Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2020

Έχουν όλες οι θρησκείες τον ίδιο Θεό;



π. Δανιήλ Σισόγεφ
ΕΧΟΥΝ ΟΛΕΣ ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΘΕΟ;
********
Μικρή εισαγωγή από την ιστοσελίδα μας
Το τι διδάσκει κάποιος για τις άλλες θρησκείες θεωρείται εν πολλοίς σαν ένα ηθικό δίλλημα από το οποίο θα φανεί εάν ο Χριστιανισμός κηρύττει την αγάπη ή διακρίνεται από μισαλλοδοξία.
Το κείμενο που ακολουθεί φαίνεται αρκετά αυστηρό και απόλυτο. Φυσικά κανείς δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει πως οι θέσεις του ομιλητή είναι αντιευαγγελικές ή ανορθόδοξες, όμως οπωσδήποτε θα βρεθούν πολλοί που θα υποστηρίξουν πως αν και όλα αυτά είναι αληθινά τουλάχιστον θα έπρεπε να λεχθούν με περισσότερη «προσοχή», «διάκριση» ή «λεπτότητα», ίσως και κάποιοι να θεωρούν πως θα έπρεπε να αποσιωπηθούν εντελώς.
Δεν θα εξετάσουμε εν τέλει ποια γνώμη από τις προαναφερθείσες είναι η ορθή, όμως θα παραθέσουμε έναν προβληματισμό μας. Ο π. Daniil Sysoev- ο εκφωνήσας την παρακάτω ομιλία- απηύθυνε πολλές φορές αυτά τα λόγια και άλλα παρόμοια, όχι σε κάποια ομάδα «φανατικών» ή «στενόμυαλων» Ορθοδόξων αλλά σε πυκνά ακροατήρια αλλοθρήσκων. Το αποτέλεσμα ήταν διπλό. Αρχικώς να προσελκύσει αρκετούς αλλοθρήσκους και να τους βαπτίσει Ορθοδόξους (υπογραμμίζουμε, παρά την «αυστηρή» πλην αληθή γλώσσα του) και εν τέλει να αξιωθεί να υπογράψει την γνήσια εν Χριστώ μαρτυρία του με το αίμα του, όπως και οι παλαιότεροι ομολογητές της Ορθοδόξου Πίστεώς μας.
********
 
«Μα γιατί είστε τόσο στενόμυαλοι φανατικοί; Γιατί πιστεύετε ότι δεν υπάρχει σωτηρία μακριά από την Ορθόδοξη Εκκλησία; Αφού όλοι πιστεύουν στον ίδιο Θεό – μουσουλμάνοι, χριστιανοί, ιουδαίοι και βουδιστές. Η διαφορά έγκειται μόνο στα διαφορετικά τελετουργικά. Γιατί θα πρέπει κανείς να επιμένει στην δική του μοναδικότητα; Πιστεύετε πραγματικά ότι ο δημιουργός δεν δέχεται κοντά του τους αλλόθρησκους; Κι όμως, δεν τον νοιάζει ποιός πιστεύει πού. Το βασικό είναι να είναι καλός άνθρωπος!» 
-Τέτοια λόγια έχουν ακούσει όλοι οι Χριστιανοί περισσότερες από εκατό φορές. Και συχνά προέρχονται από εκείνους, που απρόσεκτοι ιερείς για άγνωστους λόγους, τους επέτρεψαν να μετέχουν στη Θεία Κοινωνία. Και βέβαια, πώς μπορεί κανείς να το αρνηθεί ότι υπάρχει μόνο ένας Θεός; Αφού ακόμα και ο απόστολος Παύλος έλεγε: «…οὐδεὶς Θεὸς ἕτερος εἰ μὴ εἷς.»  (1) (Προς Κορ. Α’ 8,4.) Ο Θεός είναι ο μόνος Κύριος των πάντων, Αυτός και μόνο είναι ο Θεός τόσο των ιουδαίων όσο και των εθνικών [ή Ιουδαίων ο Θεός μόνον; ουχί δε και εθνών; ναι και εθνών](Προς Ρωμ. 3,29). Η κοινή λογική λέει, ότι δεν γίνεται να υπάρχουν συγχρόνως δύο Θεοί πανταχού παρόντες – δεν θα υπήρχε χώρος και για τους δύο και ο ένας θα περιόριζε τον άλλο.  Αν όμως είναι προφανής αλήθεια η μοναδικότητα του Θεού, σε καμία περίπτωση αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι γνωρίζουν περί αυτού του Θεού και Τον λατρεύουν όπως πρέπει. Η διατύπωση και μόνο, όμως, ότι «όλοι πιστεύουν σε έναν Θεό» δεν είναι σωστή, για το λόγο ότι υπάρχουν πολλοί αθεϊστές στον κόσμο – είτε κομμουνιστές, είτε βουδιστές είτε ακόμα και οπαδοί του Σαμανισμού. Όλοι αυτοί δεν πιστεύουν σε κανένα Θεό. Αν πρέπει όμως να μιλήσουμε για τους άλλους, τότε από την παραδοχή της πραγματικότητας της υπάρξεως του Θεού δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση, ότι οι άνθρωποι τον λατρεύουν.     

Το ακόλουθο παράδειγμα βοηθάει να το αντιληφθούμε αυτό: πολλοί γνωρίζουν τον πρόεδρο της Ρωσίας, αλλά συνεπάγεται αυτόματα ότι όλοι εκείνοι που τον ξέρουν, του είναι πιστοί και καταλαβαίνουν τις πράξεις του; Έτσι ακριβώς γνωρίζουν πολλά δισεκατομμύρια ανθρώπων για την ύπαρξη του Θεού. Αλλά μία μεγάλη πλειοψηφία τον αντιλαμβάνεται σαν μια πολύ μακρινή και ακατανόητη δύναμη. Για παράδειγμα στο Ισλάμ απαγορεύεται να πεις ότι ο Θεός είναι άνθρωπος (ή να ζωγραφίσεις τον Αλλάχ σαν πρόσωπο). Είναι περισσότερο κάτι που παρέχει το Νόμο, τιμωρεί και επιβραβεύει κατά τη θέλησή του.  Το ίδιο και το Άϊν Σοφ της ιουδαϊκής Καμπάλα: δεν αναγνωρίζεται και δεν αναγνωρίζει τίποτα (2). Είναι κάπως σαν την Θέμιδα (3) των Ελλήνων, ή σαν έναν Θεό που φανερώθηκε από μόνος του στη Βίβλο. Είναι σαν το φως της πολύ απομακρυσμένης φωτιάς, που δεν μπορεί να ζεστάνει καμιά ψυχή.

Και αυτή η έννοια είναι στην πραγματικότητα πανανθρώπινη. Δεν είναι τυχαίο που η ″ομολογία πίστεως″ ενός μικροαστού είναι: «Λοιπόν, υπάρχει κάτι. Αλλά τι, αυτό δεν το ξέρω». Με αυτό το ″κάτι″ συνήθως συνδέεται η έννοια της δικαιοσύνης. Γι’ αυτό σε κάθε αδικία λέμε: «Αν υπήρχε Θεός, θα το επέτρεπε κάτι τέτοιο;». Μπορεί όμως να χαρακτηρίσει κανείς μια τέτοια ομολογία λογική; Φανταστείτε ότι σας προτείνει κάποιος να παντρευτείτε μια γυναίκα για την οποία δεν ξέρετε τίποτα. Και όταν ρωτήσετε «Ποια είναι;», να σας απαντήσουν: «Είναι δίκαιη και δεν την γνωρίζει κανείς». Μπορεί να θεωρηθεί αρκετή μια τέτοια απάντηση;   

Κι όμως η πλειοψηφία των ανθρώπων ξέρει για τον Θεό πολύ λιγότερα απ’ ότι ένας εργοδότης για τον καινούριο εργαζόμενο που προσλαμβάνει. Και τότε σκέφτεται κανείς– για τους δικούς του λόγους ο καθένας– ότι αυτή η εμφανής άγνοια αρκεί για να σωθεί; Επιπλέον αυτή η άγνοια δεν έχει να κάνει καθόλου με το ότι οι άνθρωποι δεν έχουν τη δυνατότητα να μάθουν για το Θεό, αλλά αντίθετα με το ότι δεν το επιθυμούν.

Αυτό συμβαίνει ακριβώς όπως και στο Ευαγγέλιο προηγουμένως. Οι άνθρωποι προτιμούν, αντί να πάνε στο δείπνο του Θεού, να χασομερούν στους κήπους τους και να ασχολούνται με τα οικογενειακά ή τα κοινωνικά ζητήματα. Είναι πραγματικά τόσο αφελείς στην πίστη τους ώστε να  πιστεύουν ότι ο Θεός παίρνει μαζί Του αυτούς που δεν Τον αγάπησαν και Τον σεβόντουσαν ελάχιστα; «Σίγουρα δεν είναι  μικρότερη ιεροσυλία το να μη γνωρίζεις τον Πατέρα και Κύριο των πάντων, απ’ ότι να τον προσβάλλεις», έλεγε ο Μ. Μινούκιος Φήλιξ.  

Μόνο στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό ο άνθρωπος πλησιάζει τόσο πολύ τη Θεϊκή ζωή, που βλέπει τη μυστηριώδη φλόγα της τριαδικής αγάπης.   
Αναρωτιέται όμως συχνά κανείς: «Μα δεν υπάρχουν τίμιοι άνθρωποι σε άλλες θρησκείες; Είναι αλήθεια ότι και αυτοί θα πεθάνουν;».

Σ’ αυτή την περίπτωση μας αρέσει να ξεχνάμε ότι η  λανθασμένη γνώση για τον Θεό είναι χειρότερη από την άγνοια. Διότι αυτός που αγνοεί μπορεί να συνειδητοποιήσει την δυσμένειά του και να βαπτισθεί στο μυστήριο του Θεού. Αυτός όμως που πιστεύει στο ψέμα του δεν θέλει να ψάξει, πιστεύει ότι τα έχει ήδη όλα.

Το ίδιο συμβαίνει και στη καθημερινή ζωή. Εκείνος ο άνθρωπος, που δεν έχει χάρτη, έχει περισσότερες πιθανότητες να φτάσει στον προορισμό του, από εκείνον που έχει έναν λανθασμένο χάρτη. Ένας αμελής γιατρός, που απλά δεν κάνει καλά τη δουλειά του, είναι προτιμότερος από έναν πραγματικό τσαρλατάνο. Στη δεύτερη περίπτωση ο άρρωστος δεν έχει καμιά ελπίδα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την πίστη στο Θεό. Ο πεπεισμένος αλλόθρησκος δεν είναι σε θέση να δει το φως, χωρίς την άμεση επέμβαση του Θεού. Έτσι λέει ο Κύριος: «Γνωρίζω τα έργα σου, ότι ούτε κρύος είσαι ούτε ζεστός.  Μακάρι να ήσουν κρύος ή ζεστός! Επειδή όμως είσαι χλιαρός και ούτε ζεστός ούτε κρύος, θα σε φτύσω από το στόμα μου. Και εσύ λες: Είμαι πλούσιος και τα έχω όλα και δεν χρειάζομαι τίποτα! Και δεν ξέρεις, ότι είσαι ελεεινός και αξιολύπητος, φτωχός, τυφλός και γυμνός. Σε συμβουλεύω να αγοράσεις από μένα χρυσάφι καθαρισμένο στη φωτιά για να πλουτίσεις, καθώς και ρούχα λευκά για να ντυθείς και να μη φανερωθεί η ντροπή της γύμνιας σου, κι επίσης κολλύριο για ν’ αλείψεις τα μάτια σου, ώστε να βλέπεις» [οίδα σου τα έργα, ότι ούτε ψυχρός ει ούτε ζεστός· όφελον ψυχρός ης ή ζεστός, ούτως ότι χλιαρός ει, και ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, μέλλω σε εμέσαι εκ του στόματός μου. Ότι λέγεις ότι πλούσιος ειμί και πεπλούτηκα και ουδενός χρείαν έχω, - και ουκ οίδας ότι συ ο ταλαίπωρος και ο ελεεινός και πτωχός και τυφλός και γυμνός, -συμβουλεύω σοι αγοράσαι παρ΄ εμού χρυσίον πεπυρωμένον εκ πυρός ίνα πλουτήσης, και ιμάτια λευκά ίνα περιβάλη και μη φανερωθή η αισχύνη της γυμνότητός σου, και κολλύριον ίνα εγχρίση τους οφθαλμούς σου ίνα βλέπης.] (Αποκάλ. 3, 15-18).

Ακριβώς αυτό συμβαίνει και με τις λανθασμένες θρησκείες. Όσο πιο πολύ είναι βουτηγμένος ο άνθρωπος σε μια λάθος παράδοση τόσο πιο δύσκολο είναι να ξεφύγει από αυτή. Η πράξη της ιεραποστολής αποδεικνύει ότι εκείνοι που στρέφονται πιο συχνά στο Θεό είναι όσοι, από τη μια μεριά, δεν έχουν χάσει ακόμα το αίσθημα της αλήθειας και, από την άλλη, έχουν απομακρυνθεί από τη λανθασμένη πίστη τους. Μάλιστα το Ευαγγέλιο δεν το δέχθηκαν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι, αλλά οι απλοί ψαράδες. Γι’ αυτό δεν συστήνεται να επιδοκιμάζουμε τον θρησκευτικό ζήλο των ιουδαίων ή των μουσουλμάνων, αλλά να προβάλλουμε όλη την ανοησία της πλάνης τους, όπως το έκαναν οι άγιοι. Είναι λάθος πράξη να τους ευχόμαστε στις γιορτές τους και με αυτό τον τρόπο να υποστηρίζουμε περισσότερο την αμαρτωλή τους επιμονή.

