Εγκαινιάστηκε την Παρασκευή 27/05/2016
στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας, παρουσία του
πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και του Προέδρου της Ρώσικης Ομοσπονδίας
Βλάντιμιρ Πούτιν, η έκθεση της εικόνας της Ανάληψης του Χριστού, του
μεγάλου Ρώσου αγιογράφου του 15ου αιώνα, Αντρέι Ρουμπλιέφ, μαθητή του
Θεοφάνη από την Κωνσταντινούπολη. Η έκθεση οργανώθηκε σε συνεργασία με
την Πινακοθήκη Tretyakov, την μεγαλύτερη Πινακοθήκη της Μόσχας, το
Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (Τομέας Έρευνας και
Καινοτομίας, Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας), τα Υπουργεία
Πολιτισμού Ελλάδας και Ρωσίας και το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο
της Αθήνας. Το ΥΠ.Π.Ε.Θ εκπροσωπήθηκε στα εγκαίνια από τον Αν. Υπουργό
Έρευνας & Καινοτομίας. Κ.Φωτάκη και στελέχη της Γ.Γ. Έρευνας &
Τεχνολογίας. Η εικόνα, που βγαίνει για δεύτερη φορά από τη Ρωσία, είναι
ένα από τα ελάχιστα αυθεντικά έργα του Ρουμπλιέφ που σώζονται
παγκοσμίως. Στάλθηκε στην Αθήνα ως προπομπός της ευρύτερης συνεργασίας
με την Πινακοθήκη Tretyakov και των εκδηλώσεων που θα ακολουθήσουν,
εντός του 2016, πάνω στην τέχνη των Βυζαντινών εικόνων και τη συμβολή
της τεχνολογίας στη συντήρησή τους. Οι εκδηλώσεις αυτές προβλέπονται
μέσα στα πλαίσια του Αφιερωματικού Έτους Ελλάδας Ρωσίας 2016.
Σάββατο 28 Απριλίου 2018
Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ
Θεολόγου
- Ἡ Ἀνάληψη ὡς ἐπισφράγιση τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Χριστοῦ.
Ἀναφέρεται ἐπίσης καὶ εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. (Πράξ. α΄ 1-9): «Τὸν μὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων, ὦ Θεόφιλε, ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν, ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς Ἀποστόλοις διὰ Πνεύματος Ἁγίου, (ἀφοῦ πρῶτα ἔδωσε ἐντολὲς μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους), οὗς ἐξελέξατο, ἀνελήφθη· οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι᾿ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Καὶ συναλιζόμενος, (ἐνῶ ἔτρωγε μαζί τους), παρήγγειλεν αὐτοῖς, ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πατρὸς ἥν ἠκούσατέ μου, (νὰ περιμένουν τὴν ἐκπλήρωση τῆς ὑπόσχεσης γιὰ τὴν ὁποία σᾶς μίλησα). Ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλάς ταύτας ἡμέρας. Οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ; (δηλ. Κύριε, ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ἀποκαταστήσεις τὴν βασιλεία στὸ Ἰσραήλ;), εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· οὐχ ὑμῶν ἐστί γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὗς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσία, (ἐσεῖς δὲν μπορεῖτε νὰ γνωρίζετε τὸν ἀκριβῆ χρόνο· αὐτὸν τὸν κρατάει ὁ Πατέρας μου στὴν ἀποκλειστική Του ἐξουσία)· ἀλλά λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἐν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. Καὶ ταῦτα εἰπών, βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, (ἀνυψώθηκε πρὸς τὸν οὐρανὸ), καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν Αὐτὸν, (νεφέλη τὸν ἔκρυψε ἀπὸ τὰ μάτια τους), ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν».
Τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ εἰς τοὺς οὐρανοὺς συντελεῖται μεταξὺ Ἱεροσολύμων καὶ Βηθανίας.
Ἔτσι ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς μιλοῦσε καὶ εὐλογοῦσε, «διέστη ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανὸν …καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν Αὐτὸν», δηλ. ἄρχισε νὰ ἀνεβαίνει στοὺς οὐρανοὺς καὶ Τὸν ἐκάλυψε μία νεφέλη ἕως ὅτου Τὸν ἔκρυψε ἀπ᾿ αὐτοὺς (δηλ. ἀπὸ τοὺς μαθητές). Ἡ νεφέλη εἶναι πάντα τὸ σημάδι τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καὶ ἐμφανίζεται σὲ πολλὲς περιπτώσεις στὴν Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, (π.χ. νεφέλη στὴν ἔρημο, στὴν Μεταμόρφωση κ.λπ.).
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ Κύριος ἀνέβαινε εἰς τὸν οὐρανὸ καλυπτόμενος ἀπὸ τὴν νεφέλη, δύο Ἄγγελοι «κατελθόντες ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ», καθησυχάζουν τοὺς μαθητὲς λέγοντας: «Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί σταθήκατε καὶ κοιτᾶτε στὸν οὐρανό; Αὐτός, ὁ Ἰησοῦς, ποὺ ἀναλήφθηκε ἀπὸ ἀνάμεσά σας στὸν οὐρανό, ἔτσι θὰ ἔρθει καὶ πάλι, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ τὸν εἴδατε νὰ πηγαίνει ἐκεῖ», προλέγοντας τὴν ἔνδοξη ἐπάνοδό Του στὴ γῆ.
