Τετάρτη 23 Μαΐου 2018

Πρέπει να είσαι απαιτητικός; (Νικολάι Μπερντιάεφ)


stoxasmoi
Οι άνθρωποι της εποχής μας, που βρίσκονται μακριά από το Χριστιανισμό, υποστηρίζουν με πείσμα πως η χριστιανική Εκκλησία έπρεπε να αποτελείται από τέλειους και άγιους ανθρώπους. Οι ίδιοι αυτοί κατηγορούν την Εκκλησία ότι προσφέρει καταφύγιο στους αμαρτωλούς, σε ατελείς ψυχές, σε ψευδοχριστιανούς. Είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα επιχειρήματα ενάντια στο Χριστιανισμό. Αλλά το επιχείρημα αυτό δεν κατανοεί τη φύση της Εκκλησίας και τελικά λησμονεί την ουσία της, γιατί η Εκκλησία πριν απ’ όλα υπάρχει για τους αμαρτωλούς, τους ατελείς και τους ελεεινούς. Κατεβαίνει στον κόσμο και μοχθεί ανάμεσα στα καταποντισμένα από την αμαρτία στοιχεία. Ουράνια κατά την καταγωγή και αιώνια κατά την αρχή της εργάζεται στο χώρο και το χρόνο χωρίς να ξεφεύγει στα άκρα, δηλαδή μακριά από τον αμαρτωλό κόσμο ή αδιάφορη για τα βάσανά του. Βασική της υποχρέωση είναι η βοήθεια κι η σωτηρία του κόσμου για την αιώνια ζωή, η εξύψωσή του στον ουρανό.

Η ουσία του Χριστιανισμού βρίσκεται στη συνάντηση της αιωνιότητας και του χρόνου, του ουρανού και της γης, του θείου και του ανθρώπινου, κι όχι στην απομάκρυνσή τους. Το ανθρώπινο και το πρόσκαιρο δεν μπορεί να αγνοηθεί και να παραμεληθεί, αλλά να φωτιστεί και να μεταμορφωθεί.
Στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού εμφανίστηκε μια αιρετική κίνηση που ονομαζόταν «μοντανισμός». Η κίνηση αυτή δίδασκε πως η Εκκλησία έπρεπε να αποτελείται αποκλειστικά από τέλειες και άγιες υπάρξεις, και απαιτούσε οι αμαρτωλοί κι οι μη τέλειοι να απομακρυνθούν από τους κόλπους της. Για τους μοντανιστές η Εκκλησία ήταν μια κοινότητα που δέχτηκε τα ιδιαίτερα δώρα του Αγίου Πνεύματος. Έτσι, το πιο μεγάλο τμήμα της αμαρτωλής ανθρωπότητας τοποθετήθηκε μακριά από το Χριστιανισμό. Η εκκλησιαστική συνείδηση καταδίκασε το μοντανισμό και ομολόγησε πίστη στην Εκκλησία των μετανοιωμένων αμαρτωλών. Οι άγιοι είναι το οχυρό και το στήριγμα της Εκκλησίας, αλλ’ αυτή δεν εξαρτάται αποκλειστικά απ’ αυτούς, γιατί ολόκληρη η ανθρωπότητα, η ανθρωπότητα που αναζητά τη σωτηρία της, ανήκει σ’ όλα τα επίπεδα της τελείωσης. Η Εκκλησία στη γη είναι «στρατευμένη» και αγωνίζεται ενάντια στο κακό και την αμαρτία, αλλά δεν είναι ακόμα η «θριαμβεύουσα». Ο Χριστός ο ίδιος ήταν κοντά στους τελώνες και τους αμαρτωλούς, μολονότι τον κατηγορούσαν οι Φαρισαίοι. Κι η Εκκλησία του πρέπει να είναι όμοια· δεν πρέπει να αποτελείται αποκλειστικά από αγνές υπάρξεις· οφείλει να είναι πάντοτε μ’ εκείνους που χάνονται. Ο Χριστιανισμός, που θα αναγνώριζε μόνο τέλειες υπάρξεις, θα ήταν ένας φαρισαϊκός Χριστιανισμός. Η συμπάθεια, η συγχώρηση, η αγάπη στον πλησίον, μ’ όλες τις ελλείψεις και τα σφάλματά τους, είναι έργο της χριστιανικής αγάπης κι ο δρόμος για την τελείωσή της. Η ενοχοποίηση του Χριστιανισμού για το σκοτάδι, που θα εξαφανίσει την Εκκλησία μέσα στην αποστολή της, είναι επίσης φαρισαϊκή. Άλλωστε, δεν έχει αποδειχτεί πως οι ίδιοι οι κατήγοροι είναι τόσο καθαροί και τέλειοι.