Σε ένα βιβλιαράκι έδωσε κάποιος ένα παράδειγμα κατά το οποίο ένας Τάταρος απηύθυνε σε έναν ιερέα την ερώτηση: «Τι πρέπει να κάνω όταν οι αδερφοί μου με πιέζουν να πάω στο τζαμί;». Τι θα έπρεπε να απαντήσει ένας σωστός ιερέας σε μια τέτοια περίπτωση; Φυσικά, «Εγκατάλειψε το Ισλάμ βαπτίσου και πήγαινε στο μοναστήρι, εάν θέλεις πιο γρήγορα να ευχαριστήσεις τον Κύριο». Αλλά αυτός ο ιερέας απάντησε: «Πήγαινε στο τζαμί δύο φορές την εβδομάδα και υπάκουσε στον ιμάμη». Ο συγγραφέας του βιβλίου κρίνει αυτή τη συμβουλή σχεδόν ως ηρωισμό (όχι τυχαία ο ιμάμης επιδοκίμασε αυτόν τον ψευδοβοσκό), στην πραγματικότητα όμως είναι απλώς και μόνο ατιμία. Λόγω του κακώς εννοούμενου ανθρωπισμού έριξε ο ιερέας τον καημένο τον άνθρωπο σε μία πιο μεγάλη πλάνη και τον καταδίκασε σε αιώνια πτώση. Πώς είναι δυνατόν να μη γνώριζε, ότι «όποιος πιστεύει στον Υιό, αυτός έχει την αιώνια ζωή. Όποιος δεν πιστεύει στον Υιό, αυτός δεν θα δει την ζωή, αλλά θα πέσει πάνω του η οργή του Θεού»; [ο πιστεύων εις τον υιόν έχει ζωήν αιώνιον· ο δε απειθών τω υιώ ουκ όψεται ζωήν, αλλ΄ η οργή του Θεού μένει επ΄ αυτόν.] (Ιωαν. 3, 36).  Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να ασχοληθούμε με το ερώτημα, αν μπορεί κανείς να ισχυρίζεται ότι μπορεί ο άνθρωπος να είναι καλός, ανεξαρτήτως πίστεως. Και τι σημαίνει τελικά «να είναι καλός»;

Ποια είναι τα κριτήρια της συνείδησης; Ένας αλκοολικός θεωρεί έναν όμοιό του καλό άνθρωπο, ενώ η γυναίκα του έχει αντίθετη άποψη. Λένε οι άνθρωποι ότι, «είναι καλός εκείνος ο οποίος δεν κάνει τίποτα κακό στον διπλανό του» αλλά αυτό δεν είναι ορισμός. Σ’ αυτήν την περίπτωση δεν διαπιστώνουμε τι είναι "καλό" και τι "κακό". Σύμφωνα με τον μέθυσο είναι κακός εκείνος ο οποίος δεν του δίνει να πιει, αλλά οι διπλανοί του σκέφτονται διαφορετικά. Ποια είναι λοιπόν η αλήθεια; Από την άλλη πλευρά ένας συνηθισμένος κορμός δέντρου δεν κάνει σε κανέναν κακό, είναι όμως γι’ αυτόν τον λόγο ένα παράδειγμα αρετής;

Επίσης η συνείδηση συχνά λέει ψέματα, και πάρα πολύ την "βοηθάει" σ’ αυτό μια λάθος θρησκεία. Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός προφήτεψε: «Έρχεται μάλιστα ώρα που όποιος σας σκοτώσει, θα νομίσει πως προσφέρει υπηρεσία στο Θεό. Και θα τα κάνουν αυτά, γιατί δε γνώρισαν τον Πατέρα ούτε εμένα» [αλλ΄ έρχεται ώρα ίνα πας ο αποκτείνας υμάς δόξη λατρείαν προσφέρειν τω Θεώ. Και ταύτα ποιήσουσιν, ότι ουκ έγνωσαν τον πατέρα ουδέ εμέ.] ( Ιωαν. 16, 2-3). Και οι Χριστιανοί είδαν πολλά ανάλογα παραδείγματα από τις απαρχές του Χριστιανισμού.
Γνωρίζουμε ότι ανάμεσα σ’ εκείνους που δεν πιστεύουν στον Πατέρα και στον Υιό- όπως οι Ιουδαίοι και οι Μουσουλμάνοι- υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι σκοτώνουν τους Χριστιανούς έχοντας την εντύπωση πως έτσι εκπληρώνουν το θρησκευτικό τους καθήκον. Αυτό ξεκίνησε την εποχή του αγίου Στεφάνου (4) και συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας.  Το παράδειγμα του αρχιερέα Ανατολίου και του στρατιώτη Ευγενίου Ροντιόνωφ οι οποίοι δολοφονήθηκαν πριν λίγο καιρό στην Τσετσενία, δείχνει ότι ο ίδιος λόγος (άρνηση της Αγίας Τριάδας) οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Γι’ αυτό το λόγο μόνο η συνείδηση και η θρησκεία δεν είναι κριτήρια του καλού και του κακού.     

Ποιο είναι όμως το σωστό κριτήριο για το καλό και το κακό; Η απάντηση είναι προφανής: Καλό είναι αυτό το οποίο ο Δημιουργός θεωρεί καλό. Έτσι, όπως οι οδηγίες χρήσεως για μια συσκευή είναι οι πιο αξιόπιστες, αφού γράφτηκαν από τον κατασκευαστή της. Για τους Χριστιανούς είναι ακόμα πιο προφανές, διότι γνωρίζουμε ότι οι αρετές είναι άπειρα χαρακτηριστικά του Θεού. Έτσι οτιδήποτε δεν εναντιώνεται στη θέληση του Θεού είναι καλό, και οτιδήποτε εναντιώνεται σ’ αυτήν είναι κακό. Αλλά τώρα επιστρέφουμε στην ερώτηση, «οι τίμιοι άνθρωποι άλλων θρησκειών μπορούν να σωθούν;». Πώς μπορεί κανείς να ορίσει, εάν μια τίμια συμπεριφορά είναι καλή και μια άλλη όχι; Ερχόμαστε πάλι πίσω στην ερώτηση, εάν υπάρχουν πραγματικά κριτήρια του καλού και του κακού, διότι η τιμιότητα και η ατιμία είναι εντελώς υποκειμενικά πράγματα.

Εάν συμφωνούμε, ότι το καλό είναι η εκπλήρωση του θελήματος του Θεού και το κακό η μη εκπλήρωσή του, τότε έχουμε την απάντηση στο χέρι μας. Η παραμονή του ανθρώπου στη θρησκευτική παράδοση, η οποία δεν δημιουργήθηκε από το Θεό τον ίδιο, είναι αμαρτία. Από την πρώτη εκ των δέκα εντολών, που δόθηκαν στον Μωυσή, συμπεραίνουμε ότι ο Κύριος αποκηρύσσει τις άλλες θρησκευτικές διδασκαλίες: «Εγώ είμαι ο Κύριος, ο Θεός σου, αυτός που σε ελευθέρωσε από τη γη της Αιγύπτου, από τη γη της δουλείας. Δεν θα πρέπει να έχεις άλλους Θεούς εκτός από Εμένα» (2. Μωυσής 20,2-3) [ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, ὅστις ἐξήγαγόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας. οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ. ] (Έξοδος 20, 2-3)
Γι’ αυτό θα πρέπει όλοι οι άνθρωποι που πιστεύουν ότι το κριτήριο για το καλό και το κακό είναι ο δεκάλογος, να αναλογιστούν, ότι κανένας αθεϊστής ή αλλόθρησκος δεν θα ξεφύγει από την "οργή του Θεού." Και ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός απάντησε στην ερώτηση: «Τι πρέπει να κάνουμε, για να κάνουμε τα έργα του Θεού;», ότι «αυτό είναι το έργο του Θεού, να πιστεύετε σ’ εκείνον που έστειλε Αυτός» [τι ποιώμεν ίνα εργαζώμεθα τα έργα του Θεού; Απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτοίς· τούτο εστί το έργον του Θεού, ίνα πιστεύσητε εις ον απέστειλεν εκείνος.] (Ιωαν . 6, 28-29).

Ο ίδιος ο Χριστός μας κάλεσε να μετανοήσουμε και να πιστέψουμε στο Ευαγγέλιο (δες κατά Μαρκ 1, 15)[ και λέγων ότι πεπλήρωται ο καιρός και ήγγικεν η βασιλεία του Θεού· μετανοείτε και πιστεύετε εν τω ευαγγελίω], και όποιος παραμένει αμετανόητος (παρ’ όλο που του έχει αποκαλυφθεί η αλήθεια), είναι δική του επιλογή, που θα αποκοπεί ως άκαρπο δένδρο (δες κατά Λουκ 3, 9)[ ήδη δε και η αξίνη προς την ρίζαν των δένδρων κείται· παν ουν δένδρον μη ποιούν καρπόν καλόν εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται].  Ο Κύριος κάλεσε όλα τα έθνη να βαπτιστούν στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος [πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος,] (κατά Ματθ. 28, 19) και «αν δε γεννηθεί κανείς από το νερό και από το Πνεύμα, δεν μπορεί να μπει στη βασιλεία του Θεού» [εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού.] (κατά Ιωαν. 3, 5). Ο Λυτρωτής ο ίδιος, και όχι οι "φανατικοί" Ορθόδοξοι, βεβαίωσε: «Όποιος πιστέψει και βαφτιστεί θα σωθεί, όποιος απιστήσει θα καταδικαστεί» [ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται.] (κατά Μαρκ. 16, 16)

Ο Κύριος των πάντων είπε: «Σας βεβαιώνω, πως αν δε φάτε τη σάρκα του υιου του Aνθρώπου και δεν πιείτε το αίμα Του, δεν έχετε ζωή μέσα σας» [εάν μη φάγητε την σάρκα του υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς.] (κατά Ιωαν. 6, 53). Σ’ εμάς υπάρχει η εντύπωση ότι σώζεται κανείς μόνο μέσα από μια αβέβαιη καλή κατάσταση χωρίς την Θεία Κοινωνία.

Θέλουν να μας απαντήσουν οι αντιφρονούντες, ποιον πρέπει να πιστέψουμε – τους ανθρώπους ή το Θεό; Ο Χριστός λέει το ένα και οι ανθρωπιστές το άλλο. Ο Υιός του Θεού λέει, ότι οι Ιουδαίοι και οι Μουσουλμάνοι, οι Βουδιστές και αυτοί που πιστεύουν στη Θεωρία της Εξέλιξης, οι οποίοι απαρνήθηκαν τον Υιό του Θεού, θα υποστούν την οργή Του και οι φιλελεύθεροί μας πιστεύουν ότι όλοι θα σωθούν. Γιατί πρέπει να τους πιστέψουμε; Μήπως ήταν σύμβουλοι του Θεού και μπορούν να διορθώνουν τον Δημιουργό; Αυτή είναι η πιο ξεδιάντροπη επανάσταση των θνητών ηλιθίων εναντίον της Αθάνατης Σοφίας του Θεού! Αυτοί είναι οι μοντέρνοι ψευδοπροφήτες, για τους οποίους ετοιμάζεται η τιμωρία του Θεού. Όχι, ακόμα και αν πολλοί πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού, θα σωθούν μόνο εκείνοι, που γνωρίζουν το Θεό, ακουμπάνε πάνω Του, Του είναι πιστοί, Τον αγαπούν. Με δυο λόγια, για να σωθεί κάποιος, είναι απαραίτητο και ο άνθρωπος να γνωρίσει το Θεό και ο Θεός να αναγνωρίσει τους ανθρώπους, όπως είναι γραμμένο: «Γνωρίζει ο Κύριος τους δικούς Του»[ έγνω Κύριος τους όντας αυτού], κι επίσης: «Nα στέκεται μακριά από την αδικία ο καθένας που ομολογεί το όνομα του Kυρίου» [και αποστήτω από αδικίας πας ο ονομάζων το όνομα Κυρίου.](Τιμόθεος Β 2, 19). Και ο Θεός γνωρίζει σαν δικούς του μόνο εκείνους στους οποίους βλέπει τον Υιό Του (τον Οποίο ενδύονται με τη Βάπτιση και την Κοινωνία) και εκείνους που φέρουν την ευλογία του Πνεύματός Του.

Υποσημειώσεις
1.    Ολόκληρη η φράση: «Σχετικά, λοιπόν, με το κρέας των ζώων που θυσιάζονται στα είδωλα, εμείς το ξέρουμε πως για μας δεν υπάρχει κανένα είδωλο στον κόσμο και ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος θεός παρά μόνο ένας.» (Σημ. του μτφρ.)
2.Το Ain Soph (εβρ. אין סוף) είναι μια έννοια του καβαλιστικού μυστικισμού, που δηλώνει το άπειρο. (Σημ. του μτφρ.)
3.    Η Θέμις είναι η ελληνική θεότητα της δικαιοσύνης και της τάξης. (Σημ. του μτφρ.)
4.    Δες: http://www.unifr.ch/bkv/kapitel393-34.htm (Σημ. του μτφρ.)
5.    Ο Άγιος Στέφανος ήταν ο πρώτος χριστιανός μάρτυρας, περισσότερα: http://de.wikipedia.org/wiki/Stephanus (Σημ. του μτφρ.)
 

Επιμέλεια -Μετάφραση από την Γερμανική γλώσσα για την Ιερά Μονή Παντοκράροτος:  Δήμητρα Ντάσιου Καθηγήτρια Γερμανικών

Οι τελευταίες στιγμές του ιερομάρτυρος Daniil Sisoev



Συγκλονιστικές λεπτομέρειες από τη ζωή και τις τελευταίες στιγμές του ιερομάρτυρος Daniil Sisoev (+19-11-2009)

Μιλάει ο φίλος του και στενός συνεργάτης π.Iurii Maximov
- Τον π. Δανιήλ τον γνώριζα 10 χρόνια από τον Οκτώβριο του 1999.
Σ' αυτά τα δέκα χρόνια τον άκουσα πολλές φορές να λέει ότι επιθυμεί να πεθάνει σαν μάρτυρας. Φοβάμαι ότι αυτό από τα χείλη μου ακούγεται πολύ διαφορετικά από ότι θα ακουγόταν από τα δικά του. Όταν μιλούσε γι' αυτό, έτσι απλά και χαμογελαστά, αισθανόμουν το ίδιο ξάφνιασμα και την ίδια απορία που είχα όταν διάβαζα τις επιστολές του Αγ. Μάρτυρος Ιγνατίου, όπου εξέφραζε την επιθυμία του να υποφέρει για το Χριστό. Και στην μία και στην άλλη περίπτωση δεν τους πολυκαταλάβαινα.
Θυμάμαι ότι πριν από μερικά χρόνια ταξιδέψαμε στα Σκόπια την αρχαία πόλη Βίτολα. Εκεί επισκεφτήκαμε ένα αρχαίο αμφιθέατρο όπου κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους προς τέρψιν των ειδωλολατρών έριχναν τους Χριστιανούς στα θηρία. Πλάγια, διατηρούνται δύο μικρά δωμάτια όπου κρατούσαν τα θηρία πριν τ΄ αμολήσουν  στην αρένα, ενώ στο κέντρο υπάρχει ένα κελάκι στο ύψος του ανθρώπου όπου κρατούσαν τους Χριστιανούς πριν τους ρίξουν στα θηρία.
Σ' αυτό το αμφιθέατρο πέθαναν κάποιοι από τους πρώτους μάρτυρες της εκκλησίας. Τότε είπα στον π. Δανιήλ: «Μπορείτε να μπείτε εκεί που στέκονταν οι μάρτυρες πριν τους ρίξουν στα θηρία». Και μπήκε σ' αυτό το κελί. Θυμάμαι πως στεκόταν εκεί και κοίταζε προς τον ουρανό. Πιθανόν, το ίδιο ήρεμα να κοίταξε τον δολοφόνο του. Πρέπει ν΄ αναγνωρίσω ότι πέρασε από το μυαλό μου η σκέψη πως πρέπει να φοβήθηκε στις τελευταίες του στιγμές, γι' αυτό ρώτησα τον μοναδικό αυτόπτη μάρτυρα του φόνου: τι έκανε ο π. Δανιήλ όταν βγήκε από το Άγιο Βήμα, όταν είδε τον μασκοφόρο με το πιστόλι στο χέρι; Μου απάντησε: «πήγε κατευθείαν επάνω του». Ο  ιερέας Δανιήλ Σισόεβ γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1974. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του για κάθε συμβουλή που του έδιναν οι γονείς του, ζητούσε αιτιολόγηση από την Αγία Γραφή. Εάν αυτό γινόταν εκπλήρωνε ότι του ζητούσαν οι γονείς του χωρίς δεύτερη κουβέντα. Σ' αυτό φαίνεται ότι από τότε επιθυμούσε παντού και πάντοτε να εκπληρώνει το θέλημα του Θεού.

Γνωρίζω πολλούς καλούς ιερείς στη Ρωσία, αλλά ποτέ δεν συνάντησα έναν άνθρωπο που ν' αγαπά τόσο πολύ και με τόση αφοσίωση το Θεό όπως ο π. Δανιήλ. Λίγο καιρό πριν το θάνατό του, παρευρισκόμενος σε μια ομιλία του, σκεφτόμουν ότι μόνο ένα πρόσωπο που αγαπάει βαθιά μπορεί να μιλάει για το Θεό και μόνο για το Θεό δυόμισι ώρες, καθηλώνοντας το ακροατήριο.
Ο π. Δανιήλ τιμούσε πολύ τον προστάτη άγιό του, τον προφήτη Δανιήλ, από τον οποίο εμπνεύστηκε τον ιεραποστολικό του ζήλο, όπως ο ίδιος έλεγε.
Μία φορά, διαβάζοντας το βιβλίο του προφήτη Δανιήλ του τράβηξαν την προσοχή τα ακόλουθα λόγια: «και οι συνιέντες εκλάμψουσιν ως η λαμπρότης του στερεώματος και από των δικαίων των πολλών ως οι αστέρες εις τους αιώνας» (Δαν.12:3) Και σκέφτηκα - έλεγε - τι ωραία ακούγεται: να λάμψεις σαν ένας αστέρας.
Βάπτισε περισσότερους από 80 μουσουλμάνους και έφερε στην ορθόδοξη πίστη περίπου 500 προτεστάντες.
Ο π. Δανιήλ πήγαινε στις νεοπροτεσταντικές συνάξεις και βασιζόμενος στη Βίβλο κήρυττε την ορθόδοξη πίστη, συμμετείχε σε ανοικτές συζητήσεις με τους νεοειδωλολάτρες, αλλά πάνω απ' όλα απέκτησε τη φήμη του ως ιεραπόστολος μεταξύ των μουσουλμάνων.

