Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2020

Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος: ο άνθρωπος του Θεού



Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος: ο άνθρωπος του Θεού *
ὑπὸ ἀρχιμ. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Ἐφραὶμ  Γ. Τριανταφυλλοπούλου,
Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ἱερᾶς  Μητροπόλεως Σισανίου καὶ Σιατίστης,
Δρος Θεολογίας ΑΠΘ


Παναγιώτατε, σεβασμιώτατοι ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,

ἐλλογιμώτατοι κύριοι καθηγηταί, πάντες οἱ τὰ πρῶτα τοῦ τόπου φέροντες

σεβαστοί μου Πατέρες, εὐλογημένοι μοναχοὶ καὶ μοναχές, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί!  Χριστὸς Ἀνέστη!

Πάει καιρός, ποὺ μοῦ προτάθηκε νὰ εἰσηγηθῶ στὶς ἀκοές Σας θέμα δύσκολο, νά μιλήσω γιὰ ἕνα πρόσωπο ἀγαπημένο καὶ τόσο μακρυνὸ ταυτόχρονα λόγῳ τῆς ὁσιακῆς βιοτῆς του, ἀλλὰ πάλι τόσο κοντινὸ καὶ οἰκεῖο σὲ μᾶς, ἀκριβῶς γιὰ τὸν ἴδιο λόγο. Εὔχεσθε νὰ φανερώσουν τὰ λόγια αὐτά, τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ εὔχεσθε ἐπίσης καὶ γιὰ τὸν ὁμιλοῦντα, ὁ ὁποῖος σήμερα ἐν Ἐκκλησίᾳ πληθούσῃ καταθέτω τὰ μῦρα καὶ τὴν κασσία τῆς εὐγνωμοσύνης μου, διότι ἀπὸ τὰ εὐλογημένα χέρια τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ εἰσῆλθα στὸν εὐαγγελικὸ ζυγὸ καὶ τὴν ἱερατικὴ ἀξία.

Ἂς ἀρθοῦμε ὑπεράνω ἀδυναμιῶν καὶ δυσκολιῶν ποὺ ὅλοι μας ἔχουμε, γιὰ νὰ ἑστιάσουμε σὲ συγκεκριμένα σημεῖα τῆς εὐλογημένης παρουσίας του, παρακάμπτοντας τὶς ὅποιες ἀδυναμίες κι ἐκείνου ὡς θνητοῦ ἀνθρώπου. Ἄλλωστε ὁ Θεός, «ὄχι ἕνεκα τούτων, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα» μᾶς ἁγιάζει καὶ μᾶς σώζει. Ἡ ὅποια ἀποτυχία στοὺς καλοπροαιρέτους γίνεται ὑλικὸ γιὰ νὰ δουλέψει καὶ νὰ «χτίσει» ὁ Θεὸς τὸν παράδεισο μέσα τους.

Ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Ἀντώνιος, ὁ ὁποῖος ἐξελέγη σὰν σήμερα, στὶς 22 Μαΐου 1974, ἄφησε μαρτυρία ἀγαθοῦ, προσευχομένου, ὑπομονετικοῦ, ἁγιασμένου ποιμένα στὸν πνευματικὸ κόσμο τῆς χώρας καὶ ὄχι μόνο. Ἀπὸ τὰ πολλὰ πνευματικὰ χαρίσματα μὲ τὰ ὁποῖα τὸν εἶχε κοσμήσει ὁ Θεός, ἀναφέρουμε τὸν ἄμεμπτο βίο, τὴν πολλὴ καὶ θερμὴ προσευχὴ μετὰ δακρύων (συχνὰ ἀνέφερε στὸ κήρυγμά του ὅτι «τὰ δάκρυα τοῦ κενόδοξου ἄκαρπα ξηραίνονται ἐπὶ τῶν παρειῶν του»[1]!), τὸ ἐπιβεβαιωμένο προορατικὸ καὶ διορατικό του χάρισμα, τὴ συγγραφὴ καὶ μελέτη καὶ τὴν ἀπὸ φυσικοῦ του ταπείνωση, τὴν ταπείνωση δηλαδὴ ὡς φυσικὸ χάρισμα, «ἡ ὁποία αὐξήθηκε πολὺ περισσότερο μὲ τὴν ἄνοδό του στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο, πρᾶγμα θαυμαστὸ καὶ πολὺ σπάνιο» σύμφωνα μὲ κάποιον χαριτωμένο Ἱερέα.[2] Περισσότερο ταπεινὸς ὡς Ἐπίσκοπος, παρὰ ὡς Ἱερέας. Ἀλλὰ καὶ ὁ δισταγμός του καὶ ἡ ἐπὶ μακρὸν ἀναβολή του νὰ εἰσέλθει στὸν Ἱερὸ Κλῆρο[3], (47 ἐτῶν χειροτονήθηκε Διάκονος), ὅπως ἐπανειλημμένως δήλωνε στοὺς χειροτονητήριους λόγους του εἶναι δείγματα τεταπεινωμένης καρδίας.Ἔκπληκτος μιὰ φορά, τὸν ἀκούω νὰ μοῦ λέει: «πάτερ Ἐφραίμ, ὀφείλουμε πάρα πολλὰ στὶς προσευχὲς ὀλίγων ἐναρέτων λαϊκῶν»[4]! Καὶ δὲν πίστευα στ’ αὐτιά μου. Κάποτε, μάλιστα, τὸν εἶδα νὰ μεταφέρει βαλίτσες ἐπισκεπτῶν[5] σὲ Μοναστήρι τῆς Μητροπόλεώς μας! Τοὺς ἔφτιαξε κατόπιν καφὲ καὶ τοὺς τὸν σέρβιρε...

Κατὰ τὰ πρῶτα 5-6 ἔτη τῆς διακονίας μου ὡς Ἱεροκήρυκος, μὲ ἔστελνε πάντα τῆς Παναγίας νὰ λειτουργῶ σ’ἕνα ξωκκλήσι Της ἑνὸς ἀπόμακρου χωριοῦ, 55 χιλιόμετρα ἀπὸ τὴ Σιάτιστα, λέγοντάς μου:«ἄκου νὰ δεῖς, ἐκεῖ εἶναι ἕνας παπᾶς ἔγγαμος ποὺ κατὰ τὴ θεία Λειτουργία βλέπει ἀγγέλους, νὰ ξέρεις. Καλὸ εἶναι γιὰ σένα νὰ σὲ βλέπει νὰ λειτουργεῖς καὶ νὰ τὸν ρωτᾶς καὶ σὺ κιόλας. Πρόσεχε, γιατὶ τὰ φαινόμενα ἀπατοῦν, μὴ δίνεις σημασία». Γνώρισα τὸν Ἱερέα[6] καὶ εὐγνωμονῶ τὸ Θεό. Ἐλάχιστες φορές φαινόταν νὰ «χάνεται» στὴ θεία Λειτουργία. Τὸν ρωτοῦσα μετὰ νὰ μοῦ πεῖ γιὰ τὴν εὐλογία τῆς θείας Λειτουργίας καὶ μοῦ ἔλεγε: «μὴ συζητᾶς παιδάκι μου τὶ γίνεται»! Χωρὶς νὰ καταλαβαίνω χαιρόμουν κι ἐγώ. Ὕστερα ἀπὸ λίγο καθὼς πίναμε καφεδάκι στὸ χωριό, ὁ παπούλης ἀπολάμβανε μακαρίως τὸ καφεδάκι του μὲ τὸ ἀπαραίτητο συμπλήρωμα[7] (!), ὁ τρόπος δὲ μὲ τὸν ὁποῖο καθόταν, πρόδινε ζηλευτὴ ἄνεση καὶ ἀρχοντιά, ποὺ κάποιους ἐξ’ἡμῶν θὰ «σκανδάλιζαν». Τότε θυμήθηκα τὸ «πρόσεχε, τὰ φαινόμενα ἀπατοῦν» τοῦ μακαριστοῦ καὶ κατάλαβα. Ἐπρόκειτο τελικὰ γιὰ ἕναν χαριτωμένο Ἱερέα κεκοιμημένο ἐδῶ καὶ πολὺν καιρό.