Παρόλον ὅτι ἡ Ἀνάληψη εἶναι ἕνα ἱστορικὸ γεγονός, ἐν τούτοις λόγῳ τοῦ ὑπερφυσικοῦ του χαρακτῆρος κατατάσσεται μεταξὺ τῶν δογμάτων τῆς Πίστεώς μας καὶ περιλαμβάνεται στὰ τελευταῖα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως: «Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός… καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης, κρίναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς Βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος…».
Ἡ Ἀνάσταση, ἡ Ἀνάληψη καὶ ἡ Ὕψωση, (ἐκ δεξιῶν καθέδρα στὸν θρόνο τῆς Θεότητος), ἀποτελοῦν τὴν κατάσταση τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἀκολούθησε τὴν κατάσταση τῆς ταπεινώσεως, δηλ. τῆς «κενώσεώς» Του, (ἐνανθρώπιση, πάθος καὶ θάνατος).
Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὸ 24ο Κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του (Λουκ. κδ΄ 50) καὶ στὸ 1ο κεφάλαιο τῶν Πράξεων, (Πράξ. α΄ 1-9), καθορίζει λεπτομερῶς τὸν τόπο καὶ τὸν χρόνο τῆς Ἀναλήψεως καὶ περιγράφει μὲ λεπτομέρειες τὰ γεγονότα κατ᾿ αὐτήν.
Ὁ Ἰησοῦς γιὰ 40 ἡμέρες ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση μέχρι τὴν Ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανούς, ἔχει τακτικὴ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς μαθητές Του, κυρίως κοινωνία Τραπέζης: «Παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι᾿ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς… καὶ συναλιζόμενος αὐτοῖς, (δηλ. συναντώμενος μὲ αὐτοὺς)».
ΑΝΑΛΗΨΗ - ΕΝΑ ΛΥΠΗΡΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΈΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Περίεργος θα φανεί ο τίτλος του άρθρου αυτού. Για μας, που
ζούμε περίπου 2.000 χρόνια μετά το τελευταίο αυτό γεγονός
της θείας ενανθρωπήσεως του Χριστού μας, η ανάληψη του
Κυρίου μας εις τους ουρανούς, που συνέβη 40 μέρες μετά την
ανάστασή του, είναι ένα γεγονός ευχάριστο και
ενδυναμωτικό της πίστεώς μας, γιατί ο Χριστός απέδειξε
μ’ ένα ακόμη μοναδικό και καταπληκτικό θαύμα ότι είναι Θεός.
Ανέβηκε μόνος του χωρίς κανένα βοηθητικό μέσο στους ουρανούς
συνοδεία αγγέλων.
Η ανάληψη ακόμη είναι ένα χαρούμενο σωτηριολογικό γεγονός,
που δείχνει ότι ο άνθρωπος, που πίστεψε και αγωνίστηκε να
βιώσει το ευαγγέλιο, δεν θ’ αναστηθεί απλώς, αλλά θ’ αξιωθεί
της θεώσεως. Θα βρεθεί δίπλα με το Θεό και θα έχει κοινωνία
με αυτόν. Η ανάληψη όπως και η μεταμόρφωση του Κυρίου μας
αποκαλύπτουν πόσο λαμπρή και ένδοξη θα είναι η σωτηρία μας.
Επίσης γνωρίζουμε ότι με την ανάληψη του Κυρίου μας, εμείς
στείλαμε ως δώρο στο Θεό την ανθρώπινη φύση (του Κυρίου μας)
και ο Θεός έστειλε σε μας σαν δώρο το Άγιο Πνεύμα, που
παραμένει συνεχώς μέσα στην Εκκλησία μας και μας χαριτώνει
ποικιλοτρόπως. Σκοπός της ενσαρκώσεως του Κυρίου μας και
επέκταση αυτής είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος και η
οικείωση των δωρεών του.
Κι όμως για τους μαθητές του Χριστού, που δεν είχαν υπ’ όψη
τους τι ακριβώς θα επακολουθήσει και ήταν ήδη αναστατωμένοι
από το γεγονός της σταυρώσεως και της φαινομενικής, προς
ώρα, νίκης των εχθρών του Χριστού, η ιδέα ότι θα χάσουν ξανά
τον αναστηθέντα διδάσκαλό τους, τον πνευματικό τους καθοδηγό
και αρχηγό τους, τους γέμιζε λύπη και απόγνωση.
Γι’ αυτό ο Χριστός προβαίνει σε κάποιες ενέργειες για να
τους ενδυναμώσει και να τους κάνει να χαρούν.
Όταν ανέβαινε στους ουρανούς, σήκωσε τα χέρια του και τους
ευλογούσε, και έτσι χώρισε απ’ αυτούς (Λκ. 24, 50-51). Δεν
τους ευλόγησε απλώς μια φορά και μετά ανεχώρησε, αλλά ανήλθε
εις τους ουρανούς ευλογώντας τους συνεχώς. «Εν τω ευλογείν
αυτόν αυτούς διέστη απ’ αυτών και ανεφέρετο εις τον
ουρανόν». Ήθελε να τους δείξει ότι παραμένει μαζί τους
αοράτως
και εσαεί ευλογών αυτούς. Τους υποσχέθηκε ότι «ιδού εγώ μεθ’
υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος.
Αμήν» (Ματθ. 28,20). Έτσι πλήρωσε εν τέλει τους μα-θητές με
χαρά (Λκ. 24,52).