Λάμβανε από του μουσουλμάνους απειλητικά τηλέφωνα και γράμματα. Ενάμιση χρόνο πριν τη δολοφονία του η μουσουλμάνα δημοσιογράφος  H.Homidulina ζήτησε εισαγγελική δίωξη εναντίον του για υποκίνηση θρησκευτικού μίσους πράγμα που η εισαγγελία απέρριψε. Από τότε όμως άρχισε μια πραγματική καμπάνια δυσφήμησης του π. Δανιήλ, πράγμα που οι ορθόδοξοι δε γνωρίζουν αφού δεν είναι εξοικειωμένοι με τα μουσουλμανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης. Τρεις μόνο μέρες πριν τη δολοφονία, ο π. Δανιήλ με έφερε σπίτι με το αυτοκίνητο. Γελώντας, θυμόμασταν τα περασμένα. Μου έλεγε ότι από όλες τις θρησκείες η λιγότερο ενδιαφέρουσα γι' αυτόν ήταν η μουσουλμανική και δεν είχε σκοπό ν' ασχοληθεί. Θυμηθήκαμε μια συζήτηση που είχαμε παλιά, όταν ήμασταν στο Κρουτσιτκι, για το πόσο είχε χαρεί όταν έμαθε ότι έγραψα απολογητικά άρθρα απαντώντας στη μουσουλμανική κριτική: «Αυτό είναι καλό, δε θα χρειαστεί ν' ασχοληθώ εγώ μ' αυτό.» όμως τελικά, κατά Θείο θέλημα, χρειάστηκε ν' ασχοληθεί με τους μουσουλμάνους. Ο π. Δανιήλ ακολούθησε την οδό του Κυρίου και γι' αυτόν αυτό ήταν το πιο σημαντικό.
Έγραψε μια σειρά βιβλίων όπως: "Ένας περίπατος στην Ορθόδοξη εκκλησία με ένα προτεστάντη'', όπου με βάση τη βίβλο εξηγεί τη δομή της ορθόδοξης λατρείας και ''Το χρονικό της αρχής'' ή ''Ποιός είναι ο Θεός και πόσο κράτησε η Δημιουργία'' όπου εξηγει γιατί οι ορθόδοξοι χριστιανοί δεν μπορούν να πιστέψουν στη θεωρία της εξέλιξης. Το βίβλιο "Γάμος με έναν μουσουλμάνο'' αναφέρεται στα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει μια χριστιανή που παντρεύτηκε μ' εναν μουσουλμάνο. Ο π.Δανιήλ έλαβε χιλιαδες γράμματα από νεαρές που σκεφτόνταν να παντρευτούν με μουσουλμάνο ρωτώντας εάν είναι πρέπον και ποιά είναι η γνώμη της εκκλησίας, αλλά και από ρωσίδες που είχαν απαρνηθεί το Χριστο για να παντρευτούν έναν μουσουλμάνο και τώρα αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα. Πολλες γυναίκες με τη βοήθειά του μετανόησαν και επέστρεψαν στην εκκλησία του Χριστού.
Επίσης έγραψε τα βιβλία ''Γιατί δεν είσαι ακόμη βαπτισμένος'', όπου καταρρίπτει τα επιχειρήματα αυτών που δεν θέλουν να βαπτιστούν, και το ''Γιατί πρέπει να πηγαίνουμε στην εκκλησία'' και αναφέρετε στους βαπτισμένους που δεν εκκλησιάζονται.
Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι το "Οδηγίες για αθανάτους ή τι να κάνετε εαν ήδη πεθάνατε''. Σε αυτό το βιβλίο αναφέρει τα ακόλουθα: «Σίγουρα ο καλύτερος θάνατος για έναν χριστιανό είναι να πεθάνεις ως μάρτυρας για το Χριστό. Όταν σκότωσαν τους τρεις μοναχούς στην Οπτινα κάποιοι έστελναν συλληπητήρια, αλλά για έναν χριστιανό αυτή είναι η πιο μεγάλη χαρά. Στην πρώτη εκκλησία ποτέ δεν έστελναν συλληπητήρια για το θάνατο κάποιου που είχαν σκοτώσει. Όλες οι εκκλησίες έστελναν αμέσως συγχαρητήρια. Συγχαρητήρια για το ότι είχαν έναν νέο προστάτη στους ουρανούς! Ο μαρτυρικός θάνατος ξεπλένει όλες τις αμαρτίες, εκτός από της αίρεση και το σχίσμα»
Λίγες μέρες μετά την κηδεία μου τηλεφώνησε ένας φίλος ιερέας και μου είπε πόσο τον είχαν εντυπωσιάσει  οι φωτογραφίες που δείχνουν τον π.Δανιήλ μόνο του να μιλάει σ'ένα ακροατήριο γεμάτο μουσουλμάνους και με χαρά να μιλάει για το Χριστό και για το ότι το Ισλάμ που απορρίπτει το Χριστό δεν μπορεί να είναι μια αληθινή θρησκεία. «Δε μπορώ να κατανοήσω-μου είπε ο συνομιλητής μου-τι ψυχή πρέπει να έχεις για να σταθείς ανάμεσα τους να μιλήσεις». Καποιοι χριστιανοί δεν ήταν ευχαριστημένοι που συμμετείχε σ' αυτές τις συναντήσεις, όμως η πρόσκληση και η πρωτοβουλία ανήκε στους μουσουλμάνους και πώς μπορούσε έναε μάρτυρας του Χριστού ν'αρνηθεί να μιλήσει για την ελπίδα;. Η άρνησή του να συμμετάσχει θα ήταν ένα επιχείρημα υπέρ του ισλαμισμού.
Αργότερα, ο π.Δανιήλ μου είπε ότι μετά από την πρώτη δημόσια αντιπαράθεση με τους μουσουλμάνους, ήταν σίγουρος ότι θα τον σκοτώσουν και αισθανόνταν μια ανυσυχία.Την νύχτα εκείνη είδε ένα όνειρο. Είδε ότι στεκόνταν όρθιος μπροστά σ' έναν πλακόστρωτο λαβύρινθο. Κάποια στιγμή φτάνει στο κέντρο του λαβυρίνθου όπου βρισκόνταν ένα αλτάριο και πάνω του ήταν τοποθετημένη μια θυσία η οποία είχε πρόσφατα βασανιστεί και δολοφονηθεί. Τότε κατάλαβε ότι βρίσκεται στο αλτάριο του σατανά και ότι αυτή η θυσία προσφέρθηκε σ'αυτόν. Ο π.Δανιήλ γεμάτος οργή γκρέμισε το αλτάριο με μια κλωτσιά. Τότε εμφανίστηκε ο σατανάς με την μορφή ενός τζόκερ,όπως τον βλέπουμε στα τραπουλόχαρτα. Με απύθμενο μίσος στα μάτια κατευθύνθηκε προς τον π.Δανιήλ. Ο ιερέας άρχισε να προσεύχεται λέγοντας: «Θεοτόκε Παρθένε προστάτεψέ με, Αγ.Νικόλαε βοήθησέ με!» Τότε μπροστά στον πατέρα Δανιήλ σαν να υψώθηκε ένα αόρατο τείχος και ο σατανάς όσο και να επιτεθόνταν προσέκρουε σ' αυτό το τοίχος. Βλέποντας το αυτό ο π.Δανιήλ έκανε μερικές σκέψεις ματαιοδοξίας και υπερηφάνειας.Τη στιγμή εκείνη ο σατανάς κατάφερε να να περάσει το αόρατο τοίχος και να τον πιάσει από τον λαιμό. Ο π. Δανιήλ προσευχήθηκε: «Υπεραγία Θεοτόκε συγχώρεσέ με, αμάρτησα,γλύτωσέ με απ'αυτόν!» Τότε ο σατανάς εξαφανίστηκε λέγοντας στον π.Δανιήλ: «Ούτε θα νικήσεις, ούτε θα χάσεις»
Από τη στιγμή εκείνη σταμάτησα να φοβάμαι τους μουσουλμάνους και τις απειλές τους, επειδή βλέποντας την αδυναμία του σατανά μπροστά στο Θεό, καμιά ανθρώπινη κακία, η οποία είναι κατώτερη απο την κακία του σατανά, δεν μου έκανε πια εντύπωση.
Ημουν μεταξύ των ακροατών της δεύτερης δημόσιας αντιπαράθεσεις με τους μουσουλμάνους και πιστεύω ότι πήγε καλά (ίσως θα μπορούσε και καλύτερα). Πάντως στο τέλος ενας από τους μουσουλμάνους οργανωτές της συζήτησης έγινε ορθόδοξος.
Με πολύ μεγάλη επιτυχία κύρηξε και μεταξύ των προτεσταντών. Με την ευλογία του μητροπολίτου Βλαδιμήρου πήγε στο Κιργιστάν και κύρηξε σε συνάξεις προτεσταντών με μεγάλη επιτυχία,αφού κάποιοι από τα μέλη των τοπικών αιρέσεων, ακόμη και μερικοί πάστορες έγιναν ορθόδοξοι. Τοση ήταν η επιτυχία του που η ηγεσία των τοπικών αιρέσεων απαγόρευσε τις συνάξεις όσον καιρό θα βρισκόνταν εκεί ο π.Δανιήλ, προσπάθωντας έτσι να τον εμποδίσουν από το να τους μιλήσει ο π.Δανιήλ.
Έκανε ιεραποστολή σ' όλον τον κόσμο. Δυό φορές πήγαμε μαζί στα Σκόπια όπου μίλησε στους σχισματικούς, ενώ  έψαχνε κάποιες ευκαιρίες για να μπορέσει να μιλήσει σε καθολικούς της Δυτικής Ευρώπης και της Νοτίου Αμερικής. Όντας ο ίδιος ιεραπόστολος αγαπούσε πολύ αυτούς που κύρητταν τον Χριστό. Είχε βοηθήσει στην κατασκευή ενός ναού στην Ινδονησία, στην μόρφωση ορθοδόξων παιδιών από φτωχές οικογένειες της Ζιμπάμπουε και είχε φιλοξενήσει ορθοδόξους κινέζους, ταυλανδέζους και ινδούς.

Κι όμως τίποτα απ' όλα αυτά δεν τον επηρέαζαν στην ποιμαντική του δραστηριότητα.Το 2001 χειροτονήθηκε ιερέας και το 2006 έχτισε στη νότια Μόσχα έναν ναό προς τιμήν του Αγ. Αποστόλου Θωμά. Στα σχέδιά του ήταν να χτίσει έναν μεγάλο ναό προς τιμήν του Προφήτου Δανιήλ.
Ένας φίλος μου,ο οποίος τον βοηθούσε στο Άγιο Βήμα μου εξομολογήθηκε λίγο καιρό πριν από το θάνατό του, ότι αναρωτιόνταν με εκπληξη πώς ο πατήρ έδινε όλο του το είναι στους άλλους-κυρίως στους ενορίτες του-χωρίς έλεος για τον εαυτό του.
Πραγματικά, ποτέ δεν παραπονιόνταν. Θυμάμαι μια φορά που είχε σπάσει το πόδι του και δεν είχε καταφέρει να βρει αντικαταστάτη πήγε να λειτουργήσει χωρίς να υπολογίζει τους πόνους. Όλοι οι ενορίτες του τον θυμούνται ως έναν άνθρωπο εύθυμο και γεμάτο ζωή, λίγοι όμως ξέρουν ότι υπέφερε από δυνατούς πονοκεφάλους, χωρίς όμως ποτέ να παραπονείται.
Ποτέ του δεν επέβαλε τη γνώμη του δικτατορικά και πάντα άκουγε την αντίθετη γνώμη. Συχνά καλούσε εμένα και μερικούς άλλους συνεργάτες να συζητήσουμε. Εαν καταλάβαινε ότι έχει κάνει λάθος υποχωρούσε. Ηταν ένας άνθρωπος τίμιος και ήξερες από πριν ότι εαν θα του ζητήσεις μια βοήθεια θα στη δώσει. Για μένα ήταν ένας ιερέας-παράδειγμα. Ότι έκανε το έκανε για το Χριστό.
Επίσης θυμάμαι τα ταξίδια μας και κυρίως το τελευταίο στη Σερβία απ' όπου γυρίσαμε μια εβδομάδα πριν από τη δολοφονία του. Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού μου ομολόγησε ότι όταν αντιμετωπίζει δυσκολίες και οι περιστάσεις της ζωής γίνονται πιεστικές, αισθάνεται πάντοτε ότι βρίσκεται μέσα σ' ένα τεράστιο χέρι τον οποίο τον οδηγεί.
Η τελευταία μέρα της επίγειας ζωής του ξεκίνησε με τη Θεία Λειτουργία. Την ίδια μέρα βάπτισε ένα παιδί και έφερε στην αγκαλιά της εκκλησίας ένεν νέο τον οποίο γλύτωσε από τον αποκρυφισμό. Λίγες ώρες πιο αργά άρχισε-ως συνήθως-τις ομιλίες του με βάση την Αγ.Γραφή και έμεινε εως αργά στον ναό συζητώντας με τους ενορίτες διάφορα προβλήματα. Όταν πια έμεινε μόνος στον ναό πήγε στο Άγ.Βήμα για να προσευχηθεί. Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο ναό ο δολοφόνος ο οποίος αρχισε να πυροβολεί και να φωνάζει:' 'Πού είναι ο Sisoev'';. Ο π.Δανιήλ βγήκε από το Άγ.Βήμα με θάρρος και κατευθύνθηκε προς το δολοφόνο λαμβάνοντας έτσι μαρτυρικό θάνατο.
Τον θυμάμαι πολλές φορές να λέει ότι οι ευαγγελικές περικοπές της ημέρας δεν είναι τυχαίες και συνήθως ειναι συμπίπτουν με κάποιες καταστάσεις. Την ημέρα του θανάτου του η ευαγγελική περικοπή που είχε δαιβαστει περιείχε τα ακόλουθα λόγια του Κυρίου: «και μη φοβηθείτε από των αποκτεννόντων το σώμα,την δε ψυχήν μή δυναμένων αποκτείναι (...) πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς»

Πηγή-Serbskie besedi:poslednee interviu otta Daniila
Eπιμέλεια -Μετάφραση -www.proskynitis.blogspot.com
http://proskynitis.blogspot.com/2010/11/daniil-sisoev-19-11-2009.html

Ο θεολόγος της Θείας Αγάπης ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΜΑΝ



ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΜΑΝ
Ερμηνευτική προσπάθεια στη ζωή και το έργο του π. Δημητρίου Στανιλοάε
Η εκκλησιαστική ζωή του χωριού και η ακαδημαϊκή θεολογία
      