Σʼ έναν τακτικό αναγνώστη της Αγίας Γραφής, που ρωτά γιατί το Αγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε με τη μορφή πύρινης γλώσσας (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


theologia
Όταν ο Κύριος βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη το Αγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε εν είδει περιστεράς. Εμφανίσθηκε όχι για να προσθέσει κάτι στον Χριστό, αλλά συμβολικά, έτσι ώστε να δείξει αυτό που υπάρχει μέσα στον Χριστό: την ακακία, την καθαρότητα και την ταπεινότητα. Αυτό συμβολίζει το περιστέρι. Όταν οι απόστολοι συγκεντρώθηκαν την πεντηκοστή ημέρα από την ημέρα της Ανάστασης, το Αγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε με τη μορφή πύρινων γλωσσών. Εμφανίσθηκε ως πύρινη γλώσσα για να τους αφαιρέσει κάτι και να τους προσθέσει κάτι. Δηλαδή, να αφαιρέσει από αυτούς κάθε αμαρτία, κάθε αδυναμία, φόβο και ακαθαρσία της ψυχής και να τους δωρίσει τη δύναμη, το φως και τη ζεστασιά. Οι πύρινες γλώσσες επισημαίνουν συμβολικά αυτά τα τρία: τη δύναμη, το φως και τη ζεστασιά.
Γνωρίζεις ότι το πυρ είναι δυνατό, γνωρίζεις πως φωτίζει και ζεσταίνει. Αλλά όταν μιλάς για το Αγιο Πνεύμα πρόσεξε να μην σκέπτεσαι υλικά αλλά πνευματικά. Γίνεται λόγος λοιπόν, για την πνευματική δύναμη, για το πνευματικό φως και για την πνευματική ζεστασιά. Και αυτά είναι: η δυνατή θέληση, ο φωτισμένος νους και η ζέση της αγάπης. Μ΄αυτά τα τρία πνευματικά όπλα εξόπλισε το Αγιο Πνεύμα τους στρατιώτες του Χριστού για να αντιμετωπίσουν τον κόσμο. Ο Διδάσκαλος τους είχε απαγορεύσει ακόμα και ράβδο να φέρουν από τα επίγεια όπλα.

Λόγος εις την Πεντηκοστήν (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)