Επίσης τους είχε διδάξει πολύ νωρίτερα ότι «ο τρώγων μου την
σάρκαν και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ»
(Ιω.6, 56). Δηλαδή ο Χριστός παραμένει και σωματικά στη γη,
στα είδη του άρτου και του οίνου της θείας ευχαριστίας. Στα
«σα εκ των σων» της λειτουργίας, στην αγία τράπεζα βρίσκεται
το Σώμα του Χριστού μας και μπορούμε όχι μόνο να το
ακουμπήσουμε και να το προσκυνήσουμε, αλλά και να το βάλουμε
μέσα μας και έτσι να εισέλθει και στο τελευταίο κύτταρό μας.
Ο Ηλίας Μηνιάτης σε λόγο του στην Ανάληψη παρατηρεί· «όταν
με πύρινον άρμα ανελήφθη ο Θεσβίτης Ηλίας, δια να
παρηγορήσει τον μαθητήν Ελισαίον του άφησε την μηλωτήν·
ομοίως αναληφθείς ο φιλάνθρωπος κύριος μας αφήνει εις
παρηγορίαν
το ένδυμα της θεότητος του,
όπου εφόρεσε γενόμενος άνθρωπος, ήγουν την μακαριωτάτην του
σάρκαν εις το φρικτόν της θείας ευχαριστίας μυστήριον δια να
είναι αχώριστος αφ’ ημών· όθεν μας παρηγορεί λέγοντας· «ιδού
εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του
αιώνος».
Υπάρχει όμως και άλλη παρουσία του Χριστού. Η παρουσία μέσω
των αγίων του. Ο άγιος είναι το ορατό σημείο της χάριτος του
Χριστού. Δοχείο των ακτίστων ενεργειών του. Παρουσία του
Θεού στον κόσμο. Φορέας της θείας δυνάμεως. Κάνει τέρατα,
σημεία και δυνάμεις. Είναι πού χαρακτηριστικά και
διαφωτιστικά τα χωρία της αγίας Γραφής πάνω σ’ αυτό το θέμα.
«Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου
αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’
αυτώ ποιήσομεν» (Ιω. 14,23). «Εγώ ειμί η άμπελος υμείς τα
κλήματα. Ο μένων εν εμοί καγώ εν αυτώ (Ιω. 15,50). Γι’ αυτό
στην αγία Τράπεζα θέτουμε οστά αγίων. Γι’ αυτό εορτάζουμε
πανηγυρικά την ανακομιδή των οστών. Γι’ αυτό δεχόμαστε
κάποιες μέρες λείψανα αγίων από άλλες εκκλησίες. Γιατί
θεωρούμε την φιλοξενία και παραμονή των λειψάνων σαν
παρουσία Θεού.
Στις «Πράξεις των αποστόλων» (1,10-11) παρουσιάζονται
άγγελοι να λέγουν στους μαθητές· «Άνδρες Γαλιλαίοι, τι
εστήκατε εμβλέποντες εις τον ουρανόν; ούτος ο Ιησούς ο
αναληφθείς αφ’ υμών εις τον ουρανόν, ούτως ελεύσεται, ον
τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν».
Γιατί τα λέγουν αυτά οι άγγελοι; Τα λέγουν για τους εξής δύο
λόγους κατά τον ιερό Χρυσόστομο·
α΄. Διότι πάντοτε στενοχωριούνταν οι μαθητές για την
αναχώρηση του Χριστού.
Αυτό φαίνεται σ’ αυτό που τους είπε ο Χριστός· «Κανείς από
σας δεν με ρωτά που πηγαίνεις; Αλλά η λύπη έχει γεμίσει την
καρδία σας επειδή σας είπα αυτά» (Ιω. 16,5-6). Αν εμείς
λυπούμαστε που αποχωριζόμαστε κάποτε, ακόμη και για λίγο,
φίλους, γνωστούς, ή συγγενείς, πόσο θα στενοχωριούνταν οι
μαθητές που χάνανε δια παντός την ορατή παρουσία του
Χριστού; Γι’ αυτό στέκονται οι άγγελοι και λέγουν αυτά·
για να καταπραΰνουν με την επάνοδο του Κυρίου τη λύπη που
τους προξένησε η αναχώρησή του.
Για να μη πάθουν οι μαθητές ότι έπαθε ο Ελισαίος, όταν είδε
τον διδάσκαλο του, τον Ηλία, ν’ ανεβαίνει στους ουρανούς.
Έσκισε τα ρούχα του από τον πόνο, διότι δεν υπήρχε κανείς να
του πει ότι ο Ηλίας θα ξαναρθεί. Πράγματι, λέγει ο Παύλος,
«ο ίδιος ο Κύριος θα κατεβεί από τον ουρανό με πρόσταγμα με
φωνή αρχαγγέλου· κι εμείς οι ζωντανοί, που θ’ απομένουμε
τότε στη ζωή, θ’ αρπαχθούμε με σύννεφα για να συναντήσουμε
τον Κύριο στον αέρα» (Α΄ Θεσ. 4,15-16).
β΄. Για να τονίσουν ότι ο Χριστός ανεβαίνει όχι ως απλός
άνθρωπος, όπως ο Ηλίας, αλλά ως Θεός.
Εκείνος ανέβηκε με πύρινο άρμα, ο Χριστός με νεφέλη· η
νεφέλη στην αγία Γραφή είναι το όχημα και ο θρόνος του Θεού.