       Ο βίος του πατρός Δημητρίου Στανιλοάε καλύ­πτει περίπου ολόκληρο τον 20ον αιώνα, αυτόν τον τό­σο ταραγμένο αιώνα μας. Γεννήθηκε στις 17 Νοεμ­βρίου του 1903, σε ένα ορεινό χωριό της Τρανσυλβα­νίας, κοντά στο Μπράσοβ, από γονείς αγρότες, α­πλούς αλλά βαθειά ριζωμένους στην χριστιανική ορ­θόδοξη παράδοση. Και οι δύο είχαν βιβλικά ονόματα, Ιερεμίας και Ρεββέκα.
       Η μητέρα του ήταν πολύ θρησκευόμενη, δυναμι­κή και με πολλή αγάπη προς όλους τους ανθρώπους. Ήθελε, πάση θυσία, ο υιός της, ο Δημήτρης να γίνει ιερέας. Ο πατέρας του υπήρχε εικόνα εκείνου του σο­φού χωριανού, ο οποίος μιλούσε λίγα, αλλά έλεγε πά­ντοτε σπουδαία πράγματα.
       Την εποχή εκείνη, αλλά και αργότερα, το χωριό αποτελούσε το βασικό στοιχείο κοινωνικής ζωής στην Ρουμανία. Στο χωριό του, στην ζωή του χωριού του, ο πατήρ Δημήτριος ανακαλύπτει και ζει για πρώ­τη φορά την αυθεντική εικόνα της εκκλησιαστικής ζωής ή μάλλον την εικόνα της εν γένει ζωής της μι­κρής αυτής κοινότητας, η οποία ήταν εκκλησιαστική. Γράφει σχετικά ο π. Δημήτριος: «Όλη η ζωή στο χω­ριό μας ήταν οργανωμένη γύρω από την Εκκλησία... Η κοινωνική ζωή ήταν στενά δεμένη με την θρησκευ­τική. Από τότε δεν μπορώ να κατανοήσω κοινωνική ζωή χωρίς Εκκλησία. Η Εκκλησία ήταν πολύ κοντά στο λαό και ο λαός ήταν πλήρως αφοσιωμένος στην λατρευτική ζωή της Εκκλησίας... Μεγάλωσα σ' αυτό το πνεύμα. Μία Εκκλησία πολύ σημαντική, κεντρι­κός άξονας όλης της ζωής των ανθρώπων. Ο λαός ζούσε μέσα στην Εκκλησία». Για τον ρόλο που έπαι­ξε στην μετέπειτα ζωή του, αλλά κυρίως στην θεολο­γική του προσπάθεια, η εμπειρία αυτού του εκκλησια­στικού ήθους στα παιδικά του χρόνια μας μιλάει ο π. Δημήτριος προς το τέλος της ζωής του με τους εξής όρους: «Εμπνέομαι ακόμη και σήμερα από τη ζωή της οικογένειάς μου, του χωριού και του λαού γενι­κά». (Costa de Beauregard, Dumitru Staniloae «Ose comprendre que Je t' aime» σ. 16-17).
       Σημαντικό σταυροδρόμι στην ζωή του π. Δημη­τρίου υπήρξε η επιλογή της ανώτατης σχολής, μετά την αποφοίτηση του λυκείου στο Μπράσοβ. Ο ίδιος ήθελε να σπουδάσει φιλοσοφία για να προσεγγίσει την σχολαστική. «Δεν ήξερα τι ήταν η σχολαστική» έλεγε αργότερα, «νόμιζα ότι επρόκειτο για σπουδαία φιλοσοφία» (Costa de Beauregard, σ. 17). Η μητέρα και ένας θείος του, κληρικός, τον πείθουν να σπουδά­σει θεολογία στη περίφημη τότε θεολογική σχολή του Cernauti που ήταν οργανωμένη σύμφωνα με τα πρότυ­πα των γερμανικών θεολογικών σχολών της εποχής. Η πρώτη διαπίστωση του π. Δημητρίου ήταν ότι ε­πρόκειτο για κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που πε­ρίμενε ο ίδιος, έχοντας υπόψη την μέχρι τότε εκκλη­σιαστική του εμπειρία. Ανάμεσα στην ακαδημαϊκή θεολογία και την ζωή της Εκκλησίας υπήρχε χάσμα με­γάλο. Διερωτιόταν «πώς θα μπορούσε, επιστρέφοντας στο χωριό, να μεταφέρει στον λαό τους ακαδημαϊκούς περί Θεού ορισμούς και την μεταφυσική ορολογία». Ένα δεύτερο ερωτηματικό που γεννήθηκε στο νου του αφορούσε κάποια θεολογική αυτάρκεια, η οποία, ενώ περιοριζόταν στο διανοητικό επίπεδο, εμφανιζόταν ως πλήρης περί Θεού γνώση: «Μετά την μελέτη των θεο­λογικών εγχειριδίων και μετά από εκμάθηση βιβλικών χωρίων και δογματικών ορισμών, ο θεολόγος σπουδα­στής είχε την εντύπωση ότι είχε φτάσει στην πλήρη γνώση του Θεού, ότι όλα είχαν λεχθεί και πέρα από τις γνώσεις αυτές δεν μπορούσε κανείς να πει τίποτε καινούργιο» (Costa de Beauregard, σ. 18).
       Η πρώτη αντίδραση του ήταν κάποιο αίσθημα πε­ριφρόνησης προς την λαϊκή ευσέβεια. Μετά από ένα χρόνο εγκαταλείπει κάπως απογοητευμένος την θεο­λογική σχολή και έρχεται στο Βουκουρέστι για να σπουδάσει φιλοσοφία και φιλολογία. Μια τυχαία ή μάλλον προνοιακή συνάντηση στο Βουκουρέστι με τον μητροπολίτη Νικόλαο Βalaη, τον αναγκάζει να επιστρέψει στη θεολογική σχολή, από την οποία και αποφοιτεί το 1927, με μόνο όφελος «την εκμάθηση της μεθοδολογικής εργασίας και την εις βάθος μελέτη των πραγμάτων».
       Μετά την αποφοίτηση της θεολογικής σχολής, ο ίδιος μητροπολίτης τον στέλνει με υποτροφία για ένα χρόνο στην Αθήνα, μετά από επίμονη ζήτησή του. «Αναζητούσα την αυθεντική πηγή και έκφραση της ορθοδόξου θεολογίας και είχα την διαίσθηση ότι θα την έβρισκα στους Έλληνες Πατέρες», γράφει αργό­τερα. Παρόλο που η παραμονή του στην Αθήνα δεν έ­κλεισε ούτε ένα χρόνο (την σχολική περίοδο 1927-1928) και παρόλο που το χειμώνα εκείνης της χρονιάς πέρασε βαρειά αρρώστια, ο π. Δημήτριος κατορθώνει να μάθει την ελληνική γλώσσα και να ετοιμάσει την διδακτορική του διατριβή, με τίτλο «Βίος και δραστηριότης Δοσιθέου, Πατριάρχου Ιεροσολύμων και οι σχέσεις αυτού με τις ρουμανικές χώρες», την οποία υ­ποβάλλει και υποστηρίζει το φθινόπωρο του 1928 στο Cernauti. H σύντομη αθηναϊκή του περίοδος θα απο­τελέσει σημαντικότατο σταθμό στην θεολογική του πορεία. Το μεγάλο κέρδος ονομαζόταν ελληνική γλώσσα, δηλ. δυνατότητα και σοβαρό κίνητρο για την επαφή με τους Πατέρες.
       Στον πρόλογο της ελληνικής μεταφράσεως της ει­σαγωγής στην Δογματική Θεολογία, έγραφε: «Ευχα­ριστώ τον Θεό, που με αξίωσε, με τον τρόπο αυτό, να πληρώσω έστω και ελάχιστο μέρος του ιερού μου χρέ­ους προς την ελληνική γλώσσα, στην οποία οφείλω πάρα πολλά. Η ελληνική γλώσσα, την οποία έμαθα στην Αθήνα πριν από εξήντα χρόνια και την οποία βελτίωνα συνεχώς, μου επέτρεψε από την αρχή της θεολογικής μου διακονίας να βρίσκομαι σ' ένα ζωντα­νό και συνεχή διάλογο με τους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας» (σ. 13). Στην θεολογική σχολή Αθηνών, βρίσκει, όπως και στο Cernauti, την ίδια θεολογία επηρεασμένη από την γερμανική συστηματική θεολο­γία.



Γρηγόριος ο Παλαμάς
       Τον Νοέμβριον του 1928 αναχωρεί για την Γερμα­νία, όπου, με υποτροφία του ίδιου μητροπολίτη συνε­χίζει τις σπουδές του, αρχικά στο Μόναχο και έπειτα στο Βερολίνο όπου ενδιαφέρεται για την γενική εκ­κλησιαστική ιστορία και ειδικότερα για την Βυζαντι­νολογία. Και, ενώ βρισκόταν στη Δύση, ανακαλύπτει εκείνον τον μεγάλο Πατέρα και Διδάσκαλο της Ορθοδοξίας που θα του προσφέρει το ερμηνευτικό κλειδί για την διείσδυση στο χώρο της ζωντανής Θεολογίας και θα σημαδέψει όλη του την θεολογική σκέψη και συγγραφική παραγωγή. Το όνομά του: Γρηγόριος ο Παλαμάς. Αφορμή γι' αυτήν την ανακάλυψη υπήρξε η σπουδή της Βυζαντινής Ιστορίας όπου και συναντά τη μορφή του μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας. Ανα­ζητά χειρόγραφα παλαμικών έργων. Τα βρίσκει στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού όπου πήγε για δια­κοπές. Δύο ολόκληρους μήνες, κάθε μέρα, διαβάζει και αντιγράφει παλαμικά κείμενα. Επιστρέφει στη Γερμανία και από κει στη Ρουμανία, αφού σταματάει για δύο μήνες στο Βελιγράδι για έρευνα στο χώρο της εκκλησιαστικής ιστορίας.
       Εδώ ολοκληρώνεται η περίοδος των μεταπτυχια­κών του σπουδών, η οποία διήρκησε μόλις δύο χρό­νια, και αρχίζει η πανεπιστημιακή του σταδιοδρομία.
       Την πρώτη Σεπτεμβρίου 1929, ο μητροπολίτης Νικόλαος Βalan τον διορίζει αναπληρωτή καθηγητή στην έδρα της Δογματικής στη Θεολογική Ακαδημία του Σιμπίου. Ήταν 26 χρονών. Για 17 χρόνια διδά­σκει Δογματική (1929-1936) και κατά διαστήματα: Α­πολογητική (1929-1932, 1936-1937), Ποιμαντική (1932-1936) και Ελληνική γλώσσα (1929-1934). Το 1935 εξελέγεται τακτικός καθηγητής και το 1936 πρύ­τανης της Θεολογικής Ακαδημίας του Σιμπίου μέχρι το 1946, όταν αναγκάζεται για πολιτικούς λόγους να μετατεθεί στο Βουκουρέστι.
       Πρέπει να πούμε ότι εκείνη την εποχή και χάρη στο φιλόδοξο πρόγραμμα και στις προσωπικές προ­σπάθειες του Μητροπολίτη Νικολάου Βalan η Θεολο­γική Ακαδημία είχε μια ομάδα μεγάλων καθηγητών ανάμεσα στους οποίους: ο Νικόλαος Neaga στην Πα­λαιά Διαθήκη, ο Γρηγόριος Μάρκου στην Καινή Δια­θήκη, ο Θεόδωρος Bodogae στην Βυζαντινολογία, ο Λίβιου Stan στο Κανονικό Δίκαιο και άλλοι. Σ' αυ­τήν την γενεά μεγάλων καθηγητών ανήκει και ο π. Δημήτριος Στανιλοάε, ως κορυφαίος εκπρόσωπος ο­πωσδήποτε.
       Το 1930 νυμφεύεται την Μαρία την μελλοντική του πρεσβυτέρα και σύντροφο της ζωής του για 63 χρόνια, μέχρι το Μάρτιο του 1993, όταν εκοιμήθη.
       Επειδή είχε κάνει σπουδές εκκλησιαστικής ιστο­ρίας, για την πρώτη χρονιά και για τις παραδόσεις Δογματικής Θεολογίας μεταφράζει την γνωστή τότε Δογματική του Έλληνα Θεολόγου Χρήστου Ανδρού­τσου, η οποία δεν τον ικανοποιεί πλήρως, όπως μαρ­τυρεί αργότερα: «Διάβαζα στον Ανδρούτσο ότι δεν υ­πάρχει, πρόοδος στη γνώση του Θεού, ότι όλα είναι λεχθέντα και διατυπωμένα στους δογματικούς όρους και τύπους».
       Αυτή ήταν η αιτία που ο π. Δημήτριος αποφασί­ζει την μετάφραση των παλαμικών κειμένων, τα οποία είχε φέρει μαζί του από το Παρίσι. Αρχίζει έτσι η πολύ καρποφόρα μεταφραστική προσπάθεια στη ρουμανική γλώσσα που διαρκεί όλη του τη ζωή καλύπτοντας τα σημαντικότερα έργα των Ελλήνων Πα­τέρων. Η πατερική Θεολογία, ως αυθεντική έκφραση της ανά τους αιώνας ζωής της Εκκλησίας, ως πλή­ρης και αληθινή ερμηνεία της συνεχούς παρουσίας του Θεού μέσα στην ιστορία και στον αγαπητικό διά­λογο με τους ανθρώπους, καθώς και η προσωπική ε­μπειρία της παρούσας ζωής της Εκκλησίας αποτελούν τις δύο βασικές πηγές της Θεολογίας του πα­τρός Δημητρίου: «Η Θεολογία μου πηγάζει αφενός από τον αληθινό συνεχή διάλογο με τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας και αφετέρου από τον ζωντανό και μόνιμο διάλογό μου με τον εν Τριάδι Θεό, μέσα από την προσευχή και την λειτουργική ζωή στην πα­τροπαράδοτή μου Εκκλησία, μαζί με τους αγαπημέ­νους μου Ρουμάνους αδελφούς και τους απανταχού αδελφούς Χριστιανούς» (Ορθόδοξη Δογματική Θεο­λογία, ελλ. μετ., σελ. 13).
       Η μεταφραστική προσπάθεια συνοδεύεται, από την αρχή κιόλας και μέχρι το τέλος, από μία συνεχή ερμηνεία και εμβάθυνση στην πατερική σκέψη και Θεολογία με κίνητρο τους προβληματισμούς του συγ­χρόνου ανθρώπου. Ενώ μεταφράζει τα Παλαμικά έρ­γα, γράφει την πρώτη του μελέτη πάνω στην παλαμι­κή Θεολογία. «Περί της οδού προς το Θείο φως κατά τον αγ. Γρηγόριο Παλαμά», που δημοσιεύτηκε στην Επετηρίδα της Θεολογικής Ακαδημίας το 1930 (1929/1930 σελ. 55-72). Ας θυμηθούμε ότι ήταν η επο­χή που ακόμη και στο ορθόδοξο χώρο υπήρχαν σοβα­ρές επιφυλάξεις όσον άφορα τον ησυχασμό και την διδασκαλία του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά. Ο ίδιος ο π. Δημήτριος λέει ότι, όταν ήταν πρωτοετής φοιτη­τής Θεολογίας, διάβασε σε Βυζαντινή ιστορία ρουμά­νου καθηγητή: «για την παράξενη ιδέα του Γρηγορίου του Παλαμά ότι κάποιοι καλόγεροι βλέπουν το φως του Θεού».
       Ακολουθεί η μετάφραση και η δημοσίευση στην ίδια Επετηρίδα δύο παλαμικών πραγματειών: «Περί των ιερώς ησυχαζόντων», συνοδευόμενων από πλού­σια σχόλια (1931/1932, σελ. 5-70). Η έρευνά του πά­νω στα έργα και στην προσωπικότητα του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά συνεχίζεται για πολλά χρόνια ακό­μη και ολοκληρώνεται σε μια επιστημονική μονογρα­φία αφιερωμένη στο μεγάλο υπέρμαχο και ερμηνευτή της Ορθοδοξίας και πρώτο πατερικό δάσκαλό του. Το 1938 κυκλοφορεί στο Sibiu «Βίος και διδασκαλία του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά» (250 σελ.) μαζί με τη μετάφραση τριών νέων παλαμικών πραγματειών (160 σελ.). Αν εξαιρέσουμε το βιβλίο του Γρηγορίου Παπαμιχαήλ για τον Γρηγόριο Παλαμά που δημο­σιεύτηκε το 1911 στην Αλεξάνδρεια, το βιβλίο του π. Δημητρίου είναι, όπως γράφει σύγχρονος μελετητής του π. Δημητρίου, η πρώτη συστηματική θεολογική εμβάθυνση στην παλαμική σκέψη και Θεολογία (Βλ. Pr. Prof. dr. Dumitru Radu, Cooordonate si permanente in opera Par. Prof. Dumitru Staniloae, στό τιμη­τικό τόμο Persoana si comuniune, Prinos de cinstire Preotului Professor Academician Dumitru Staniloae, 1903-1993, Sibiu, 1993, σελ. 138).
       Η γνωστή μελέτη του π. John Meyendorf, Introduction a l' etude de Gregoire Palamas, θα κυκλοφορή­σει είκοσι χρόνια αργότερα. Δυστυχώς, λόγω των ι­στορικών πολιτικών συνθηκών, αλλά και της περιορι­σμένης κυκλοφορίας της ρουμανικής γλώσσας, οι με­λέτες του π. Δημητρίου ήταν λιγότερο γνωστές.
       Αυτή η παλαμική περίοδος στην επιστημονική θεολογική πορεία του π. Δημητρίου θα αποδειχτεί κεφα­λαιώδους σημασίας για τη θεολογία του.
       Ο άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, με την ολοκληρω­μένη θεολογική πατερική του σύνθεση, είναι ο χώρος δια του οποίου ο π. Δημήτριος εισέρχεται στο ιερό της πατερικής ορθοδόξου Θεολογίας και εμπειρίας, και δι' αυτής ανακαλύπτει την οδό προς την αυθεντι­κή Θεολογία, η οποία πηγάζει από τη σχέση, τον ο­ντολογικό διάλογο, την ένωση με το Θεό, από την εμπειρία της Θείας παρουσίας μέσα στον κόσμο, μέσα στην ιστορία. Στην παλαμική διάκριση Θείας Ουσίας, και ακτίστων Θείων Ενεργειών, ο π. Δημήτριος βρί­σκει τη λύση επαναγεφύρωσης του χάσματος που μια ξένη προς την Ορθοδοξία Θεολογία έχει εισαγάγει α­νάμεσα στον «μεταβατικό» Θεό και τον κόσμο και, κατά συνέπεια, τη λύση για τη συμφιλίωση της ακα­δημαϊκής Θεολογίας με τη χριστιανική ζωή του λαού, με τη ζωή της Εκκλησίας.
       Στην Γερμανία γνωρίζει τον Θεολόγο Karl Barth στον οποίο βρήκε την κατάφαση του προσώπου και του προσωπικού χαρακτήρα των σχέσεων με το Θεό. Ο Θεός είναι ένα προσωπικό Ον, που έχει κάτι να πει στον αμαρτωλό άνθρωπο. «Κατάλαβα, όπως λέγει ο π. Δημήτριος, ότι αυτή δεν ήταν μια ακριβής χρι­στιανική αντίληψη. Υπερτόνιζε το χάσμα, την από­σταση μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Ήταν η γνωστή θεωρία της διαστάσεως. Αλλά κέρδισα τον τονισμό του υπερβατικού χαρακτήρα του Θεού απέναντι στον άνθρωπο και στον κόσμο. Συνέδεσα αυτό με την αντί­ληψη που ανακάλυψα στον άγ. Γρηγόριο τον Παλα­μά, ότι ο Θεός βρίσκεται σε άμεση σχέση μαζί μας δια των ακτίστων ενεργειών Του» (Costa de Beauregard, σελ. 92).

