωσις δεν υπήρξε εν φαινόμενον προσδιοριζόμενον υπό χρόνου και τόπου: ουδεμία αλλαγή συνέβη δια τον Χριστόν κατ' εκείνην την στιγμήν, ακόμη και εν τη ανθρωπινή Αυτού φύσει, αλλά αλλαγή τις εγένετο εν τη συνειδήσει των Αποστόλων, οι οποίοι έλαβον προς στιγμήν την ικανότητα, να ιδούν τον διδάσκαλόν των, ως ήτο, καταυγαζόμενον εν τω αιωνίω φωτί της θεότητος Του (10) . Δια τους Αποστόλους υπήρξε μία έξοδος εκ της ιστορίας, έλαβον γνώσιν τίνα της αιωνίου πραγματικότητος. Ο ʼγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει εις τας ομιλίας Του περί της Μεταμορφώσεως: «...τῆς θεότητος ἐστι τό φῶς ἐκεῖνο, καί ἄκτιστόν ἐστι... οὐδέ τό φῶς ἐκεῖνο αἰσθητόν, οὐδέ οἱ ὁρῶντες αἰσθητικοῖς ἁπλῶς ἑώρων ὀφθαλμοῖς, ἀλλά μετασκευασθεῖσι τῇ δυνάμει τοῦ θείου Πνεύματος» (11) .
Δια να ίδωμεν το θείον φως δια των σωματικών οφθαλμών, ως είδον τούτο οι Μαθηταί επί του όρους Θαβώρ, πρέπει να μετάσχωμεν αυτού του φωτός, να μεταμορφωθώμεν δι' αυτού εν τινι μέτρω. Η μυστική εμπειρία προϋποθέτει επομένως μεταβολήν τίνα της φύσεως ημών, μεταμόρφωσιν αυτής δια της χάριτος. Ο ʼγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει τούτο σαφώς: «ὁ θείας ἐνεργείας εὐμοιρήσας καί τήν θείαν ἀλλοίωσιν ἠλλοιωμένος αὐτός ὅλος οἶον φῶς ἐστι, καί μετά τοῦ φωτός ἐστι, καί σύν τῷ φωτί γνωστῶς ὁρᾷ τά χωρίς τηλικαύτης ἀπορρήτου χάριτος ἀνέκφαντα τοῖς πᾶσιν, οὐχ ὑπέρ τάς σωματικάς αἰσθήσεις μόνον γεγονώς, ἀλλά καί ὑπέρ πᾶν ὅ,τι τῶν ἡμῖν γνωρίμων, πάντως δέ καί τοῖς ὑπέρ ἡμᾶς τῇ γε φυσική δυνάμει· Θεόν γαρ ὁρῶσιν οἱ κεκαθαρμένοι τήν καρδίαν κατά τόν ὑπό τοῦ Κυρίου ἀψευδῆ μακαρισμόν, ὅς φῶς ὤν κατά τήν θεολογικωτάτην Ἰωάννου τοῦ τῆς βροντῆς υἱοῦ φωνήν οἰκίζει τε καί ἐμφανίζει ἑαυτόν τοῖς ἀγαπώσιν αὐτόν, καί ἀγαπηθεῖσιν ὑπό αὐτοῦ» (12) .
Το σώμα δεν πρέπει να είναι εμπόδιον εις την μυστικήν έμπειρίαν· η περιφρόνησις υπό του Μανιχαίου της σωματικής φύσεως είναι ξένη προς τον ορθόδοξον άσκητισμόν.... «Μή ἄν ψυχήν μόνην, μήτε σῶμα μόνον λέγεσθαι ἄνθρωπον, ἀλλά τό συναμφότερον, ὅν δή καί κατ' εἰκόνα πεποιηκέναι Θεός λέγεται», λέγει ο ʼγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (13) . Το σώμα πρέπει να εκπνευματοποιηθή, να γίνη «σώμα πνευματικόν» κατά την έκφρασιν του Αποστόλου Παύλου. Το έσχατον τέλος ημών δεν είναι μία διανοητική μόνον θεωρία του Θεού' εάν συνέβαινεν ούτως, η ανάστασις των νεκρών θα ήτο ανώφελος. Οι μακάριοι θα ίδουν τον Θεόν πρόσωπον προς πρόσωπον εν τη πληρότητι της κτιστής φύσεως των. Δια τον λόγον αυτόν ο «Αγιορείτικος Τόμος» αποδίδει από της παρούσης ζωής εις την εξαγνισθείσαν φύσιν του σώματος ωρισμένας πνευματικάς ικανότητας: «εἰ γάρ συμμεθέξει τότε τῇ ψυχῇ τό σῶμα τῶν ἀπορρήτων ἀγαθῶν, καί νῦν δήπου συμμεθέξει, κατά τό ἐγχωροῦν.... καί αὐτό τά θεῖα πείσεται, καταλλήλως ἑαυτῷ, μετασκευασθέντος, καί ἁγιασθέντος, ἀλλ' οὐ καθ' ἕξιν νεκρωθέντος τοῦ τῆς ψυχής παθητικοῦ» (14) .