theologia
Όταν συμπληρωνόταν η πεντηκοστή ημέρα μετά την Ανάσταση, της οποίας έφθασε τώρα η μνήμη, ενώ όλοι οι μαθητές ήσαν συγκεντρωμένοι μαζί και ευρίσκονταν ομόψυχοι στο υπερώο (οίκος) εκείνου του ιερού, αλλά και στο προσωπικό του υπερώο, στο νου του, συναγμένος ο καθένας τους (διότι ήσαν σε ησυχία και αφιερωμένοι στη δέηση και στους ύμνους προς το Θεό), ξαφνικά, λέγει ο ευαγγελιστής Λουκάς, «ακούσθηκε ήχος από τον ουρανό, σαν από ορμή βιαίου ανέμου και εγέμισε τον οίκο όπου κάθονταν».(Πραξ.2, 1-11). Είναι βίαιος γιατί νικά τα πάντα και ξεπερνά τα τείχη του πονηρού, γκρεμίζει κάθε οχύρωμα του εχθρού, ταπεινώνει τους υπερήφανους, ανυψώνει τους ταπεινούς στη καρδιά και διασπά τους συνδέσμους των αμαρτημάτων. Γέμισε δε ο οίκος εκείνος στον οποίο κάθονταν, καθιστώντας τον, κολυμβήθρα πνευματική και εκπληρώνοντας την επαγγελία του Σωτήρα, που τους έλεγε, πριν αναληφθεί: «Ο μεν Ιωάννης βάπτισε με νερό, εσείς δε θα βαπτισθήτε με άγιο Πνεύμα, όχι έπειτα από πολλές μέρες». Αλλά και το όνομα που έδωσε σ’ αυτούς το έδειξε να αληθεύει. Διότι δια του ήχου αυτού από τους ουρανούς οι Απόστολοι έγιναν πραγματικά υιοί βροντής. «Και φάνηκαν σ’ αυτούς γλώσσες διαμεριζόμενες ωσάν πυρός και στον καθένα τους κάθισε από μια κι’ εγέμισαν όλοι άγιο Πνεύμα και μιλούσαν άλλες γλώσσες, όπως τους έδιδε το Πνεύμα να μιλούν».
Αλλά για ποιό λόγο φάνηκε το Πνεύμα σε σχήμα γλωσσών;
Αφ’ ενός για να επιδείξει τη συμφυϊα του, τη σχέση του με το Λόγο του Θεού, γιατί τίποτε δεν είναι συγγενέστερο από τη γλώσσα προς το λόγο. Συγχρόνως δε και για τη χάρη της διδασκαλίας, γιατί ο κατά Χριστό διδάσκαλος χρειάζεται χαριτωμένη γλώσσα.
Γιατί δε φανερώθηκε το άγιο Πνεύμα με πύρινες γλώσσες;
Όχι μόνο για το ομοούσιο του Πνεύματος προς το Πατέρα και τον Υιό (γιατί πυρ είναι ο Θεός μας), αλλά και για τη διπλή ενέργεια του κηρύγματος των Αποστόλων. Γιατί μπορεί συγχρόνως να ευεργετεί και να τιμωρεί. Όπως το πυρ έχει διπλή ιδιότητα και να φωτίζει και να φλογίζει, έτσι και ο λόγος της διδασκαλίας, αυτούς που υπακούουν φωτίζει και αυτούς που απειθούν παραδίδει τελικά σε πυρ και κόλαση. Είπε δε γλώσσες, όχι πυρός, αλλά σαν πυρός, για να μη νομίσει κανείς ότι το πυρ εκείνο είναι αισθητό και υλικό, αλλά να αντιληφθούμε την επιφάνεια του Πνεύματος σαν με παράδειγμα.
 
Για ποιό λόγο δε οι γλώσσες φάνηκαν να διαμερίζονται σ’ αυτούς;
Γιατί μόνο στο Χριστό που ήλθε και αυτός από πάνω δεν δίδεται με μέτρο το Πνεύμα από το Πατέρα. Εκείνος και κατά σάρκα ακόμη είχε ολόκληρη τη θεία δύναμη και την ενέργεια, ενώ σε κανέναν άλλο δεν έγινε χωρητή όλη η χάρη του Πνεύματος, αλλά ατομικά ο καθένας αποκτά άλλος το ένα και άλλος το άλλο από τα χαρίσματα, για να μη νομίσει κανείς ότι η από το Πνεύμα διδόμενη στους αγίους χάρη είναι φύση.
Το δε εκάθισε δεν υποδηλώνει μόνο το δεσποτικό αξίωμα, αλλά και το ενιαίο του θείου Πνεύματος. Κάθισε πάνω στό καθένα τους και πληρώθηκαν όλοι άγιο Πνεύμα, γιατί και όταν μερίζεται κατά τις διάφορες δυνάμεις και ενέργειές του, δια της καθεμιάς ενέργειας παρευρίσκεται και ενεργεί ολόκληρο το άγιο Πνεύμα, αμερίστως μεριζόμενο και ολοκληρωτικά μετεχόμενο, κατά την εικόνα της ηλιακής ακτίνας. Λαλούσαν δε άλλες γλώσσες, δηλαδή διαλέκτους, διότι έγιναν όργανα του θείου Πνεύματος, ενεργούντα και κινούμενα κατά τη θέληση και δύναμη εκείνου.
Αυτά προαναγγέλθηκαν και μέσω των προφητών του, όπως δια του Ιεζεκιήλ: «θα σας δώσω καρδιά νέα και Πνεύμα νέο θα βάλω μέσα σας, το Πνεύμα μου». (Ιεζ. 36,26). Δια του Ιωήλ: «και κατά τις έσχατες μέρες θα εκχύσω από το Πνεύμα μου επάνω σε κάθε σάρκα». (Ιωήλ 2,28). Δια του Μωυσή: «ποιός θα καταστήσει προφήτες όλο το λαό του Κυρίου, όταν δώσει ο Κύριος σ’ αυτούς το Πνεύμα του;».