«Ιησούς Χριστός
- η αποκατάστασις του ανθρώπου»
       Λίγα χρόνια μετά, το 1943, ο π. Δημήτριος γράφει την πρώτη του χριστολογική μονογραφία την οποία τιτλοφορεί χαρακτηριστικά «Ιησούς Χριστός - η αποκατάστασις του ανθρώπου» (Sibiu, 1943, 404 σελί­δες). Ο τίτλος δείχνει κιόλας ότι έχουμε εδώ όχι α­πλώς μια χριστολογική θεολογία αλλά και μια χρι­στιανική ανθρωπολογία, η οποία δεν μπορεί να είναι παρά μία χριστοκεντρική ανθρωπολογία. Στο πρόσω­πο του Ιησού Χριστού έχουμε μεν τον Υιόν του Θεού αλλά και τον Υιόν του Ανθρώπου. Και κάτι ακόμα, το πρόσωπο του Χριστού δεν χωρίζεται από το έργο Του που είναι η αποκατάσταση του ανθρώπου.
       Τα κίνητρα που ώθησαν τον π. Δημήτριο να γρά­ψει αυτό το βιβλίο ήταν πολλά. Έπαιξε κάποιο ρόλο και η επιστροφή στο χριστοκεντρικό χαρακτήρα του κηρύγματος και γενικότερα της ποιμαντικής της Εκ­κλησίας που απαιτούσε επίμονα από τους κληρικούς ο Μητροπολίτης Νικόλαος. Αλλά αποφασιστική πρέ­πει να ήταν η θεολογική τοποθέτηση απέναντι στις προκλήσεις της εποχής του. Ας σημειώσουμε ότι το βιβλίο αυτό γράφτηκε σε περίοδο παγκοσμίου πολέ­μου, σε περίοδο που, ένας ανθρωποκεντρικός πολιτι­σμός, παράδοξα, αλλά ταυτόχρονα ως φυσιολογική συνέπεια, σπρώχνει τον άνθρωπο στα πρόθυρα της αυτοκαταστροφής, με έκδηλη την απερίγραπτη περιφρό­νηση της μοναδικής αξίας του ανθρωπίνου προσώ­που. Εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώνονται για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας ως άμορφη μάζα.
       Από την άλλη μεριά ο π. Δημήτριος ήταν ενήμερος σχετικά με τις προσπάθειες που γίνονταν στο χώ­ρο της δυτικής θεολογίας και κυρίως φιλοσοφίας προς μια αναθεώρηση και κατάφαση της αξίας του ανθρώπου -του Υπαρξισμού και του Περσοναλισμού. Ο ρουμάνος θεολόγος αξιολογεί μάλιστα τα θε­τικά στοιχεία τους, αλλά ταυτόχρονα τους καταλογί­ζει την ανικανότητά τους να ξεπεράσουν τα ενδοκοσμικά μέτρα και κριτήριά τους και να τοποθετήσουν τον άνθρωπο σε πραγματική σχέση με το Θεό.
Η αληθινή εικόνα του ανθρώπου είναι ο Χριστός. Στο πρόσωπό Του η ανθρώπινη φύση ανυψώνεται στο αληθινό της ανάστημα. Στο σημαντικότατο αυτό έργο ο π. Δημήτριος αναπτύσσει για πρώτη φορά στη νεώ­τερη ορθόδοξη θεολογία την οντολογική διάσταση της χριστολογίας και της σωτηριολογίας, τονίζοντας την οργανική σχέση ανάμεσα στο πρόσωπο και το σωτηριολογικό έργο του Χριστού. «Ο Χριστός, γρά­φει ο π. Δημήτριος, με την ενανθρώπισή Του παραμέ­νει σε αιώνια σχέση μαζί μας ως μοναδική πηγή από την οποία πηγάζει η σωτηρία μας. Σωτηρία σημαίνει σχέση, στενή κοινωνία, με τον Ιησού Χριστό και όχι ατομική συμμόρφωση σε κάποια διδασκαλία. Η σω­τηρία δεν είναι κατ' αρχήν κάποια γνώση ή ηθική. Δεν πραγματοποιείται με το να γνωρίζει ή να πράττει κανείς κάτι, αλλά μέσα από τη βίωση της σχέσεως, με το Χριστό... Συνεπώς, η αναζήτηση της σωτηρίας ση­μαίνει αναζήτηση του Ιησού Χριστού, της κοινωνίας με Αυτόν» (σελ. 186).
       Το απολυτρωτικό έργο του Χριστού παραμένει α­χώριστο, από το πρόσωπό Του. Το πρόσωπό Του εκ­δηλώνεται στις σωτηριώδεις πράξεις Του. Μόνο με μια αφηρημένη γλώσσα μπορούμε να μιλήσουμε χωριστά για το πρόσωπο και χωριστά για τις πράξεις Του (σελ. 187).
       Ο Χριστός είναι η πληρότητα, η τελειότητα όσον αφορά την ανθρώπινη φύση και αυτό επειδή στο πρό­σωπο του Χριστού η ανθρώπινη φύση φτάνει σε πλή­ρη ένωση με το Θεό.
Η Ρουμανική Φιλοκαλία.
Η οντολογική σχέση αλήθειας και ζωής
       Το επόμενο ερώτημα ήταν πώς μπορεί να πραγμα­τοποιήσει κάθε άνθρωπος την ένωση με το Θεό. Αυτό το ερώτημα οδηγεί τον π. Δημήτριο σ' ένα καινούργιο κεφάλαιο, το ίδιο σημαντικό, της θεολογικής του προ­σφοράς. Πρόκειται για τη μετάφραση και την έκδοση της Φιλοκαλίας στη Ρουμανική γλώσσα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που φιλοκαλικά κείμενα μεταφράζονταν στη ρουμανική. Ο ίδιος ο π. Δημήτριος μαρτυρεί την ύπαρξη πολλών χειρογράφων παλαιοτέρων ρουμανι­κών μεταφράσεων τα οποία αναλύει και χρησιμοποιεί. Η απόφαση του π. Δημητρίου να μεταφράσει τη Φιλοκαλία συμπίπτει με μια εποχή φιλοκαλικής αφυπνίσεως, που οφείλεται στην παρουσία μεγάλων ρουμά­νων πνευματικών πατέρων. Ένας από αυτούς ήταν ο π. Αρσένιος Bocca, ο οποίος εμπνέει και υποστηρίζει από κοντά την εκτύπωση και τη διάδοση της Φιλοκαλίας. Στη Φιλοκαλία ο π. Δημήτριος ανακαλύπτει πως τα δόγματα της Εκκλησίας συνδέονται με την ζωή των ανθρώπων, αυτό που ο ίδιος ονομάζει «πνευματι­κή διάσταση των δογμάτων», και ανακαλύπτει πως η δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας ανταποκρίνε­ται στις πιο βασικές ανάγκες των ανθρώπων.
       Σε τρία χρόνια, 1946-1948, κυκλοφορούν οι πρώ­τοι τέσσερις τόμοι, οι οποίοι καλύπτουν τον πρώτο τόμο της ελληνικής εκδόσεως.
       Όταν έχει κανείς υπόψιν την περίοδο που ο π. Δη­μήτριος μεταφράζει και δημοσιεύει στην Ρουμανική γλώσσα την Φιλοκαλία, καταλαβαίνει καλύτερα και τη βούληση του Θεού για να δώσει μια ουσιαστική πνευματική τροφή στον πιστό λαό για τα δύσκολα χρόνια που ακολουθούσαν, αλλά και την ευφυή έμ­πνευση του ίδιου του π. Δημητρίου, και των γύρω του πατέρων. Ενώ το κομμουνιστικό καθεστώς εγκαθίστατο με βίαιο τρόπο και κοσμογονικές αλλαγές λαμβάνανε χώρα στο πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστι­κό χώρο, κάποιος μετέφραζε βιαστικά την Φιλοκαλία. Η φιλοκαλική αυτή μεταφραστική προσπάθεια θα σταματήσει αναγκαστικά σε μια πρώτη φάση, στους πρώτους τέσσερις τόμους. Θα συνεχίσει μετά από τριάντα χρόνια ακριβώς.
       Ο πατήρ Στανιλοάε δεν υπήρξε απλώς και μόνο μεταφραστής της Φιλοκαλίας, αλλά ο δημιουργός της Ρουμανικής Φιλοκαλίας με την έννοια ότι εμπλουτί­ζει την Ελληνική Φιλοκαλία προς τρεις κυρίως κα­τευθύνσεις:
α. Προσθέτει στην κλασική πια φιλοκαλι­κή συλλογή καινούργια κείμενα δικής του επιλογής. β. Εκπονεί εκτενείς εισαγωγές σε κάθε κείμενο και συγγραφέα,
γ. Συνοδεύει όλη τη μετάφραση με πλού­σιους σχολιασμούς. Τα γνωστά πια σχόλια του π. Δη­μητρίου στη Φιλοκαλία θα μπορούσαν να αποτελέ­σουν ξεχωριστό πρωτότυπο έργο.
       Τα σχόλια αυτά είναι προσπάθειες του π. Δημη­τρίου, από τη μια μεριά να εξηγήσει και να ερμηνεύ­σει τα φιλοκαλικά κείμενα για το σημερινό άνθρωπο, και από την άλλη μεριά να συνεχίσει την εμβάθυνση και τον εμπλουτισμό των νοημάτων με την σύγχρονη εμπειρία της Εκκλησίας. Ένα μόνιμο στοχείο μέσα στα σχόλιά του είναι η επισήμανση της εσωτερικής σχέσεως διδασκαλίας και ζωής, δείχνοντας αφενός ό­τι η διδασκαλία είναι έκφραση ζωής και, μόνον εφό­σον ενσαρκώνεται, δικαιώνεται, και αφετέρου πως η ζωή καθοδηγείται και διατηρείται αυθεντική από τη διδασκαλία της Εκκλησίας.
       Δεν είναι χωρίς σημασία να πούμε ότι ο ίδιος ο π. Δημήτριος θεωρεί την μετάφραση της Φιλοκαλίας α­κόμη πιο αναγκαία σε μια περίοδο που στον ορθόδοξο χώρο εμφανίζονται πιεστικές τάσεις και εμπειρίες θρη­σκευτικές, ξένες προς την ορθόδοξη πνευματικότητα.
      Γράφει σχετικά στον πρώτο τόμο τής Φιλοκαλίας: «Γίνεται τελευταία όλο και περισσότερο λόγος περί της βιώσεως της θρησκείας, αλλά αυτή η βίωσις δεν κατευθύνεται προς ένα τελικό στόχο, για να καθοδη­γήσει την ανθρώπινη ψυχή, σύμφωνα με ορισμένους νόμους, προς περισσότερη κάθαρση και αγάπη, αλλά θεωρείται ως αξία αυτή καθ' εαυτή, ακόμη κι αν δεν οδηγεί πουθενά, ακόμη κι αν χάνει το σωστό δρόμο. Σύμφωνα με τους Πατέρες η θρησκευτική ζωή έχει α­ξία μονάχα αν αποτελεί μια συνεχή πρόοδο προς τον τελικό στόχο που είναι η τελείωσή της. Οι Πατέρες έ­χουν δώσει ένα πρόγραμμα ζωής γι' αυτήν την προο­δευτική πορεία» (Φιλοκαλία Ι, σελ. 21).
       Η φιλοκαλική αυτή αναγέννηση έρχεται και σαν αντίδραση απέναντι στην διείσδυση και διάδοση στο ρουμανικό χώρο από τα μέσα του 19ου αιώνος, ξένων προτύπων ζωής, δυτικής εμπνεύσεως, που εμπέδωσε κυρίως πάνω στους διανοουμένους.
       Η Ρουμανική Φιλοκαλία θα ολοκληρωθεί σε δώ­δεκα τόμους, από τον ίδιο ακούραστο μεταφραστή, μόλις το 1991. Στον τέταρτο τόμο ο π. Δημήτριος ανα­κοίνωνε την πρόθεσή του να προσθέσει στην υπάρ­χουσα φιλοκαλική συλλογή, νέα πατερικά κείμενα: «Θα πρέπει στον πέμπτο τόμο να μεταφράσουμε τους πρώτους συγγραφείς του δευτέρου τόμου της ελληνι­κής Φιλοκαλίας... αλλά είναι πιθανόν να αφιερώσου­με 2-3 τόμους στα συγγράμματα του Συμεώνος του Νέ­ου Θεολόγου, του μεγάλου αγίου και πνευματικού συγγραφέα του 11ου αιώνα». Δεν είναι καθόλου τυ­χαία αυτή η πρώτη επιλογή αν λάβουμε υπόψιν ότι ο π. Δημήτριος είχε ήδη μεταφράσει έργα του Γρηγορίου του Παλαμά. Από τα πιο σημαντικά έργα που ο π. Δημήτριος έχει προσθέσει στη φιλοκαλική συλλο­γή έχουμε: στον 9ο τόμο το γνωστό έργο του Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτου, Κλίμαξ, στον 10ο τόμο τους Ασκητικούς Διάλογους του αγίου Ισαάκ του Σύρου, στον 11ο τόμο τις Πνευματικές Επιστολές των αγίων Βαρσανουφίου και Ιωάννου, και στον 12ο τόμο, τους 29 Διαλόγους του Οσίου Ησαΐα του Ερμηνευτού.
       Η Ρουμανική Φιλοκαλία, αυτό το μνημειώδες έρ­γο σε 12 τόμους που απαριθμεί συνολικά 6000 σελί­δες, έχει παίξει ένα μεγάλο ρόλο μάλλον αποφασιστι­κό, στην επιβίωση της χριστιανικής πίστης και της Εκκλησίας στην κομμουνιστική αθεϊστική περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της Ρουμανίας. Την περίοδο αυτή η ανατύπωση ήταν απαγορευμένη και η Φιλοκαλία κυκλοφορούσε σε δακτυλογραφημένα και φωτοτυ­πημένα αντίτυπα. Αμφίβολο ήταν, εάν μια αναπτυγμέ­νη ακαδημαϊκή Θεολογία θα μπορούσε να παίξει πα­ρόμοιο ρόλο.
       Η συγγραφική προσπάθεια του π. Δημητρίου στο φιλοκαλικό χώρο, ανακεφαλαιώνει, όπως είπαμε μια ισχνή παράδοση, την οποία εκφράζει και επεκτείνει. Πρόκειται για ένα πολύ καλά αποκρυσταλλωμένο κε­φάλαιο της νεώτερης πνευματικής ιστορίας της Ρου­μανίας. Γράφει σχετικά ο ακαδημαϊκός Virgil Candea: «Ο π. Δημήτριος Στανιλοάε, μαζί με πολλούς άλλους ρουμάνους λογίους, συμβάλλουν ουσιαστικά σε μια σωτηριώδη φάση της ιστορίας της ρουμανικής πνευματικότητας, η οποία αρχίζει με την μεταπολεμική περίοδο και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Αυτήν θα την ονόμαζα φιλοκαλική αναγέννηση» (Βλ. στον τιμητικό τόμο Persoana si comuniune ... σε. XIII). Ακόμη και ο Emil Cioran, ο γνωστός ρουμάνος μηδενιστής φιλόσο­φος, έγραφε στον π. Δημήτριο σχετικά με την μετά­φραση της Φιλοκαλίας τα εξής: «Η Φιλοκαλία είναι ένα, κεφαλαιώδες μνημείο στην ιστορία της ρουμανι­κής γλώσσας και του ρουμανικού πολιτισμού. Ταυτό­χρονα, τι μάθημα βάθους, για ένα ατυχή και επιπό­λαιο έθνος! Από όλες τις πλευρές ένα τέτοιο έργο κα­λείται να παίξει ένα σπουδαιότατο ρόλο...» (Επιστο­λή της 22ης Ιουνίου 1985).
       Για τον δογματολόγο Δημήτριο Στανιλοάε, η επα­φή με τη Φιλοκαλία είναι μεγίστης σημασίας. Ανακα­λύπτει και το τονίζει ιδιαίτερα αυτό ο π. Δημήτριος, ότι η Φιλοκαλία έχει μια βαθειά θεολογική βάση και μάλιστα χριστολογική. «Ο τρόπος ζωής που περιγρά­φεται στα φιλοκαλικά κείμενα είναι κατεξοχήν χριστολογικός και χριστοκεντρικός, γράφει ο π. Δημήτριος, είναι η μοναδική οδός, η οποία προωθεί την σχέση και την ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους και με τον Χριστό. Η βάση αυτού του συμπεράσματος εί­ναι η θεμελιώδης διαπίστωση ότι το έργο του ανθρώπου δεν διαχωρίζεται από το έργο του Χριστού. Αυτό που πράττει ο άνθρωπος δεν το πράττει μόνος του, αλλά με τη βοήθεια του Χριστού και του Αγίου Πνεύμα­τος» (Φιλοκαλία 2, σελ. 6).
       Επομένως, όλη η φιλοκαλική ανάπτυξη που απο­βλέπει στην ένωση του ανθρώπου με το Χριστό έχει μια χριστολογική θεολογική και βιβλική βάση. Ο χωρισμός του έργου του Χριστού από το έργο του ανθρώπου, ή μάλλον η χωρισμένη θεώρησή τους είναι ξένη προς την ορθόδοξη παράδοση και έχει επιβλη­θεί από την σχολαστική θεολογία με τον χωρισμό της Δογματικής από την Ηθική, ώστε η Δογματική να α­ναφέρεται σ' αυτό που είναι και που έκανε ο Θεός για τον άνθρωπο και η Ηθική σ' αυτό που πρέπει να κά­νει ο άνθρωπος (Φιλοκαλία 2 σελ. 6).
       Η συνεργητική αυτή θεώρηση της ζωής και των έργων του ανθρώπου είναι δυνατή μόνο στην ορθόδο­ξη θεολογία, επειδή η δυτική χριστιανική παράδοση δεν μιλάει για τις άκτιστες ενέργειες του Χριστού, οι οποίες ενεργούν μέσα στον άνθρωπο και ενισχύουν τις ενέργειες τις ανθρώπινες. Έτσι ο π. Δημήτριος α­ποδεικνύει ότι η φιλοκαλική πνευματικότητα είναι καρπός της δογματικής θεολογίας της Εκκλησίας, αλλά, ταυτόχρονα, αυτή η ίδια θεμελιώνει την θεολο­γία της Εκκλησίας.
       Η χριστολογική βάση και δομή της Φιλοκαλίας δικαιώνει τον π. Δημήτριο να δώσει μια φιλοκαλική βάση στη δογματική του θεολογία, πράγμα που απο­τέλεσε ίσως τη σημαντικότερη συμβολή του στην σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία.
       Η επαφή του π. Δημητρίου με το φιλοκαλικό πνεύμα δεν περιορίζεται στο θεωρητικό, διανοητικό ε­πίπεδο, στο επίπεδο της μετάφρασης και του σχολιασμού της Φιλοκαλίας, αλλά περνάει στο επίπεδο της εμπειρίας. Παρόλο που ήταν έγγαμος κληρικός, τον βρίσκουμε, σε μία πρώτη φάση, στην ατμόσφαιρα της Ιεράς Μονής Μπρινκοβεάνου κοντά στη μεγάλη πνευματική προσωπικότητα του π. Αρσενίου και έπει­τα, σε μια δεύτερη φάση, στο Βουκουρέστι όπου είχε μετατεθεί το 1946, πάλι σε μοναστικό κλίμα, εδώ της Ιεράς Μονής Άντιμ, συμμετέχοντας σε μια πολύ γνω­στή και ισχυρή φιλοκαλική κίνηση, που είχε συνάξει επί το αυτό σπουδαίους πνευματικούς πατέρες, όπως ο π. Σοφιανός, ο π. Βενέδικτος, κ.ά., σπουδαίες μορφές διανοουμένων, όπως ήταν ο μεγάλος ποιητής και για­τρός Βασίλειος Voiculescu, ο φυσικός Αλέξανδρος Mironescu, ο καθηγητής Κωνσταντίνος Joja, φιλοσό­φους, γιατρούς, συγγραφείς και φοιτητές.
       Αυτή η κίνηση, ενώ ήταν φυσιολογική συνέπεια της φιλοκαλικής αφύπνισης στην μεσοπολεμική πε­ρίοδο, μεταμορφώνεται τώρα σε μέσο εσωτερικής α­ντίστασης απέναντι στο νέο πολιτικό καθεστώς, το οποίο επέβαλλε βίαια την αθεϊστική και αντιχριστιανι­κή ιδεολογία του. Αυτό δεν θα ξεφύγει για πολύ χρό­νο της όλο και πιο ειδικευμένης μυστικής αστυνομίας του κράτους. Το αθεϊστικό κομμουνιστικό καθεστώς κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι πρέπει να περιορίσει μέ­χρι τον αφανισμό την ζωντανή εμπειρία σχέσεως του ανθρώπου με το Θεό. Η θεολογία που δεν επιστρατεύ­ει και δεν παρακινεί τον άνθρωπο σε προσωπική βίω­ση της σχέσεως με το Θεό δεν φοβίζει τους εχθρούς της χριστιανικής πίστεως.
       Πριν εγκαταλείψει οριστικά το Sibiu, θα ήθελα να επισημάνω ότι ο π. Δημήτριος Στανιλοάε διετέλεσε για 14 χρόνια (1934-1945) αρχισυντάκτης του γνω­στού εκκλησιαστικού και θεολογικού περιοδικού Telegrafoul Roman, το οποίο εκδίδονταν από την Αρχιε­πισκοπή του Sibiu. Αυτήν την περίοδο ο π. Δημή­τριος έχει μια πλουσιότατη δημοσιογραφική δραστηριότητα - γράφει συνολικά 200 άρθρα πάνω σε ε­πίκαιρα θέματα, όπως ο κίνδυνος του κομμουνισμού που πλησίαζε, το θέμα της ουνίας, θέματα που αφο­ρούσαν την σχέση Ορθοδοξίας και έθνους, κ.λπ. (βλ. Dumitru Abrudan, Parintele Dr. Dumitru Staniloae, redactor al T.R.., στο τιμητικό τόμο Persoana si Comuniune, σ. 68-73).
       Την ίδια εποχή διεξάγει την περίφημη διαμάχη με τον μεγαλύτερο ρουμάνο φιλόσοφο, Lucian Blaga, στην οποία η ιστορία αναδεικνύει νικητή τον π. Δη­μήτριο.
       Επανερχόμαστε στο Βουκουρέστι. Το 1958 εκτυ­λίσσεται το τελευταίο μεγάλο κίνημα συλλήψεων, κυ­ρίως ανάμεσα στους διανοουμένους. Το μεγαλύτερο μέρος των συμμετεχόντων, στην αναφερομένη φιλο­καλική κίνηση συλλαμβάνονται. Μεταξύ τους και ο π. Δημήτριος. Αυτό συνέβη τα χαράματα της 5ης Σε­πτεμβρίου 1958. Δικάζεται μαζί με άλλους 15 θεολό­γους και μοναχούς στις 4 Νοεμβρίου 1958 και καταδι­κάζεται σε πέντε χρόνια φυλάκιση. «Είχα την ικανο­ποίηση ότι υπέφερα και εγώ μαζί με τόσους ιερείς και πιστούς της Εκκλησίας -έλεγε σε μια συνέντευξη -το 1958. ήταν στις κομμουνιστικές φυλακές πάνω από 500 ιερείς. Φυσικό ήταν να βρίσκονται και θεολόγοι ανάμεσά τους, να συμμετέχουν σ' αυτή την θυσία». Α­ποφυλακίζεται τον Ιανουάριο του 1963. Το φθινόπω­ρο του 1965 επανέρχεται στην έδρα του στο Θεολογι­κό Ινστιτούτο Βουκουρεστίου και μόνο για τον κύ­κλο των μεταπτυχιακών σπουδών, όπου διδάσκει μέ­χρι το 1973, όταν και παίρνει σύνταξη.