«Ιδού Κύριος κάθεται επί νεφέλης κούφης» (Ησ.19,1), λέγει η
Γραφή. Επειδή λοιπόν ο Πατέρας κάθεται πάνω σε νεφέλη, γι’
αυτό και στον Υιό έστειλε τη νεφέλη. Είναι σαν να τους
λέγει·
Μη στενοχωρείσθε εάν ο Ελισαίος πήρε τη μηλωτή του Ηλία σαν
δώρο· εσείς θα πάρετε άπειρα θεϊκά χαρίσματα.
Και πράγματι μόλις έφυγε η ανθρώπινη φύση του Χριστού με την
ανάληψη ήρθε η αισθητή, δυναμική και πυρφόρα παρουσία του
Αγίου Πνεύματος. Ήρθε ο «άλλος Παράκλητος», που είχε
υποσχεθεί ο Χριστός στους μαθητές του (Ιω.14,16), και ο
οποίος δημιούργησε την ορατή ανθρώπινη Εκκλησία, που είναι η
συνέχεια του Σώματος του Χριστού. Η Εκκλησία είναι ο Χριστός
παρατεινόμενος εις τους αιώνας. Μόλις έφυγε ο αρχιερεύς
Χριστός, ήρθε το Άγιο Πνεύμα βάπτισε και έχρισε όλους τους
πιστούς και τους γέμισε χαρίσματα ποικίλα. Ειδικά τους
αποστόλους τους έχρισε αρχιερείς. Χάσαμε λοιπόν την αισθητή
παρουσία του Χριστού που εκδηλωνότανε με την ανθρώπινή του
φύση, έχουμε όμως την αισθητή -εξωτερική και εσωτερική-
παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Έχουμε τους επισκόπους και
ιερείς, που είναι «εις τύπον και τόπον Χριστού» και
αποτελούν την ορατή παρουσία του Θεού. Δεν εγγίζουμε τα
ιμάτια του Χριστού όπως η αιμορροούσα, αλλά εγγίζουμε τα
άμφια των ιερέων που έχουν την ίδια δύναμη. Δεν ακούμε το
Χριστό, ακούμε όμως το κήρυγμα των ιερέων και παίρνουμε απ’
αυτούς το Σώμα και το Αίμα του, το οποίο όχι απλώς το
εγγίζουμε, αλλά το τρώμε, το βάζουμε μέσα μας.
Μετά απ’ όλες αυτές τις ενέργειες του Χριστού έγινε
πραγματικότητα αυτό που ψάλλει η Εκκλησία μας την ημέρα της
αναλήψεως· «Ανελήφθης εν δόξη, Χριστέ ο Θεός ημών,
χαροποιήσας
τους μαθητάς τη επαγγελία του Αγίου Πνεύματος· βεβαιωθέντων
αυτών δια της ευλογίας, ότι σύ ο Υιός του Θεού, ο λυτρωτής
του κόσμου».
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
Η Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού (δέκα τοποθετήσεις σε δέκα ερωτήσεις)
Ο αρχηγός της ζωής, που έλυσε τα δεσμά του θανάτου με την Ανάστασή του, συναναστράφηκε με τους μαθητές του επί σαράντα ημέρες και επιβεβαίωσε σ’ αυτούς την Ανάστασή του με πολλές αποδείξεις. Δεν ανέβηκε στους ουρανούς την ίδια ημέρα που αναστήθηκε, γιατί κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε αμφιβολίες και ερωτηματικά. Διαφορετικά, πολλοί από τους άπιστους θα μπορούσαν να προβάλλουν το επιχείρημα ότι η Ανάσταση δεν ήταν παρά ένα ακόμη από τα όνειρα ευσεβών πόθων που γρήγορα έρχονται και πιο γρήγορα παρέρχονται. Για αυτό ακριβώς έμεινε ο Χριστός σαράντα ολόκληρες ημέρες στη γη, και εμφανίστηκε επανειλημμένα στους μαθητές του, και τους έδειξε τις ουλές από τα πληγές του, τους μίλησε για τις προφητείες που εκπλήρωσε με την ζωή και τα πάθη του ως άνθρωπος, και μάλιστα συνέφαγε μαζί τους.
2. Γιατί έφαγε ο αναστημένος Χριστός ψητό ψάρι και μέλι;
Στο σημερινό Ευαγγέλιον της Εορτής ακούμε ότι ζήτησε και έφαγε ο Χριστός «ιχθύος οπτού μέρος και από μελισσίου κηρίου», δηλ. ένα κομμάτι από ψητό ψάρι και από κηρύθρα με μέλι (Λουκ. 24:42). Γιατί αναφέρεται η λεπτομέρεια αυτή; Κατά την εκκλησιαστική παράδοση, η λεπτομέρεια αυτή είχε πολύ σπουδαία αλληγορική σημασία. Όσον αφορά στο ψάρι, γνωρίζουμε ότι αν και ζει μέσα στην αλμυρή θάλασσα, το σώμα του δεν είναι αλμυρό, αλλά γλυκό. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο Χριστός, που έζησε μέσα στην ‘αλμυρή θάλασσα της αμαρτίας’ του κόσμου τούτου, «αμαρτίαν ουκ εποίησε, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού», δηλ. δεν έκανε καμιά αμαρτία, ούτε ξεστόμισε τίποτε το δόλιο (Ησ. 53:9). Επίσης, ο Χριστός παρέμεινε πιο άφωνος και από το ψάρι όταν υπέστη το σωτήριο πάθος του και δέχτηκε τα ανήκουστα εκείνα βασανιστήρια και ακατανόμαστους υβρισμούς. Όσον αφορά στο μέλι και στο κερί, γνωρίζουμε ότι το μέλι είναι γλυκό και το κερί φωτιστικό, γι’ αυτό και θεωρούνται σαν σύμβολα της πνευματικής ηδονής και του φωτισμού που μεταδίδει στους πιστούς ο Χριστός μετά την Ανάστασή του. Επίσης, συμβολίζουν, το μεν πρώτο την θεραπεία της μεγάλης πίκρας της αμαρτίας την οποίαν συμβολίζει η χολή που του δόθηκε στο πάθος του, το δε δεύτερο, την διάλυση του πυκτού σκοταδιού της αμαρτίας την οποία συμβολίζει το σκοτάδι που έγινε κατά την σταύρωσή του.