Πώς έγινε ο Πάπας "αλάθητος" ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο. Προετοιμασία της συνόδου Π. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ



            Το Β’ κεφάλαιο τιτλοφορείται: «Ο Χειρισμός της συζητήσεως για το αλάθητο» (σελ. 24-72). Ο συγγραφεύς παρουσιάζει με μια εξαιρετική περιγραφική και διαλεκτική δύναμη την πορεία των συζητήσεων πάνω στο καινοφανές δόγμα. Αρχίζει δε με τις αντιδράσεις ήδη μέσα στην ίδια την Κούρια. Στις 6 Δεκ. 1864, μετά από ερώτηση του πάπα, μόνο ένας από τους 15 καρδιναλίους τάχθηκε υπέρ της ανακηρύξεως του νέου δόγματος. Η ιδέα συγκλήσεως Συνόδου μάλιστα έπεσε σαν κεραυνός. Η Σύνοδος όμως ήταν ιδιαίτερος πόθος του Πίου Θ’ … Έτσι σιγά-σιγά και η Κούρια προτίμησε να συνταχθή με τον πάπα. Έμειναν παρ’ όλα αυτά και οι διαφωνούντες, για θεολογικούς ή πολιτικούς λόγους (π.χ. οι καρδινάλιοι Φίλιππος Μαρία Γουΐντι, Γκ. Άντ. Χοενλόε-Σίλλιγκσφύρστ, Γκιούζ. Μπεράρντι, Καμίλλο ντι Πιέτρο, Ντομ. Καράφα κ.λπ.). ο καρδινάλιος Αντονέλλι αντιτάχθηκε για πολιτικούς λόγους. Λόγω μάλιστα της συστηματοποιήσεως της αντιδράσεως άρχισαν να αναδύονται φόβοι σχίσματος. Αποδεικνύεται λοιπόν – κατά τον συγγραφέα – ότι δεν ήταν η Κούρια η «κινούσα δύναμις» σχετικά με το νέο δόγμα.
            Το δόγμα ήταν πάνω   απ’ όλα επιθυμία του πάπα. Στο πλευρό του στέκονταν περίπου 50 επίσκοποι – συνεργάτες του. Κάπου 130 εκδηλώθηκαν σαφώς κατά του δόγματος, γύρω στους 500 δε (επισκόπους) ήταν οι αδιάφοροι ή αναποφάσιστοι. Φανατικοί υποστηρικτές του πάπα ήσαν φυσικά οι Ιησουΐτες. Οι τελευταίοι χρησιμοποίησαν όλα τα εις την διάθεσή τους μέσα για τον προπαγανδισμό του δόγματος: κήρυγμα, εξομολογητήριο, δημοσιεύσεις, θρησκευτικούς συλλόγους. Βασικό τους όργανο ήταν το περίφημο περιοδικό του Βατικανού «Civiltà Cattolica». Δύο επιφανείς κληρικοί της εποχής, ο αρχιεπίσκοπος του Ουστμίνστερ Χένρυ Έντουαρντ Μάννιγκ και ο επίσκοπος του Ρέγκενσμπουργκ Ιγνάτιος φον Σενεστράϊ αναδείχθηκαν οι φανατικότεροι υποστηρικτές του αλαθήτου.
            Η παπική Βούλα της 8 Σεπτ. 1868, με την οποία συντελείτο η νέα Σύνοδος (Α’ Βατικανή), δεν έκανε καμμιά νύξη για το αλάθητο. Έπρεπε να φανή τούτο ως αίτημα Κλήρου και Λαού. Έτσι στις 6 Φεβρ. 1869 η «Civiltà Cattolica» πήρε την σχετική πρωτοβουλία και παρουσίασε ως αίτημα των «γνησίων καθολικών» της Γαλλίας την ανακήρυξη του νέου δόγματος. (Πάντα η Γαλλία εμφανίζεται ως το «αγαπημένο παιδί» του Παπισμού, εν αντιθέσει προς την δύσκολη και ανυπότακτη Γερμανία!) Βέβαια όλα κατευθύνονταν από το Βατικανό. Έπρεπε όμως να υποκινηθούν και οι επίσκοποι σε μια πραγματική «σταυροφορία» υπέρ του αλαθήτου. Το πρώτο σε χρήση μέσο ήταν οι ποιμαντορικές εγκύκλιοι, που φυσικά έπαιρναν τη γραμμή τους από την Ρώμη. Η προσπάθεια ενισχυόταν έμμεσα από τον δισταγμό των αντιπάλων του νέου δόγματος να πάρουν φανερά μέρος στον αγώνα. Η Ρώμη όμως είχε κατορθώσει να δημιουργήσει φιλοπαπικό ρεύμα ισχυρό μέσα στις επαρχίες των διαφωνούντων επισκόπων. Έτσι παρουσιαζόταν το αλάθητο ως καθολικό λαϊκό αίτημα. Οι υποστηρικτές του αλαθήτου δέχονταν ιδιαίτερες τιμές από τον πάπα. Το ίδιο και οι δημοσιογράφοι, που δημοσιογραφούσαν υπέρ της παπικής αξιώσεως, δέχονταν υψηλές τιμητικές διακρίσεις.