«Ορθόδοξη Δογματική Θεολογία» - Συμφωνία ανάμεσα στη θεωρητική διατύπωση της διδασκαλίας και την εμπειρία, την ζωή της Εκκλησίας
       Αρχίζει τώρα η δεύτερη σημαντική περίοδος στην ζωή και την θεολογική προσφορά του π. Δημη­τρίου Στανιλοάε, η οποία θα αποδειχθεί ακόμη πιο καρποφόρα, παρόλο που αντιμετωπίζει σοβαρά εμπό­δια εκ μέρους της αθεϊστικής λογοκρισίας και ενώ εί­χε συμπληρώσει τα εξήντα του χρόνια. «Τα περισσό­τερά μου έργα -έλεγε στην ίδια συνέντευξη- τα έγρα­ψα μετά τα εξήντα μου χρόνια».
       Η θεολογική επιστημονική του πορεία ακολουθεί βασικά τις ίδιες γραμμές. Το 1976 κυκλοφόρησε ο πέμπτος τόμος της Φιλοκαλίας. Ακολουθούν ο έκτος και ο έβδομος το 1977, ο όγδοος το 1979, ο ένατος το 1980, ο δέκατος το 1981, ο ενδέκατος το 1990 και ο δωδέκατος το 1991.
       Ο σημαντικότερος ίσως σταθμός στην θεολογική αυτή πορεία και η μεγαλύτερη συμβολή του π. Δημη­τρίου στην ορθόδοξη θεολογία υπήρξε η δημοσίευση το 1978, στο Βουκουρέστι, της μεγάλης τρίτομης δογ­ματικής σύνθεσης: Ορθόδοξη Δογματική Θεολογία (1350 σελίδες). «Μετά από πολυάριθμες πραγματείες περί διαφόρων θεμάτων δογματικής θεολογίας -γρά­φει ο π. Δημήτριος στο πρόλογο του βιβλίου- δημο­σιευμένες στα θεολογικά περιοδικά του Βουκουρε­στίου μεταξύ των ετών 1950-1977, ο αγαθός Θεός με βοήθησε να γράψω μια ολοκληρωμένη σύνθεση ορθό­δοξης δογματικής θεολογίας. Δεν είναι αντιγραφή ε­κείνων των πραγματειών, αλλά είναι επινοημένη εκ νέου και σαν ένα σύνολο» (σ. 5). Στον ίδιο πρόλογο, ο π. Δημήτριος δηλώνει και ποιοι ήταν οι κύριοι στό­χοι του στην Δογματική. Ο πρώτος στόχος υπήρξε η στενή, οργανική συσχέτιση των δογμάτων με την ζωή των ανθρώπων, η οντολογική σχέση αλήθειας και ζω­ής, η συμφωνία ανάμεσα στη θεωρητική διατύπωση της διδασκαλίας της Εκκλησίας και την εμπειρία, την ζωή της Εκκλησίας. Γράφει σχετικά: «Προσπαθήσαμε σ' αυτή την σύνθεση να φανερώσουμε την πνευματική σημασία των δογματικών διδασκαλιών, να διακρίνουμε την αλήθεια τους κατ' αναλογία με τις βαθιές ανάγκες της ψυχής, η οποία αναζητεί την σωτηρία και πορεύεται στην όλο και πιο θετική κοινω­νία με τους συνανθρώπους, δια της οποίας φτάνει την εμπειρία του Θεού, ως υπέρτατη κοινωνία και ως πη­γή της δύναμης για κοινωνία» (σ. 5). Ακόμη πιο ξε­κάθαρα εκφράζει αυτό το πράγμα στον πρόλογο της ελληνικής εκδόσεως της εισαγωγής στην δογματική θεολογία: «Μέσα σ' αυτή την ολοκληρωμένη έκθεση της ορθοδόξου πίστεως ήθελα να γίνει αισθητή η πα­ρουσία του ζώντος Θεού στη ζωή των πιστών... Ήθε­λα να αποδώσω εδώ την εικόνα του Θεού, όπως Τον αισθανόμαστε εμείς οι πιστοί στις προσευχές μας, πά­ντοτε παρόντα και εργαζόμενο, ζεσταίνοντας με την παρουσία Του τις ψυχές μας και ανυψώνοντάς μας σε τέτοιο βαθμό πνευματικής βιώσεως, που ο ίδιος ο Θε­ός γίνεται αντιληπτός, και όχι μονάχα ως αντικείμενο των διανοητικών σχημάτων, χωριζόμενος από τον άν­θρωπο, αλλά ενώνοντας το ανθρώπινο είναι με το ζωοποιό Του μυστήριο. Ήθελα, επίσης, να γίνει αισθη­τή η παρουσία του Θεού σ' ολόκληρο το σύμπαν, τό­σο θαυμάσια οργανωμένο, στην αρμονική ενότητά του, καθώς και σ' όλα τα έργα του ανθρώπου μέσα στον κόσμο στον οποίον ζει» (σ. 11).
       Για να πετύχει τον στόχο του αυτό ο π. Δημή­τριος εγκαταλείπει πλήρως την σχολαστική μέθοδο α­νάπτυξης και διαπραγμάτευσης των δογμάτων σαν α­φηρημένων διατυπώσεων, η οποία έχει, όπως παρατη­ρεί ο ίδιος ένα εντελώς θεωρητικό ενδιαφέρον, σε με­γάλο βαθμό ξεπερασμένο, χωρίς καμιά σχέση με την βαθειά πνευματική ζωή του ανθρώπου. «Απέφευγα, συνεχίζει, τους παλαιούς, αφηρημένους, διανοητικούς όρους με τους οποίους μας είχαν συνηθίσει τα σχολα­στικά εγχειρίδια» (Ορθ. Δογμ. Θεολ., Ελληνική μετάφ. σ. 15). Και πράγματι, ο π. Δημήτριος χρησιμο­ποιεί μια κοινή, κατά κάποιο τρόπο, γλώσσα, την γλώσσα που μιλάμε μεταξύ μας σήμερα, όχι την κα­θιερωμένη θεολογική γλώσσα. Ήταν ένας τρόπος να περάσει τους τοίχους που εν τω μεταξύ ο κομμουνι­σμός ανύψωσε ανάμεσα στον κόσμο και την Εκκλη­σία. Γι' αυτό και έκανε σκληρό αγώνα με την λογοκρισία, για να διατηρήσει στο λεξιλόγιο της Δογματι­κής του βασικούς ορούς, όπως: ιστορία, άνθρωπος, κόσμος, σχέση, κ.λπ.
       Ο π. Δημήτριος θεωρεί πολύ σημαντικό το γλωσ­σικό παράγοντα, για τον οποίο και μιλάει εκτενώς στην Δογματική του. Η γλώσσα των έργων του είναι σε συνεχή κίνηση, αλλάζει εκούσια πολύ συχνά, ώ­στε να μείνει ένα μέσο και να μη ταυτίζεται με το τε­λικό της στόχο, ο αναγνώστης να μην παραμείνει προσκολλημένος σε τύπους και εκφράσεις και ορι­σμούς, αλλά να οδηγείται στην πραγματικότητα την οποία προσπαθεί να απεικονίζει και μαρτυρεί. Για τον π. Δημήτριο Στανιλοάε, όπως και για τον Άγιο Γρηγόριο Θεολόγο, η αλήθεια δεν είναι στις λέξεις, αλλά στα πράγματα.
       Η Δογματική του π. Δημητρίου είναι, έπειτα, βαθειά ριζωμένη στην μακραίωνη παράδοση της Εκκλη­σίας, στην πατερική σκέψη και θεολογία. Η αναφορά του, όμως, στους Πατέρες δεν είναι μηχανική, μια α­πλή αναπαραγωγή πατερικών χωρίων. Αυτό που υιο­θετεί και συνεχίζει ο π. Δημήτριος είναι ο τρόπος σκέψεως, ο πατερικός τρόπος του θεολογείν, είναι αυ­τό, που, προσωπικά θα ονόμαζα «πατερική ερμηνευτι­κή». «Είχα ως πρότυπο τα έργα των Αγίων Πατέρων, τα οποία, αν και είναι πράγματι βαθειά ως σκέψη, εί­ναι, όμως, εξίσου ζωντανά και πνευματικά ως βιώμα­τα. Η σκέψη που φτάνει έως το βάθος της υπάρξεως του Θεού δεν μπορεί παρά μόνο να είναι ζωντανή και πνευματική και συγκινητική. Ενώ η αυθεντική πνευματική βίωση αντλεί την θέρμη της από τη βαθειά και πραγματική κατανόηση του μυστηρίου του Θεού» (Ελληνική μετάφρ. σ. 11).
       Το δεύτερο σημαντικό σημείο αναφοράς στην Δογματική του π. Δημητρίου Στανιλοάε είναι η σύγ­χρονη εμπειρία της Εκκλησίας και οι προβληματι­σμοί του σύγχρονου ανθρώπου πάλι, σύμφωνα με την πατερική θεολογία: «Οδηγηθήκαμε από τον τρόπο, με τον οποίο κατανόησαν την διδασκαλία της Εκκλη­σίας οι Πατέρες, αλλά λάβαμε υπόψιν τη σημερινή εμπειρία των δογμάτων και τις πνευματικές ανάγκες της ψυχής που αναζητεί τη σωτηρία σήμερα, στην ε­ποχή μας, μετά το πέρασμα δια μέσου πολλών, και νέ­ων εμπειριών ζωής κατά την διάρκεια τόσων αιώνων που μας χωρίζουν από την εποχή των Πατέρων. Προ­σπαθήσαμε να κατανοήσουμε την διδασκαλία της Εκ­κλησίας σύμφωνα με το πνεύμα των Πατέρων, αλλά ταυτόχρονα, να την κατανοήσουμε έτσι όπως πι­στεύουμε ότι θα την κατανοούσαν εκείνοι σήμερα. Ε­πειδή, οι Άγιοι Πατέρες θα ελάμβαναν υπόψιν την εποχή μας, όπως έκαναν και με την δική τους» (Ελλη­νική μετάφρ., σ. 16).
      Ένας βασικός στόχος του στην Δογματική ήταν η αξιολόγηση της αλήθειας και της εμπειρίας της Εκ­κλησίας για το σημερινό άνθρωπο. Τον ενοχλούσε α­φάνταστα η αδιαφορία των συγχρόνων ανθρώπων α­πέναντι στην χριστιανική πίστη, γι' αυτό και κάνει προσπάθειες και αναζητεί τρόπους να πείσει αυτούς ότι μονάχα η χριστιανική πίστη δίδει αληθινό νόημα στην ύπαρξη του ανθρώπου και του κόσμου, νόημα που ούτε η επιστήμη είναι σε θέση να δώσει, όσο α­ναπτυγμένη και αν είναι σήμερα, ούτε καμιά σημερι­νή φιλοσοφία, η οποία σ' όλες τις μορφές και εκφρά­σεις της -γενικά πανθεϊστικές- περιορίζει κατηγορηματικά την ύπαρξη σ' αυτόν τον ορατό κόσμο, ο ο­ποίος πράγματι εκπλήσσει με την τέλεια οργάνωσή του, αλλά αδυνατεί να δώσει οριστική ικανοποίηση στον άνθρωπο και τελικό νόημα στην ύπαρξή του (Ελληνική μετάφρ. σ. 12).
        «Πιστεύω, συνεχίζει, πως η χριστιανική πίστη μπορεί με τον πλούτο και το βάθος της, να ανταποκρί­νεται σε κάθε εποχή στις πνευματικές ανάγκες της αν­θρωπότητας, χωρίς να αλλάξει τίποτα από την ουσία της...».
       