3. Γιατί έγινε η Ανάληψη στο Όρος των Ελαιών;
Αφού λοιπόν επιβεβαίωσε ο Χριστός την εκ νεκρών Ανάστασή του στους μαθητές του με μελιστάλακτους λόγους, και φώτισε τον νου τους και θέρμανε την καρδιά τους με την παρουσία του, τους οδήγησε την 40ην ημέρα από την Ανάστασή του στο Όρος των Ελαιών, που βρίσκεται στα ανατολικά της Ιερουσαλήμ. Έπρεπε σ’ αυτό το Όρος να γίνει η Ανάληψη, γιατί σ’ αυτό, σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση, θα επανέλθει ο Κύριος σωματικά και με δόξα για να κρίνει τον κόσμο κατά την έσχατη ημέρα. Εκεί θα ελεηθούν με το μέγα έλεος οι δίκαιοι, και εκεί θα θρηνήσουν με τον αιώνιο και απαρηγόρητο θρήνο οι αμαρτωλοί. Τις δύο αυτές αντίθετες καταστάσεις των ανθρώπων δηλώνει η ονομασία του Όρους τούτου, γιατί οι κορυφές του ονομάζονται Όρος Ελαιών, ενώ οι πρόποδές του, κοιλάδα του Κλαυθμώνος. Το ίδιο προμήνυσε και ο χρησμός του προφήτη Ζαχαρία που ρητά δήλωσε «Ιδού ημέρα έρχεται Κυρίου, και στήσονται οι πόδες αυτού επί το Όρος των Ελαιών κατέναντι Ιερουσαλήμ εξ ανατολών» (Ζαχ. 14:4).
4. Γιατί έπρεπε να ήταν παρόντες οι Απόστολοι και η Θεοτόκος;
Σ’ αυτό το Όρος οδήγησε ο Κύριος τους μαθητές του και την Θεοτόκο που τον γέννησε, για να δουν με τα μάτια τους την ένδοξη Ανάληψή του. Έπρεπε η κατά σάρκα Μητέρα του να είναι παρούσα σ’ εκείνη την μεγάλη δόξα του Υιού της, έτσι ώστε όπως σαν Μητέρα πληγώθηκε ψυχικά για το πάθος του πάνω από όλους, έτσι κατά τρόπο ανάλογο να χαρεί πάνω από όλους βλέποντας τον Υιό της να ανέρχεται με δόξα στους ουρανούς, να προσκυνείται σαν Θεός από τους Αγγέλους και να καθίζεται στον θρόνο της Μεγαλοσύνης πάνω από κάθε αρχή και εξουσία. Έπρεπε επίσης και οι θείοι Απόστολοι να γίνουν αυτόπτες της Ανάληψής του, για να πληροφορηθούν, ότι ο θείος Διδάσκαλός τους που ανεβαίνει τώρα στους ουρανούς, από εκεί είχε κατεβεί, και εκεί θα τους περιμένει σαν αληθινός Υιός του Θεού και Σωτήρας του κόσμου.
Τι γιορτάζουμε του Αγίου Πνεύματος;

Η εορτή της Πεντηκοστής είναι εορτή της Αγίας Τριάδος, αφού με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος μαθαίνουμε ότι ο Θεός είναι Τριαδικός. Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος έγινε κατά την ημέρα της Κυριακής.
Ο ιερός υμνογράφος αποκαλεί την Πεντηκοστή τελευταία εορτή από πλευράς αναπλάσεως και ανακαινίσεως του ανθρώπου: “Την μεθέορτον πιστοί και τελευταίαν εορτήν εορτάσωμεν φαιδρώς, αύτη εστί Πεντηκοστή, επαγγελίας συμπλήρωσις και προθεσμία”.
Την Κυριακή λοιπόν εορτάζουμε την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή, εκείνη την ημέρα ήλθε το Άγιο Πνεύμα στους Μαθητές του Χριστού.
Όπως αναφέρεται και στο Συναξάρι της ημέρας:
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ ὀγδόῃ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, τὴν ἁγίαν Πεντηκοστὴν ἑορτάζομεν.
Στίχοι
Πνοῇ βιαίᾳ γλωσσοπυρσεύτως νέμει,
Χριστὸς τὸ θεῖον Πνεῦμα τοῖς Ἀποστόλοις.
Ἐκκέχυται μεγάλῳ ἑνὶ ἤματι Πνεῦμ’ ἁλιεῦσι.
Ταῖς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.