Πώς έγινε ο Πάπας "αλάθητος" ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο. Από τον Ραββί Ιησού, στον "αλάθητο" πάπα Π. ΜΕΤΑΛΛΗΝΜΟΣ



Το πρώτο κεφάλαιο (σελ. 3-23) φέρει τον τίτλο: «Από τον Ραββί Ιησού στον αλάθητο πάπα». Ο συγγραφεύς παρουσιάζει σύντομα την ιστορική εξέλιξη του προβλήματος του αλαθήτου, για να φανεί ο τρόπος επιβολής του στον Παπισμό.
            Έτσι μεταξύ των άλλων λέγει: Στην δισχιλιετή ιστορία του Χριστιανισμού διαμορφώθηκαν  πολλές Εκκλησίες. Ομολογίες και Αιρέσεις που επικαλούνται όλες το όνομα του Χριστού. Μία από τις πολλές αυτές ομολογίες είναι και η «Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία», που θεωρεί τον εαυτό της ως την μόνη αληθινή Εκκλησία. Ο Προκαθήμενος της πάπας χαρακτηρίζεται ως Βικάριος-Αντιπρόσωπος του Χριστού. Απαιτεί άμεση ηγεσία σ’ ολόκληρη την Εκκλησία και το αλάθητο για κάθε του απόφαση «εκ καθέδρας» επί ζητημάτων πίστεως και ηθών. Ποιος δρόμος οδηγεί από τον Ραββί Ιησού στον αλάθητο πάπα και Βασιλέα της Ρώμης;
            Εν συνεχεία ο συγγραφεύς προσπαθεί να τονίσει την τεράστια διαφοροποίηση  που επήλθε στο χώρο του Παπισμού, όταν συγκρίνεται η σημερινή «Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία» προς ό,τι ίδρυσε στον κόσμο ο Χριστός. Βέβαια στα ερμηνευτικά θέματα ο συγγραφεύς φαίνεται επηρεασμένος από τον Προτεσταντισμό, όπως άλλωστε και ο πνευματικός πατέρας του Κυνγκ, κυρίως δε από την εξουθενωτική για κάθε έννοια παραδόσεως μέθοδο της απομυθεύσεως του R. Bultmann. Έτσι δεν δέχεται π.χ. ο συγγραφεύς ότι ο Χριστός μίλησε ποτέ για το «αλάθητό» του (σελ. 3). Τι άλλο όμως σημαίνουν τα λόγια του: «Εγώ ειμι η οδός και η αλήθεια και η ζωή;» (Ιω. 14, 6. Πρβλ. Ιω 8, 40.45. Ιω. 16, 7 κ.λπ.).
            Βέβαια με την μέθοδο της απομυθεύσεως ο «επιστήμων» γίνεται αυθεντία και κριτήριο της θείας Αληθείας και αποφαίνεται αυτός, τι κατά την γνώμη του είπε ο Χριστός και τι όχι.