Κατά κοινή ομολογία των ερμηνευτών της θεολο­γίας του π. Δημητρίου Στανιλοάε, αυτός πετυχαίνει πλήρως τους στόχους του. Η επιτυχία του δεν οφείλε­ται σε κάποιο εκσυγχρονισμό της θεολογίας, αλλά στην σωστή ερμηνεία της ίδιας αιώνιας αλήθειας, η οποία, εφόσον είναι ζωντανή, δυναμική, είναι πάντοτε καινούργια. Αυτή η Αλήθεια είναι ο ίδιος ο Χρι­στός. Και πράγματι, η ουσιαστική κίνηση που ενερ­γοποιεί ο π. Δημήτριος ήταν, χωρίς αμφιβολία, η επανατοποθέτηση της χριστολογίας στο κέντρο όλης της δογματικής του αναπτύξεως, και μάλιστα, της χριστολογίας της Χαλκηδόνος επεξηγημένη βάσει της παλα­μικής διακρίσεως θείας ουσίας και ενεργείας. Κατά την παρατήρηση του γνωστού Άγγλου ορθοδόξου θε­ολόγου και επισκόπου, Καλλίστου Ware, η Δογματική του πατρός Δημητρίου Στανιλοάε είναι η πρώτη ορθόδοξη Δογματική στην οποία η διάκριση αυτή θε­ωρείται θεμελιώδης για την ορθόδοξη κατανόηση του Θεού. Ο ίδιος διαπιστώνει ότι η Δογματική του Χρή­στου Ανδρούτσου αγνοεί πλήρως την παλαμική διδα­σκαλία και τη Δογματική του Π. Τρεμπέλα την ανα­φέρει πολύ λίγο. Το ίδιο και η Δογματική του Ρώσσου πατρός Μιχαήλ Πομαζάνσκυ, καθώς και η πα­λαιά Δογματική του Μητροπολίτου Μακαρίου Βουλγακόφ (βλ. Experienta lui Dumnezeu in Teologia Dogmatica a Parintelui Dumitru Staniloae στο τιμητικό τόμο Persoana si Comuniune  σ. 115).
       Το θεανθρώπινο πρόσωπο του Χριστού είναι στο κέντρο όλης της θεολογίας του π. Δημητρίου, ενώ η θεία αγάπη είναι το κλειδί της σωστής ερμηνείας του: «Επέμεινα να παρουσιάσω τον Τριαδικό Θεό των χρι­στιανών ως ένα Θεό της αγάπης και τον Ιησού Χρι­στό ως τον Υιόν του Θεού ενανθρωπίσαντα και σταυρωθέντα υπέρ ημών, ως ζωντανή μαρτυρία για την α­γάπη του Θεού, ο Οποίος από απέραντη αγάπη δη­μιούργησε τον άνθρωπο ως μέτοχο αιωνίου διαλόγου, αποδίδοντας, επομένως, σε κάθε ανθρώπινο πρόσωπο μοναδική και αιώνια αξία» (Ελληνική μετάφρ. σ. 12).
       Ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός είναι η θύρα δια της οποίας ο π. Δημήτριος εισέρχεται στα άδυτα μυ­στήρια της Βασιλείας των Ουρανών, στα μυστήρια του κόσμου, του ανθρώπινου προσώπου και όλου του σύμπαντος. Αυτός είναι ο λόγος που στα τελευταία του χρόνια, ο π. Δημήτριος γράφει ακόμη μερικές χριστολογικές μονογραφίες, θέλοντας να επικεντρώ­σει οπωσδήποτε την προσοχή της ακαδημαϊκής θεο­λογίας, αλλά και της σύγχρονης ανθρώπινης σκέψεως επάνω στο πρόσωπο του Χριστού, ο οποίος είναι η μόνη οδός να αποφύγει τους πολλούς και διαφόρους κινδύνους, που απειλούν την αυθεντική χριστιανική πίστη. Ιδού οι τίτλοι αυτών των μονογραφιών. Η α­θάνατος εικών του Θεού, Craiova, 1987 (397 σελ.), Η ευαγγελική εικών του Ιησού Χριστού, Sibiu, 1992, (286 σελ.), Ο Ιησούς Χριστός στα αποστολικά έργα, Alba Iulia (1993).
        Δεν μπορούμε να κλείσουμε το κεφάλαιο περί της συγγραφικής δραστηριότητας του π. Δημητρίου, χω­ρίς να επισημάνουμε μερικά άλλα σημαντικά έργα του.
       Πρέπει να πούμε ότι η δογματική του σύνθεση ο­λοκληρώνεται σε μια πλήρη θεολογική ορθόδοξη σύνθεση, με δύο εργασίες της ίδιας αξίας. Η μια εί­ναι «Η Ορθόδοξη Πνευματικότητα», Bucuresti 1981 (320 σελ.), όπου βρίσκει κανείς την προέκταση της δογματικής θεολογίας στο χώρο της χριστιανικής η­θικής και η δεύτερη «Πνευματικότητα και κοινωνία στην Ορθόδοξη Λειτουργία», Craiova 1986 (440 σελ.), μία αξιολόγηση, της ίδιας δογματικής θεολο­γίας στο χώρο της ορθοδόξου λατρείας.
      Το μυστικό αυτής της πλούσιας θεολογικής συγ­γραφικής παραγωγής του π. Δημητρίου παραμένει η μόνιμος και εις βάθος μελέτη των Πατέρων, από την μια πλευρά, και οι προκλήσεις που προέρχονται από τους δύσκολους κοσμολογικούς κόσμους μας.
      Την τελευταία δεκαετία της ζωής του, και ενώ ήταν 80 χρονών, συμμετέχει στο φιλόδοξο εκδοτικό πρόγραμμα πατερικών έργων που εγκαινίασε ο λόγιος πατριάρχης Ιουστίνος (1977-1986), μεταφράζοντας δώδεκα τόμους από τους οποίους εννέα κυκλοφόρη­σαν αρχίζοντας από το έτος 1982 και φτάνουν συνολι­κά σε 3.500 σελίδες μεγάλου σχήματος, ενώ τρεις περιμένουν ακόμη στο τυπογραφείο. Πρέπει να σημειω­θεί ότι ο π. Δημήτριος μετέφρασε έργα Ελλήνων Πα­τέρων, που ήταν και μόνιμοι διδάσκαλοί του: τα κυ­ριότερα έργα των αγίων Μαξίμου του Ομολογητού, Αθανασίου του Μεγάλου, Γρηγορίου Νύσσης, Κυ­ρίλλου Αλεξανδρείας, Συμεώνος του Νέου Θεολόγου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Διονυσίου του Αρεοπα­γίτου. Η μετάφραση, όπως και στην περίπτωση της Φιλοκαλίας, συνοδεύεται από επιστημονικές εισαγω­γές και πλούσιους σχολιασμούς.
       Και ενώ θα περίμενε κανείς, έχοντας υπόψιν αυτό το τεράστιο συγγραφικό έργο, ο π. Δημήτριος Στανιλοάε να ήταν εντελώς κομμένος από την επικαιρότη­τα, εκπλήσσεται πραγματικά μόνο απαριθμώντας τις διαλέξεις του στα διάφορα πανεπιστημιακά κέντρα της Ευρώπης και της Αμερικής, τις συμμετοχές του στους θεολογικούς διάλογους της Ρουμανικής Εκκλη­σίας, και μάλιστα την παρουσία του, τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής και μετά τα γεγονότα του 1989, μέσα στην ταραγμένη ζωή της ρουμανικής κοινωνίας και Εκκλησίας. Ο βιογράφος του απαριθμεί πάνω α­πό 60 ομιλίες και συνεντεύξεις, που ο π. Δημήτριος εκφώνησε κυρίως από τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, αυτή την περίοδο.