Η χάρις ως φως αρχή της φανερώσεως δεν δύναται να παραμείνη αόρατος εν ημίν. Δεν είναι δυνατόν να μη αισθανθώμεν τον Θεόν, εάν η φύσις ημών είναι πνευματικώς υγιής. Η αναισθησία εν τη πνευματική ζωή είναι μία κατάστασις ανώμαλος. Πρέπει να δυνάμεθα να αναγνωρίζωμεν τας ατομικάς καταστάσεις και να κρίνωμεν τα φαινόμενα της μυστικής ζωής. Δια τον λόγον αυτόν ο ʼγιος Σεραφείμ του Sarov αρχίζει τας πνευματικάς του διδασκαλίας δια των λόγων: «ο Θεός είναι πυρ, το οποίον αναζωογονεί και καταφλέγει τας καρδίας. Εάν αισθανθώμεν εις τας καρδίας ημών το εκ του δαίμονος προερχόμενον ψύχος διότι ο δαίμων είναι ψυχρός ας επικαλεσθώμεν τον Κύριον και Αυτός θα έλθη και θα αναζωπύρωση την καρδίαν ημών δια της προς Αυτόν και προς τον πλησίον αγάπης. Και προ της θερμότητος του ιδικού Του προσώπου το ψύχος του εχθρού θα διαλυθή» (15) . Η χάρις θα γίνη γνωστή ως η χαρά, η ειρήνη, η εσωτερική θερμότης, ως το φως. Αι καταστάσεις ακηδίας, της «μυστικής νυκτός», δεν έχουν την αυτήν έννοιαν εις την πνευματικότητα της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας. Εν πρόσωπον το οποίον έρχεται ολονέν εις στενωτέραν ένωσιν μετά του Θεού, δεν δύναται να μείνη εκτός του φωτός. Εάν ευρίσκεται βεβυθισμένον εις τα σκότη, είναι διότι η φύσις του ημαυρώθη υπό τινός αμαρτίας, η διότι ο Θεός δοκιμάζει αυτό, δια να αύξηση έτι περισσότερον τον ζήλον του. Αι καταστάσεις αύται παρέρχονται δια της υπακοής και της ταπεινοφροσύνης εις τας όποιας ο Θεός άπαντα φανερούμενος εκ νέου εις την ψυχήν, μεταδίδων το φως Του εις τον άνθρωπον, τον οποίον επ' ολίγον είχεν εγκαλείψει. Η ακηδία είναι μία νοσηρά κατάστασις, η οποία δεν πρέπει να είναι διαρκής· ουδέποτε εθεωρήθη υπό των ασκητικών και μυστικών συγγραφέων της ανατολικής παραδόσεως ως απαραίτητος και κανονικός σταθμός της οδού προς την ένωσιν. Εις την οδόν ταύτην είναι εν σύνηθες δυστύχημα, πάντοτε όμως έπίφοβον. Αποτέλεσμα της ακηδίας είναι η λύπη, η ανία, η ψύξις της καρδίας, η οποία δημιουργεί την αναισθησίαν. Είναι μία δοκιμασία η οποία θέτει τον άνθρωπον εις τα όρια του πνευματικού θανάτου. Διότι η προς την αγιότητα άνοδος, ο άγων δια το θείον φως, δεν είναι ακίνδυνος. Εκείνοι οι όποιοι αναζητούν το φως, την συνειδητήν εν τω Θεώ ζωήν, διατρέχουν ένα μεγάλον πνευματικόν κίνδυνον, αλλά ο Θεός δεν τους αφήνει να πλανώνται εις τα σκότη.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) . «Κεφάλαια πρακτικά», 33,25, Ρ G 40, 1268 Α.
(2) . Κατήχησις ΚΗ'.
(3) . Ὁμιλία 25, 9, 10, Ρ G 34, 673 Β C .
(4) . «Κατά Ἀκίνδυνου», Ρ G 150, 823.
(5) . Γρηγ. Παλαμά, «Ὁμιλία εἰς τήν Μεταμόρφωσιν», Ρ G 151, 448 Β. Ιδέ την υπέροχον μελέτην του Μ gr . BAsile Krivocheine , «Ἡ ἀσκητική καί θεολογική διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ», Seminarium Kondakovianum 8, Ρ rague 1936, σ. 99-154. Μετ. εις την γερμ. υπό Η ugolin Landvogt , εις το « Das ö stliche Christentum », 8, 1939.
(6) . Εκδ. Σμύρνης, 1886, 2 μέρος, σ. 1.
(7) . Αγιορείτικος Τόμος, Ρ G 150, 1833 D .
(8) . Λόγος 57, Ι, εκδ. ρωσ. του Αγ. Όρους 2 σ . 36· Γρηγ. Παλαμ. «Κεφαλ. φυσικά» κ.λ.π. Ρ G 150, 1169 Α.
(9) . Λόγος 20, Ρ G 151, 268 Α Β.
(10). Αγιορείτικος Τόμος, Ρ G 150, 1232 C .
(11) . Λόγος 34, Ρ G 151, 433 Α Β.
(12) . Λόγος «Εις τα Εισόδια της Θεοτόκου», Εκδ. Σοφοκλέους του εξ Οικονόμων, Αθήναι 1861 σ. 175 -177.
(13) . «Διάλογος περί ψυχής και σώματος» Ρ G 150, 1361 C .
(14) . Ρ G 150, 1233 Β -D .
(15) . Relation de la vie et des oeuvres du P. Sé raphin , de bienheureuse
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