Πώς έγινε ο Πάπας "αλάθητος" ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο. Εισαγωγή Δύναμη και αδυναμία Ένας δριμύς πολέμιος του αλαθήτου Για να μάθει ο λαός μας Π. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ



            Αντηχούν ακόμη οι θριαμβευτικές ιαχές του Πολωνικού λαού, που υπεδέχθη για πρώτη φορά στην ιστορία του, στην ίδια του την χώρα, ένα πάπα, και μάλιστα καταγόμενο από την Πολωνία. Οι αντιχριστιανικές δυνάμεις κάνουν το παν να περιορίσουν την σημασία του γεγονότος, το οποίο, όπως είναι φυσικό, έχει λάβει τεράστιες πολιτικο-κοινωνικές διαστάσεις. Οι Χριστιανοί όλου του κόσμου βρήκαν – και δίκαια – μια μοναδική ευκαιρία, για να αποδείξουν την ακατάβλητη δύναμη του θρησκευτικού συναισθήματος, που τίποτε δεν μπορεί να το εξαφανίσει από τα βάθη της ανθρώπινης υπάρξεως. Εύστοχα επίσης έγινε λόγος για «επίδειξη δυνάμεως» του διωκομένου Χριστιανισμού εις το κομμουνιστικό – μαρξιστικό περιβάλλον, το οποίο με τους διωγμούς του δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να συντηρεί την Εκκλησία των Κατακομβών, που ενσαρκώνει στην εποχή μας τον πρωτοχριστιανικό δυναμισμό της Εκκλησίας. Υπήρξαν όμως πολλοί και εκείνοι, που, κινούμενοι στο γνωστό ιδεολογικό – εξωπραγματικό κλίμα ενός θρησκευτικού φιλειρηνισμού, είδαν την υποδοχή του πάπα Ιωάννου – Παύλου Β’ από τον Πολωνικό Λαό ως μία προσωπική επιτυχία του πάπα και του Παπισμού, ο οποίος μπόρεσε έτσι να δείξει την δύναμη που διαθέτει και την επιρροή που μπορεί να ασκεί πάνω στους οπαδούς του.
            Είναι όμως γραφικά αποκεκαλυμμένο και ιστορικά βεβαιωμένο, ότι ο Θεός αποδεικνύει την επηρμένη ανθρώπινη δύναμη ως αδυναμία (βλ. Α’ Κορ. Ι, 18. 24. 27. κ.λπ.), διότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη δύναμη από την Αλήθεια. Μια εγκόσμια δύναμη, λοιπόν, που στηρίζεται στην πλάνη και την διαστρέβλωση της αιωνίας θείας Αληθείας, όσο και αν παρουσιάζεται στα μάτια του κόσμου πανίσχυρη και ακατάβλητη, κρύπτει μέσα της την τραγικότερη αδυναμία, που μάταια προσπαθεί να καλύψει με την εξωτερική της λάμψη και επιτυχία. Παρά τα αμύθητα πλούτη του και την παγκόσμια διπλωματική επιρροή του ο Παπισμός, επειδή είναι θεμελιωμένος, ως «σύστημα», στην παραχάραξη και αλλοίωση της χριστιανικής αλήθειας, μοιάζει με «βασιλείαν μερισθείσαν καθ’ εαυτής» (Ματθ. 12, 25), γιατί συνεχώς δέχεται στα ίδια του τα σπλάγχνα τις εκρήξεις της αμφισβητήσεως και αμφιβολίας, εκ μέρους των οπαδών του εκείνων, που κατορθώνουν, παρά το βάρος της καταθλιπτικής παραδόσεως που σηκώνουν, να διακρίνουν, με την δύναμη της επιστήμης, το μέγεθος της αλλοτριώσεως, την οποία υπέστη ο Χριστιανισμός ως θεία Αποκάλυψη στον χώρο του Παπισμού. Τούτο αποκαλύπτει ένα σπουδαίο βιβλίο, που μόλις προ τριών μηνών εξεδόθη στα γερμανικά και που έρχεται να αποδείξει πόσο μεγάλο λάθος κάνουν εκείνοι, που εν ονόματι, όπως είπαμε, ενός αθεμελίωτου φιλειρηνισμού είναι πρόθυμοι να αμνηστεύσουν τον Παπισμό σαν σύστημα και να τον αναγνωρίσουν σαν Εκκλησία.

