Οι άνθρωποι της εποχής μας,
που βρίσκονται μακριά από το Χριστιανισμό, υποστηρίζουν με πείσμα πως η
χριστιανική Εκκλησία έπρεπε να αποτελείται από τέλειους και άγιους
ανθρώπους. Οι ίδιοι αυτοί κατηγορούν την Εκκλησία ότι προσφέρει
καταφύγιο στους αμαρτωλούς, σε ατελείς ψυχές, σε ψευδοχριστιανούς. Είναι
ένα από τα πιο συνηθισμένα επιχειρήματα ενάντια στο Χριστιανισμό. Αλλά
το επιχείρημα αυτό δεν κατανοεί τη φύση της Εκκλησίας και τελικά
λησμονεί την ουσία της, γιατί η Εκκλησία πριν απ’ όλα υπάρχει για τους
αμαρτωλούς, τους ατελείς και τους ελεεινούς. Κατεβαίνει στον κόσμο και
μοχθεί ανάμεσα στα καταποντισμένα από την αμαρτία στοιχεία. Ουράνια κατά
την καταγωγή και αιώνια κατά την αρχή της εργάζεται στο χώρο και το
χρόνο χωρίς να ξεφεύγει στα άκρα, δηλαδή μακριά από τον αμαρτωλό κόσμο ή
αδιάφορη για τα βάσανά του. Βασική της υποχρέωση είναι η βοήθεια κι η
σωτηρία του κόσμου για την αιώνια ζωή, η εξύψωσή του στον ουρανό.
Η ουσία του Χριστιανισμού βρίσκεται στη συνάντηση της αιωνιότητας
και του χρόνου, του ουρανού και της γης, του θείου και του ανθρώπινου,
κι όχι στην απομάκρυνσή τους. Το ανθρώπινο και το πρόσκαιρο δεν μπορεί
να αγνοηθεί και να παραμεληθεί, αλλά να φωτιστεί και να μεταμορφωθεί.
Στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού εμφανίστηκε μια αιρετική
κίνηση που ονομαζόταν «μοντανισμός». Η κίνηση αυτή δίδασκε πως η
Εκκλησία έπρεπε να αποτελείται αποκλειστικά από τέλειες και άγιες
υπάρξεις, και απαιτούσε οι αμαρτωλοί κι οι μη τέλειοι να απομακρυνθούν
από τους κόλπους της. Για τους μοντανιστές η Εκκλησία ήταν μια κοινότητα
που δέχτηκε τα ιδιαίτερα δώρα του Αγίου Πνεύματος. Έτσι, το πιο μεγάλο
τμήμα της αμαρτωλής ανθρωπότητας τοποθετήθηκε μακριά από το
Χριστιανισμό. Η εκκλησιαστική συνείδηση καταδίκασε το μοντανισμό και
ομολόγησε πίστη στην Εκκλησία των μετανοιωμένων αμαρτωλών. Οι άγιοι
είναι το οχυρό και το στήριγμα της Εκκλησίας, αλλ’ αυτή δεν εξαρτάται
αποκλειστικά απ’ αυτούς, γιατί ολόκληρη η ανθρωπότητα, η ανθρωπότητα που
αναζητά τη σωτηρία της, ανήκει σ’ όλα τα επίπεδα της τελείωσης. Η
Εκκλησία στη γη είναι «στρατευμένη» και αγωνίζεται ενάντια στο κακό και
την αμαρτία, αλλά δεν είναι ακόμα η «θριαμβεύουσα». Ο Χριστός ο ίδιος
ήταν κοντά στους τελώνες και τους αμαρτωλούς, μολονότι τον κατηγορούσαν
οι Φαρισαίοι. Κι η Εκκλησία του πρέπει να είναι όμοια· δεν πρέπει να
αποτελείται αποκλειστικά από αγνές υπάρξεις· οφείλει να είναι πάντοτε μ’
εκείνους που χάνονται. Ο Χριστιανισμός, που θα αναγνώριζε μόνο τέλειες
υπάρξεις, θα ήταν ένας φαρισαϊκός Χριστιανισμός. Η συμπάθεια, η
συγχώρηση, η αγάπη στον πλησίον, μ’ όλες τις ελλείψεις και τα σφάλματά
τους, είναι έργο της χριστιανικής αγάπης κι ο δρόμος για την τελείωσή
της. Η ενοχοποίηση του Χριστιανισμού για το σκοτάδι, που θα εξαφανίσει
την Εκκλησία μέσα στην αποστολή της, είναι επίσης φαρισαϊκή. Άλλωστε,
δεν έχει αποδειχτεί πως οι ίδιοι οι κατήγοροι είναι τόσο καθαροί και
τέλειοι.