Την Δευτέρα εορτάζουμε πάλι την Αγία Τριάδα αφού γνωρίζουμε και πιστεύουμε ότι κοινή είναι η ενέργεια του Τριαδικού Θεού και ποτέ δεν μπορεί να χωρισθή και να απομονωθή ένα Πρόσωπο από τα άλλα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Όμως οι άγιοι Πατέρες μας πού έβαλαν σε άριστη σειρά και τάξη όλα τα θέματα της πίστεως μας, για να δώσουν τιμή στο Άγιο Πνεύμα, όρισαν να το εορτάζουμε και κατά την Πεντηκοστή, αλλά και ξεχωριστά σήμερα.
Ξεκάθαρο είναι το υπόμνημα του Συναξαρίου:
Τη αύτη ήμερα, Δευτέρα της Πεντηκοστής, αυτό το Πανάγιον και ζωοποιόν και παντοδύναμον εορτάζομεν Πνεύμα, τον ένα της Τριάδος Θεόν, το ομότιμον και ομοούσιον και ομόδοξον τω Πατρί και τω Υίω.
Στίχοι
Πᾶσα πνοή, δόξαζε Πνεῦμα Κυρίου,
Δι’ οὗ πονηρῶν πνευμάτων φροῦδα θράση.
Τῇ ἐπιφοιτήσει τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πρεσβείαις τῶν Ἀποστόλων σου, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.
Εμείς πού γιορτάζουμε τη δική μας Πεντηκοστή, πρέπει να γνωρίζουμε ότι την ήμερα αυτή, όταν εορταζόταν η Πεντηκοστή των Εβραίων, ήλθε το Άγιο Πνεύμα στους Μαθητές του Χριστού.
Επειδή, λοιπόν, οι Άγιοι Πατέρες θεώρησαν καλό να ξεχωρίσουν τις γιορτές για να τιμήσουν με τον τρόπο αυτό το μεγαλείο του Παναγίου και Ζωοποιού Πνεύματος, γι’ αυτό την επομένη της Πεντηκοστής, την Δευτέρα, εορτάζουμε το Πανάγιο Πνεύμα, πού είναι μία υπόσταση της Αγίας Τριάδος.
Σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, 10 ημέρες μετά την Ανάληψη του Χριστού και 50 ημέρες μετά την Ανάσταση, οι Δώδεκα Απόστολοι ήταν συγκεντρωμένοι σε ένα σπίτι στα Ιεροσόλυμα. Εκείνη την ημέρα ήταν η εβραϊκή γιορτή της Πεντηκοστής, ημέρα που γιορτάζουν το ότι ο Θεός έδωσε στον Μωυσή τις Δέκα Εντολές στο Όρος Σινά. Ξαφνικά, ακούστηκε μία δυνατή βροντή στον ουρανό και όλοι είδαν δώδεκα γλώσσες που θύμιζαν φωτιά να κατεβαίνουν από τον ουρανό και να μπαίνουν στο σπίτι όπου βρίσκονταν οι Απόστολοι. Κάθε μία από τις γλώσσες στάθηκε πάνω από το κεφάλι του κάθε Απόστολου. Κατά τον Αγ. Γρηγόριο Παλαμά, με αυτές τις πύρινες γλώσσες πήρε μορφή το Αγ. Πνεύμα.
Τι γιορτάζουμε του Αγίου Πνεύματος;
Ο λόγος που το Αγ. Πνεύμα εμφανίστηκε με τη μορφή πύρινων γλωσσών ήταν αφενός για να δείξει ότι Πατήρ, Υιός και Αγ. Πνεύμα είναι ομοούσιοι και αφετέρου ότι το κήρυγμα των Αποστόλων έχει διπλή ενέργεια, όπως η φωτιά: να φωτίζει τους πιστούς και να παραδίδει τους άπιστους στο πυρ.
Η επιφοίτηση του Αγ. Πνεύματος ήταν η εκπλήρωση της υπόσχεσης που έδωσε ο Χριστός πριν την Ανάληψη. Το Αγ. Πνεύμα, λοιπόν, στάλθηκε για να φωτίσει τους Αποστόλους και να δυναμώσει το έργο τους.
Έπειτα από την επιφοίτηση, οι Απόστολοι βγήκαν από το υπερώο και άρχισαν να κηρύττουν στους Ιουδαίους που βρίσκονταν στα Ιεροσόλυμα, μιλώντας στον καθένα στη γλώσσα του «για τα θαυμαστά έργα του Θεού». Ως αποτέλεσμα, έπειτα και από το κήρυγμα του Πέτρου, βαφτίστηκαν εκείνη την ημέρα 3.000 νέα μέλη της χριστιανικής εκκλησίας και κάπως έτσι ιδρύθηκε η Εκκλησία.
Όπως είχε υποσχεθεί ο Χριστός στους Αποστόλους, από τότε το Αγ. Πνεύμα είναι δίπλα στην Εκκλησία, δίπλα στους πιστούς, καθοδηγεί την Εκκλησία και βοηθάει τους ανθρώπους να γνωρίσουν τον Θεό και να μπορέσουν να αγωνιστούν για τη Σωτηρία της ψυχής τους.
εορτή της Αναλήψεως του Κυρίου, «η χαρά του χωρισμού» στη ζωή μας...!