Σάββατο 28 Απριλίου 2018

Πρωτοπρ. Βασίλειος Βολουδάκης, Η Ανάληψη του Χριστού, θέωση του ανθρώπου


ΘΕΩΣΗ  ΤΟΥ  ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ μας ἀποτελεῖ τὴν ἀποκορύφωση τῆς Ἐνσάρκου Οἰκονομίας Του: «Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκὶ ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ» (1 Τιμ. 3, 16). Αὐτὴ ἡ ἀποκορύφωση τῆς Ἐνσάρκου Οἰκονομίας Τοῦ Χριστοῦ εἶναι καὶ ἡ ἀποκορύφωση τοῦ ἀνθρωπίνου Γένους μας, ἡ οἰκείωση καὶ ἡ μετοχή μας στὴν ἄφθαρτη ἀλλὰ καὶ ἄτρεπτη ἀνθρώπινη φύση μας ἡ ὁποία, ὄχι μόνο ἀποκατεστάθη στὴν προπτωτική της κατάσταση ἀλλά καὶ ἐθεώθη χωρὶς τὸν κίνδυνο πλέον τῆς πτώσεως καὶ τῆς ἀποκοπῆς της ἀπὸ τὸν Θεό.

Ἡ σημασία τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ ἀνθρώπινο Γένος δὲν ἔχει γίνει κατανοητὴ ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους χριστιανοὺς λαϊκοὺς καὶ Κληρικούς, γιατὶ δὲν ἔχουμε συνειδητοποιήσει ὅτι ὅλα τὰ γεγονότα τῆς Ἐνσάρκου Οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ μας ἀφοροῦν ἄμεσα τὴν προσωπικὴ ζωὴ τοῦ καθενός μας, τὴν παροῦσα καὶ τὴν Μέλλουσα.
Ἀρκούμεθα στὴν ἐν πολλοῖς ἀόριστη ἀκαδημαϊκὴ γνώση τῆς Θεολογίας καὶ δὲν ἐμβαθύνουμε στὶς λεπτομέρειες τῆς ἀνθρώπινης φύσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴν λειτουργία Της, λησμονῶντας πὼς αὐτὴ ἡ ἐμβάθυνση δὲν εἶναι ματαία ἐνασχόληση, ἀλλὰ ἡ ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ μετοχή μας στὴν αἰώνια ζωή, ἀφοῦ ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς τὸ εἶπε: «αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον Ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν» (Ἰω. 17, 3).
Χωρὶς τὴν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ μας θὰ ἔμενε ἀνολοκλήρωτη ἡ σωτηρία μας, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἀνάστασή Του θὰ ὁδηγοῦσε τὴν ἀνθρώπινη φύση μας, μέχρι τὴν ἀθανασία ἀλλὰ ὄχι στὴν Θέωσή της.