Ο θεολόγος της θείας αγάπης
       Τέλος, για να δικαιολογήσω τον τίτλο της παρού­σας μελέτης θα σταματήσω σ' ένα γενικό χαρακτηρι­στικό γνώρισμα που σφραγίζει και την Θεολογία, αλ­λά και την προσωπικότητα του π. Δημητρίου Στανιλοάε.
       Η Θεολογία του π. Δημητρίου Στανιλοάε είναι η Θεολογία της αγάπης και της προσωπικής κοινωνίας. Ο μόνος βέβαιος και σωστός τρόπος της περί του Θε­ού και ανθρώπου ομιλίας είναι η γλώσσα της αγάπης. Η αγάπη κατά την χαρακτηριστική έκφραση του π. Δημητρίου είναι «η κορυφή της υπάρξεως» και ο ί­διος είχε καταλάβει ότι μόνο φτάνοντας στην κορυφή μπορείς να έχεις μια πλήρη ολική προοπτική της υ­πάρξεως.
 Όπου ανοίγεις βιβλίο του π. Στανιλοάε θα συνα­ντήσεις τη λέξη αγάπη. Όλες οι θεολογικές έννοιες καθορίζονται σε σχέση και αναφορά με την αγάπη: Η Αγία Τριάς είναι η υπέρτατη δομή της αγάπης, ο Ιη­σούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού ο ενανθρωπήσας και σταυρωθείς από αγάπη για τον άνθρωπο. Ο κό­σμος , ολόκληρη η δημιουργία είναι δώρο της αγάπης του Θεού. Με τη γλώσσα αυτής της αγάπης ο π. Στα­νιλοάε ξεπερνάει κάθε διχοτόμηση ανάμεσα στον ου­ρανό και τη γη, στο Θεό και τον άνθρωπο, στο πνεύ­μα και την ύλη, στην Εκκλησία και την Ιστορία, στον χρόνο και στην αιωνιότητα, στο χώρο και το αχώρητο, στο τοπικό και το καθολικό.
       Ο χρόνος είναι, κατά τον π. Δημήτριο, η δυνατό­τητα ελεύθερης απαντήσεως στην αγαπητική κλήση του Θεού, είναι η χρονική απόσταση από την κλήση μέχρι την απάντηση. Ενώ η αιωνιότητα είναι η έλλειψη αυτής της απόστασης, όταν η κλήση και η απά­ντηση είναι ταυτόχρονες. Στην αρχή του κόσμου βρί­σκεται η αγάπη της Αγίας Τριάδος. Η Ιστορία είναι δρόμος της εν αγάπη γνωριμίας και κοινωνίας των αν­θρώπων και το τέλος της ιστορίας θα είναι η αιώνια αγάπη στην πλήρη ένωση με την Αγία Τριάδα. Δεν πρόκειται για μια απρόσωπη αφηρημένη αγάπη, αλλά για μια προσωπική αγάπη, η οποία προϋποθέτει την δυνατότητα πλήρους σχέσεως, διαλόγου, κοινωνίας και ενώσεως χωρίς την σύγχυση.
       Οι κριτικοί του π. Στανιλοάε κατηγορούν την ο­λοφάνερη αισιοδοξία του, μάλιστα μέσα σ' ένα κόσμο στον οποίο οι πόλεμοι δεν σταματούν και, γενικά, το κακό δείχνει μορφές ανυπολόγιστες και ρωτούν πώς είναι δυνατόν ο π. Στανιλοάε να συνεχίζει να ομιλεί για την παρουσία του Θεού, να είναι σαγηνευμένος α­πό την ομορφιά του κόσμου και να συνεχίζει πάλι να βλέπει στον σημερινό άνθρωπο, ο οποίος ενσαρκώνει τις πιο φοβερές μορφές του κακού, την αθάνατη εικό­να του Θεού.
       Διερωτάται κανείς πού βρίσκει ο π. Δημήτριος αυ­τήν τη δύναμη, και η απάντηση είναι στην ακράδαντη πίστη στον ενσαρκωμένο Λόγο και Υιό του Θεού και στην απέραντη αγάπη του Θεού, την οποία επιβεβαιώ­νει η ίδια η ενσάρκωση και μαρτυρεί η Εκκλησία α­νά τους αιώνες.
       Είναι η απεριόριστη εμπιστοσύνη στη δύναμη της θείας αγάπης η οποία κατά την έκφραση του αγ. Ιωάν­νου του Χρυσοστόμου μεταμορφώνει την πόρνη, την ανθρώπινη φύση μας δηλαδή, σε τίμια και ουράνια νύμφη.

π. Constantin Coman
Θεολογική Σχολή Βουκουρεστίου

Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΜΑΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2019

Ὁ φωτισμὸς τοῦ ἔσω ἀνθρώπου † Μακάριος ὁ Μέγας ὁ Αἰγύπτιος


Οι βαθμίδες της πνευματικής ζωής σύμφωνα με τον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο

 

19 Ιανουαρίου 2015
Οι πενήντα Πνευματικές Ομιλίες που έφθασαν μέχρι σήμερα με το όνομα του αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου, γνωστού επίσης και ως αγίου Μακαρίου του Μεγάλου, συνιστούν μία από τις σπουδαιότερες πηγές στην ιστορία της πρώιμης μυστικής Θεολογίας καθώς η επίδρασή τους υπήρξε αδιαφιλονίκητη σε ολόκληρη την ιστορία του Χριστιανισμού, ανατολικού και δυτικού[1].
Ο Μακάριος αντιλαμβάνεται τη θεολογία ως χάρισμα, βίωμα και εμπειρία, έργο αληθείας που πραγματοποιείται μέσα στην ανθρώπινη ψυχή και όχι ως μία αποκομμένη εγκεφαλική σύλληψη: «Οὐ γάρ εἰσιν ἁπλῶς λόγοι λαλούμενοι, ἀλλὰ ἔργον ἀληθείας ἐστὶν ἐν τῇ ψυχῇ γενόμενον»[2]. Ο λόγος του είναι εικονικός, βιωματικός και σαφής. Η απόσταση θεωρητικής γνώσης και προσωπικής μέθεξης προβάλλει αγεφύρωτη γιατί, όπως τονίζει, αλλιώς αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι τα πράγματα και αλλιώς τα πραγματοποιεί το Άγιο Πνεύμα[3]. Ο χριστιανισμός, ως ζωή, μετοχή και γνώση[4], απευθύνεται σ’ όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως: «Ἡ σαγήνη τῆς χάριτος ἐφαπλοῦται ἐπὶ πάντας, καὶ ζητεῖ ἀνάπαυσιν. Ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι οὐ ὑπακούουσι»[5]. Η ανταπόκριση του ανθρώπου στην κλήση του Θεού εξαρτάται από την αυτεξούσια διάθεση για μίμηση του θείου προτύπου, όπως φανερώθηκε στο πρόσωπο του Χριστού[6]. Η μίμηση του Χριστού όμως δεν πραγματοποιείται κατά τρόπο αυτόματο και ακαριαίο. Στην ασκητική γραμματεία απαντάται πολύ συχνά η έννοια της κλίμακας, που στη μεταγενέστερη μοναστική παράδοση καθιερώνεται και ως ένας ιδιαίτερος θεολογικός όρος. Είναι η έννοια που περιγράφει τη σταδιακή και μαρτυρική κατά βαθμίδες πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου.
Ο άγιος Μακάριος εισηγείται τη διάκριση σε αίσθηση, φωτισμό και αποκάλυψη. Η συμβολή του στην περιγραφή των βαθμίδων είναι περιορισμένη, όμως διαφωτιστική. Το μοναδικό αυτό απόσπασμα υποστηρίζει ότι «ἔστιν αἴσθησις, καὶ ἔστιν ὅρασις, καὶ ἔστιν φωτισμός. Καὶ οὗτος ὁ ἔχων τὸν φωτισμόν, μείζων ἐστὶ τοῦ ἔχοντος τὴν αἴσθησιν. ’Εφωτίσθη γὰρ ὁ νοῦς αὐτοῦ, ὡς ὅτι μερίδα τινὰ μείζοντα ἔλαβε παρὰ τὸν τὴν αἴσθησιν ἔχοντα, ἐπειδὴ εἶδεν ἐν ἑαυτῷ τινα πληροφορίαν ὁράσεων. Πλὴν ἄλλο ἐστὶν ἀποκάλυψις, ὅτε πράγματα μεγάλα καὶ μυστήρια Θεοῦ ἀποκαλύπτεται τῇ ψυχῇ»[7].
Ωστόσο ο διαχωρισμός των βαθμίδων είναι πάντοτε σχετικός και ποτέ απόλυτος. Η αύξηση στη γνώση και τη ζωή αφορά τη δράση μιας δυναμικής εξέλιξης που δεν μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένα δομικά πλαίσια.

/ Το Συναξάρι της Πεμπτουσίας / Συναξαριακές μορφές Άννα Ζαχαράκη


19 Ιανουαρίου 2014
Ο Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος γεννήθηκε το 301 και καταγόταν από την Θηβαϊδα της Αιγύπτου. Λεγόταν και Μέγας καθώς ήταν προγενέστερος και μεγαλύτερος από τον σύγχρονό του Όσιο Μακάριο τον Αλεξανδρέα. Έζησε στα χρόνια του Θεοδοσίου του Μεγάλου και από νεαρή ηλικία αγάπησε την αρετή και υπήρξε καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής του άμεμπτος. Σε ηλικία 30 χρόνων αποσύρθηκε στην έρημο της Νιτρίας στη Συρία, όπου και παρέμεινε για 60 ολόκληρα χρόνια και απέκτησε μεγάλη φήμη για τον ασκητικό του βίο και τις άλλες θαυμαστές αρετές του. Υπήρξε μαθητής του Αντωνίου του Μεγάλου ενώ σε ηλικία 40 ετών έλαβε το αξίωμα της ιεροσύνης και λόγω της ενάρετης ζωής του αξιώθηκε από τον Θεό να λάβει το χάρισμα της θεραπείας των ασθενών και της προφητείας.
Ο Όσιος Μακάριος υπήρξε γέννημα θρέμμα της ερήμου. Για να είναι, λοιπόν, απερίσπαστος και να βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τον Θεό, έσκαψε ο ίδιος και άνοιξε μια υπόγεια στοά. Στην άκρη της στοάς διεύρυνε το χώρο και διαμόρφωσε ένα σπήλαιο. Έτσι, είχε τη δυνατότητα, όταν προσέρχονταν σε αυτόν πολλοί άνθρωποι και τον ενοχλούσαν, να κατεβαίνει στη στοά και μέσω αυτής να πηγαίνει στο σπήλαιο και να κρύβεται, ώστε να μην μπορεί κανείς να τον βρει.
Μάλιστα, ο ίδιος χρημάτισε ιερέας των λεγόμενων κελιών. Υπήρξε υπόδειγμα εγκράτειας και υπομονής και έτσι προικίσθηκε  και με το χάρισμα της θαυματουργίας. Τις αρετές του τις θαύμασε και ο Μέγας Αντώνιος, ο οποίος είπε: «Ιδού, επαναπαύθηκε επί σε το Πνεύμα το Άγιον και στο εξής θα είσαι κληρονόμος των αγώνων μου». Κάποτε βέβαια, ο Όσιος ενοχλήθηκε από το δαίμονα της πορνείας και, προκειμένου να τον εξουδετερώσει, κατέφυγε σε ένα εντελώς έρημο και ελώδη τόπο, όπου παρέμεινε για 6 μήνες. Εκεί υπήρχαν πολύ μεγάλα κουνούπια, σαν σφήκες, τα οποία καταπλήγωσαν με τα τσιμπήματά τους ολόκληρο το σώμα του. Όταν, λοιπόν, επέστρεψε στο κελί του, αναγνωριζόταν μόνο από τη φωνή του, καθώς το πρόσωπο και το σώμα του είχε παραμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό.

Πέμπτη 31 Μαΐου 2018

Δ. Ιωάννου: Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης και η υπαρξιστική-περσοναλιστική θεολογία


Δημήτρης Γ. Ιωάννου

Ο π. Ι. Ρωμανίδης λανθασμένα προσγράφεται, όπως υποστηρίζουν πολλοί μελετητές του, στην θεολογία της δεκαετίας του ’60, με την γνωστή προσωποκεντρική-υπαρξιστική διδασκαλία της. Υπήρξε μια εντελώς ιδιαίτερη περίπτωση της ελληνικής θεολογίας, και στην πραγματικότητα στάθηκε κριτικά απέναντι στα κυρίαρχα τότε ρεύματα του περσοναλισμού και του υπαρξισμού, που επηρέασαν και στον τόπο μας την θεολογική παραγωγή. Στο εξής θα προσπαθήσω να παρουσιάσω σύντομα τη σκέψη του, και να εξηγήσω που βρίσκονται, κατ’ εμέ, τα πλεονεκτήματά της.
                                                
Θα πρέπει να εννοήσουμε, ευθύς αμέσως, ότι το κλειδί του όλου στοχασμού του είναι ο τρόπος που προσεγγίζει την Παλαιά Διαθήκη, πράγμα που έχει μία ιδιαίτερη σημασία για την όλη ερμηνεία της ορθόδοξης θεολογίας. Ιδου πώς έχουν τα πράγματα: είναι κατ’ αρχάς γνωστό και αποδεκτό τοις πάσι, ότι το εβραϊκό πνεύμα (η «βιβλική σκέψη»), διαφοροποιείται σε απόλυτο βαθμό από τον αρχαιοελληνικό τρόπο του νοείν. Ο εβραϊκός Θεός είναι προσωπικός, αποκλείει την λατρεία οποιωνδήποτε άλλων θεών («μονοθεϊσμός»), είναι κατά την διδασκαλία του Ησαΐα «άγιος»[1] και ζητεί την πίστη σε Αυτόν, είναι «πηγή του ζώντος ύδατος»,  φορέας του «αγίου λόγου» Αυτού και αναζητητής εκάστης ψυχής[2], ενώ ακόμη εμφανίζεται ως δρων Υποκείμενο στην Ιστορία, παρεμβαίνοντας συνεχώς με νέες πράξεις και σύμβολα στην απολύτρωση του λαού Του (παράλληλα υποκρύπτεται στην εβραϊκή Βίβλο και ένα οικουμενικό μήνυμα). Ωστόσο, το ερώτημα είναι, πώς μπόρεσε τελικά να αναπτυχτεί το βιβλικό «πνεύμα» στον αρχαίο  Ισραήλ; 
Οι δυτικοί στοχαστές βρίσκονται εν προκειμένω σε αμηχανία. Αδυνατώντας να παραδεχτούν, ως επιστήμονες ιστορικοί, ότι κυριολεκτικά ο Θεός παρενέβαινε στην Ιστορία και μιλούσε στον  Μωυσή και τους Προφήτες, άρχισαν να διδάσκουν ότι τα πράγματα προσομοιάζουν κάπως με ό,τι συνέβη στην αρχαία Ελλάδα. Εμφανίστηκαν, δηλαδή, στον εβραϊκό λαό μεγάλοι αναμορφωτές, φωτισμένοι οραματιστές και ηθικολόγοι, πρώιμοι ορθολογιστές (του τύπου του αναμορφωτή της ηθικής Ομήρου[3]), που με τις μεγάλες «ενοράσεις» τους, τον ανθρωπιστικό, ας το πούμε έτσι, στοχασμό τους, άφησαν το πνεύμα τους να εξερευνήσει το υπαρκτό και να παραγάγει ένα μεγάλο όραμα. Μπόρεσαν να κρίνουν εποικοδομητικά τις προβιβλικές παραδόσεις, εμβάθυναν στα της εσωτερική ζωής του ανθρώπου, ανακάλυψαν εν γένει το «Πνεύμα». Οι ανακαλύψεις τους ήταν στην πραγματικότητα προοδευτικές  ενατενίσεις , στοχαστικής αποκλειστικά φύσεως, στην βαθύτερη φύση του Είναι. 
Πώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς αυτήν την προσέγγιση; Παρά τον ορθολογισμό της, στο μεγαλύτερο μέρος της ταυτίζεται με τον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα οι υποστηρικτές της «analogia entis» (=αναλογία του όντος),κατά την οποία μεταξύ της ίδιας της μεταφυσικής πραγματικότητας, δηλαδή του Θεού, και του κόσμου (μαζί και του ανθρώπου), υφίσταται κάποια οντολογική ομοιότητα,  υπαρκτή μερική συνάφεια, «αναλογία». Η ίδια η Βίβλος βέβαια δεν ευνοεί καθόλου αυτήν την ερμηνεία[4], αλλά οι επιστήμονες ερμηνευτές αναγκάζονται στο σημείο αυτό να μιλήσουν, αντιφατικά, για μη βιβλικές προϋποθέσεις του βιβλικού πνεύματος. Αυτός είναι μάλιστα, από ιστορική άποψη, ο τρόπος σκέψης που προώθησε ως ένα βαθμό ο άγιος Αυγουστίνος, αναπτύχτηκε περισσότερο και σχεδόν αυτονομήθηκε στον σχολαστικισμό του Θωμά Ακινάτη (όπου αποδεικνύεται «έλλογα» ακόμη και η  ύπαρξη του Θεού), και τέλος ταυτίστηκε με την πεμπτουσία της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, της οποίας τα μεγάλα συστήματα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση.[5]