Toυ π. Αντώνιου Χρήστου, εφημερίου του Ι.Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Δικηγορικών Γλυφάδας
Η Ανάσταση του Χριστού μας κυριαρχεί την περίοδο του Πεντηκοσταρίου, όπως τονίσαμε σε προηγούμενο άρθρο μας. Ο Ιησούς Χριστός μετά την ένδοξο Ανάστασή Του για σαράντα ολόκληρες ημέρες εμφανίζεται και συναναστρέφεται με τους Μαθητές Του (Πράξ. 1,3). Αυτές οι αναμφισβήτητες εμφανίσεις του Κυρίου μας ήταν πολύ ευεργετικές, αφού κατάφεραν τους δύσπιστους και φοβισμένους Μαθητές να τους κάνουν να βιώσουν το γεγονός της Αναστάσεως του Σωτήρος και Διδασκάλου τους και να αποβάλουν κάθε δισταγμό και ψήγμα απιστίας για Εκείνον.
Η Ανάσταση όμως δεν είναι η μόνη σημαντική εορτή της περιόδου του Πεντηκοσταρίου. Την τεσσαρακοστή ημέρα από την Ανάσταση εισερχόμαστε σε μία άλλη, εξίσου σημαντική εορτή, αυτή της Αναλήψεως του Κυρίου.
Στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε ότι η «Ανάσταση», είτε κάποιος είναι πιστός είτε άπιστος, αναπόφευκτα σχετίζεται άμεσα ή έστω έμμεσα με το πρόσωπο του Χριστού, την Εκκλησία και το περιεχόμενο της πίστης γύρω από αυτό το γεγονός. Για την Ανάληψη όμως δυστυχώς δεν είναι έτσι τα πράγματα. Ειδικά ο σύγχρονος άνθρωπος, αν ακούσει ή διαβάσει τη λέξη «Ανάληψη», αυτόματα κάνει συνειρμό που δεν αφορά το πρόσωπο του Χριστού και τα γεγονότα της εορτής, αλλά τα χρήματα, τις τράπεζες, τις συναλλαγές από ΑΤΜ κ.ά. Αυτό από μόνο του πρέπει να μας προβληματίσει όλους μας. Αλλά ας μην ξεφύγουμε από το θέμα μας. Ας επιστρέψουμε στην εορτή.
Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, ο Κύριος τους Μαθητές Του «εξήγαγε έξω έως εις Βηθανίαν», στο Όρος των Ελαιών, όπου συνήθως προσευχόταν, και αφού εσήκωσε τα χέρια «ευλόγησεν αυτούς» (Λουκά, 24,50) Όσο τους ευλογούσε ο Κύριος, «διέστη απ’ αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν», μέχρι που τον έχασαν από τα μάτια τους. Οι Μαθητές, αφού προσκύνησαν, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ με χαρά μεγάλη και έμεναν συνεχώς στον ναό, υμνολογώντας και δοξολογώντας τον Θεό (Λουκά, 24, 51-52). Ο μακαριστός π. Αλέξανδρος Σμέμαν σε αναφορά του για την εορτή της Αναλήψεως γράφει σχετικά: «Πόσο σωστά όμως έκανε κάποιος ιερέας που ονόμασε την ομιλία του για την Ανάληψη “χαρά του χωρισμού”! Φυσικά η Εκκλησία δεν εορτάζει την αναχώρηση του Χριστού. Ο Χριστός είπε: “μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος” (Ματθ. 28, 20) και ολόκληρη η χαρά της χριστιανικής πίστης βρίσκεται στη συνειδητοποίηση της παρουσίας Του, όπως ακριβώς την υποσχέθηκε: “ου γαρ εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί, εν μέσω αυτών” (Ματθ. 18, 20). Δεν γιορτάζουμε την αναχώρηση του Χριστού, αλλά την ανάληψή Του στους ουρανούς».
Αυτό είναι το γεγονός της Ανάληψης του Χριστού μας, ιστορικό, αναμφισβήτητο και χειροπιαστό, αφού στο σημείο όπου συνέβη το γεγονός σώζονται τα ίχνη από τις τελευταίες πατημασιές του Κυρίου μας σε υπάρχοντα μέχρι και σήμερα ναό, ο οποίος μάλιστα είναι στα χέρια μουσουλμάνων. Και το λυπηρό είναι πως για να προσκυνήσει κάποιος εκεί πληρώνει εισιτήριο...! Το αφήνω ασχολίαστο!
Αν συγκρίνουμε τις εορτές της Αναστάσεως και της Αναλήψεως, διαπιστώνουμε ευθύς αμέσως μία μεγάλη διαφορά: η πρώτη εορτή έγινε απουσία των Μαθητών, ενώ η δεύτερη με τους έντεκα Μαθητές. Στην Ανάσταση διαπιστώνουμε ότι μέχρι να βεβαιωθούν όλοι οι Μαθητές, ένιωθαν φόβο και είχαν αμφισβήτηση, ενώ στην Ανάληψη, αντιθέτως, έχουν χαρά, πίστη και βεβαιότητα, αν και έχουμε σωματικό χωρισμό των Μαθητών από τον Διδάσκαλο. Η Ανάληψη επίσης επιβεβαιώνει το γεγονός της Αναστάσεως, γιατί προϋποθέτει ότι, για να συμβεί και αφού είναι ένα γεγονός εμπειρίας και των έντεκα Μαθητών, που δεν χωράει αμφιβολία και αμφισβήτηση, έγινε σίγουρα και η Ανάσταση. Γιατί, αν δεν έγινε η Ανάσταση, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί και η μεταγενέστερη Ανάληψη.