Γιὰ νὰ ἐννοήσουμε καλύτερα τὴν ἐν προκειμένῳ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας πρέπει νὰ ἀναφερθοῦμε μὲ περισσότερη σαφήνεια στὰ προγενέστερα στάδια τῆς Ἐνσάρκου Οἰκονομίας καὶ αὐτὸ θὰ τὸ ἐπιχειρήσουμε μὲ ὅσο τὸ δυνατὸν μεγαλύτερη συντομία.
Ζητῶ ἀπὸ σᾶς τοὺς καλοὺς ἀναγνῶστες νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ παραθέσω –παράλληλα μὲ τὴν ὑγιᾶ διδασκαλία– καὶ παρανοήσεις καὶ κακοδοξίες Ὀρθοδόξων Θεολόγων, χωρὶς νὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματά τους, παρ’ ὅτι κάποιοι νέοι θεολόγοι τοὺς χρησιμοποίησαν καὶ τοὺς χρησιμοποιοῦν, ἀγκιστρωμένοι στὴν Προτεσταντική, κυρίως, Χριστολογία, ποὺ διδάχθηκαν οἱ καθηγητὲς τῶν Θεολογικῶν μας Σχολῶν κυρίως στὴν Γερμανία. Εἶναι, συνεπῶς περιττὸ νὰ ὑπογραμμίσουμε ὅτι ὑπάρχει βαθὺ χάσμα μεταξὺ τῆς Ἀκαδημαϊκῆς Θεολογίας καὶ τῆς Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἡ διαστρέβλωση τῆς Χριστολογίας ἀρχίζει μὲ τὴν συγκεχυμένη θεολογία ποὺ ἐπικρατεῖ ὡς πρὸς τὴν ἀνθρώπινη φύση ποὺ ἔλαβε ὁ Χριστὸς γενόμενος ἄνθρωπος. Ἡ Ἐκκλησία μας ὁμολογεῖ ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύσις τοῦ Χριστοῦ «ἐξ ἄκρας συλλήψεώς» της στὴν Παρθενικὴ Μήτρα τῆς Θεοτόκου εἶναι «ὁμόθεος», «τεθεωμένη», λόγῳ τῆς Ὑποστατικῆς ἑνώσεώς της στὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητο καὶ διακηρύσσεται καὶ ἀπὸ πολλοὺς Ἁγίους Πατέρας ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ «Συνοδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας»: «Τῶν λεγόντων ὅτι ἡ σάρξ τοῦ Κυ­ρίου, ἐξ αὐτῆς ἑνώ­σεως ὑπερυ­ψω­θεῖ­σα, καί ἀνωτάτω πάσης τι­μῆς ὑπερ­κειμέ­νη, ὡς ἐξ ἄκρας ἑνώ­σε­ως ὁμόθεος γενομένη, ἀμε­τα­βλή­τως, ἀνα­λοι­ώ­τως, ἀσυχγύτως, καί ἀτρέπτως, διά τήν καθ’ Ὑπό­στα­­σιν Ἕνω­σιν, καί ἀχωρίστως καί ἀδιασπάστως μένουσα τῷ προσ­λα­βομένῳ αὐτήν Θεῷ Λόγῳ, ἰσοκλεῶς αὐτοτιμᾶται καί προσκυνεῖται μιᾷ προσκυνήσει, καί τοῖς βασιλικοῖς καί θεῖοις ἐγκαθίδρυται θρόνοις ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ καί Πατρός ὡς τά τῆς Θεότητος αὐχήματα τῷ τρόπῳ τῆς ἀντιδόσεως, καταπλουτίσασα, σωζωμένων τῶν ἰδιο­τή­των τῶν Φύσεων, Αἰωνία ἡ μνήμη!».