Η Ανάσταση του Χριστού μας κυριαρχεί την περίοδο του Πεντηκοσταρίου, όπως τονίσαμε σε προηγούμενο άρθρο μας. Ο Ιησούς Χριστός μετά την ένδοξο Ανάστασή Του για σαράντα ολόκληρες ημέρες εμφανίζεται και συναναστρέφεται με τους Μαθητές Του (Πράξ. 1,3). Αυτές οι αναμφισβήτητες εμφανίσεις του Κυρίου μας ήταν πολύ ευεργετικές, αφού κατάφεραν τους δύσπιστους και φοβισμένους Μαθητές να τους κάνουν να βιώσουν το γεγονός της Αναστάσεως του Σωτήρος και Διδασκάλου τους και να αποβάλουν κάθε δισταγμό και ψήγμα απιστίας για Εκείνον.
Η Ανάσταση όμως δεν είναι η μόνη σημαντική εορτή της περιόδου του Πεντηκοσταρίου. Την τεσσαρακοστή ημέρα από την Ανάσταση εισερχόμαστε σε μία άλλη, εξίσου σημαντική εορτή, αυτή της Αναλήψεως του Κυρίου.
Στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε ότι η «Ανάσταση», είτε κάποιος είναι πιστός είτε άπιστος, αναπόφευκτα σχετίζεται άμεσα ή έστω έμμεσα με το πρόσωπο του Χριστού, την Εκκλησία και το περιεχόμενο της πίστης γύρω από αυτό το γεγονός. Για την Ανάληψη όμως δυστυχώς δεν είναι έτσι τα πράγματα. Ειδικά ο σύγχρονος άνθρωπος, αν ακούσει ή διαβάσει τη λέξη «Ανάληψη», αυτόματα κάνει συνειρμό που δεν αφορά το πρόσωπο του Χριστού και τα γεγονότα της εορτής, αλλά τα χρήματα, τις τράπεζες, τις συναλλαγές από ΑΤΜ κ.ά. Αυτό από μόνο του πρέπει να μας προβληματίσει όλους μας. Αλλά ας μην ξεφύγουμε από το θέμα μας. Ας επιστρέψουμε στην εορτή.
Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, ο Κύριος τους Μαθητές Του «εξήγαγε έξω έως εις Βηθανίαν», στο Όρος των Ελαιών, όπου συνήθως προσευχόταν, και αφού εσήκωσε τα χέρια «ευλόγησεν αυτούς» (Λουκά, 24,50) Όσο τους ευλογούσε ο Κύριος, «διέστη απ’ αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν», μέχρι που τον έχασαν από τα μάτια τους. Οι Μαθητές, αφού προσκύνησαν, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ με χαρά μεγάλη και έμεναν συνεχώς στον ναό, υμνολογώντας και δοξολογώντας τον Θεό (Λουκά, 24, 51-52). Ο μακαριστός π. Αλέξανδρος Σμέμαν σε αναφορά του για την εορτή της Αναλήψεως γράφει σχετικά: «Πόσο σωστά όμως έκανε κάποιος ιερέας που ονόμασε την ομιλία του για την Ανάληψη “χαρά του χωρισμού”! Φυσικά η Εκκλησία δεν εορτάζει την αναχώρηση του Χριστού. Ο Χριστός είπε: “μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος” (Ματθ. 28, 20) και ολόκληρη η χαρά της χριστιανικής πίστης βρίσκεται στη συνειδητοποίηση της παρουσίας Του, όπως ακριβώς την υποσχέθηκε: “ου γαρ εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί, εν μέσω αυτών” (Ματθ. 18, 20). Δεν γιορτάζουμε την αναχώρηση του Χριστού, αλλά την ανάληψή Του στους ουρανούς».
Αυτό είναι το γεγονός της Ανάληψης του Χριστού μας, ιστορικό, αναμφισβήτητο και χειροπιαστό, αφού στο σημείο όπου συνέβη το γεγονός σώζονται τα ίχνη από τις τελευταίες πατημασιές του Κυρίου μας σε υπάρχοντα μέχρι και σήμερα ναό, ο οποίος μάλιστα είναι στα χέρια μουσουλμάνων. Και το λυπηρό είναι πως για να προσκυνήσει κάποιος εκεί πληρώνει εισιτήριο...! Το αφήνω ασχολίαστο!
Αν συγκρίνουμε τις εορτές της Αναστάσεως και της Αναλήψεως, διαπιστώνουμε ευθύς αμέσως μία μεγάλη διαφορά: η πρώτη εορτή έγινε απουσία των Μαθητών, ενώ η δεύτερη με τους έντεκα Μαθητές. Στην Ανάσταση διαπιστώνουμε ότι μέχρι να βεβαιωθούν όλοι οι Μαθητές, ένιωθαν φόβο και είχαν αμφισβήτηση, ενώ στην Ανάληψη, αντιθέτως, έχουν χαρά, πίστη και βεβαιότητα, αν και έχουμε σωματικό χωρισμό των Μαθητών από τον Διδάσκαλο. Η Ανάληψη επίσης επιβεβαιώνει το γεγονός της Αναστάσεως, γιατί προϋποθέτει ότι, για να συμβεί και αφού είναι ένα γεγονός εμπειρίας και των έντεκα Μαθητών, που δεν χωράει αμφιβολία και αμφισβήτηση, έγινε σίγουρα και η Ανάσταση. Γιατί, αν δεν έγινε η Ανάσταση, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί και η μεταγενέστερη Ανάληψη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