Στὴ διάρκεια τῆς ἀσθενείας του ὁ μακαριστὸς δὲν ἔπαυε νὰ μᾶς τονίζει: «τὸν ἑαυτό μου κήρυξα, ὄχι τὸ Χριστό»![8] Καὶ ἄλλοτε, σημάδι κάποιας ὑπερφυσικῆς ἐμπειρίας του κατὰ τὴν ἀσθένεια, εἶπε: «θὰ σᾶς πῶ ὅταν γίνω καλά. Σὲ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ ὁ Κύριος»[9];

Στὴν ἰδική μου εἰς Διάκονον χειροτονία, τὸν βρήκαμε νὰ ἔχει φτάσει πιὸ νωρὶς ἀπὸ ἐμᾶς στὸν ναὸ καί, μ’ ἕνα ἁπλὸ ζωστικό, νὰ μαζεύει τὰ πρόσφορα ἀπὸ τοὺς πιστούς. Ἐπιπλέον μὲ εἶχε πληροφορήσει στὸ σπίτι τους ἡ μακαριστὴ ἀδελφή του, ἡ ὁποία παρέστη στὴ χειροτονία μου, ὅτι «ὁ Δεσπότης πρὶν ἀπὸ κάθε χειροτονία ἀγρυπνεῖ ὅλη νύχτα προσευχόμενος περπατώντας, καὶ μιλάει στὸ Θεὸ μὲ τὰ χέρια ψηλά. Ἔτσι θὰ κάνει καὶ μὲ τὴ δική σου χειροτονία»![10]

Ἕνα πρᾶγμα ποὺ ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση ἦταν καὶ ἡ πολλὴ θύραθεν -μαζὶ μὲ τὴν αὐτονόητη θεολογικὴ- παιδεία ποὺ τὸν διέκρινε. Δειγματοληπτικὰ Σᾶς ὑπενθυμίζουμε ὅτι ἀνέφερε συχνὰ τὸν Δημοσθένη, τὸν Πλάτωνα, τὸν Ἀριστοτέλη[11], τὸν Πλούταρχο[12], τὸν Σοφοκλή[13], τὸν Μᾶρκο Αὐρήλιο[14], τὸν ποιητὴ Θέογνι τὸν Μεγαρέα[15], τὸν ἐκπρόσωπο τῆς Νέας ἀττικῆς κωμωδίας Μένανδρο, τὸν Θουκυδίδη[16] καὶ γενικότερα τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες συγγραφεῖς, φιλοσόφους καὶ δραματικοὺς ποιητές, διανθίζοντας τὰ ἐξαιρετικῆς ρητορικῆς δεινότητας κηρύγματά του -μνημεῖα πραγματικά!- μὲ ρητὰ καὶ λόγους τους. Δὲ λείπουν ἐπίσης ἀναφορές του σὲ ἔργα ἄλλων θύραθεν συγγραφέων, ὅπως πχ τοῦ Eduard Norden[17], ἀναλυτὴ τῆς τέχνης τῆς ἀρχαίας πεζογραφίας[18], στὸνΦάουστ τοῦ Γκαῖτε[19], ὡς καὶ στοὺς Δροσεροὺς καημοὺς τοῦ Ἀθανασιάδη-Νόβα[20]. Γενικὰ οἱ θύραθεν γνώσεις του κάλυπταν πολλὰ πεδία, ἀπὸ αὐτὸ τῆς Πολιτικῆς Ἱστορίας καὶ τῆς Διαιτητικῆς, μέχρι κι ἐκεῖνο τῶν ἀγροτικῶν ἀσχολιῶν ἢ τῶν οἰκιακῶν καθηκόντων[21].

Ἀλλὰ καὶ ποιός δὲν θυμᾶται τὶς συνεχεῖς προφορικὲς παραπομπές του σὲ στίχους τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καθὼς ἀνέφερε μὲ ἐπιμέλεια «σπουδαστοῦ» τὰ κεφάλαια καὶ τὰ χωρία, ἢ τὶς ἀπὸ στήθους ἀπαγγελίες του πατερικῶν ἀποσπασμάτων, μὲ ἐπιμονὴ στὴ «θηριώδη καὶ ὀφιόμορφον κακίαν»[22], ποὺ παραπέμπει στὸν ὅσιο Ἰσίδωρο τὸν Πηλουσιώτη; Μελετώντας ἀργότερα τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, βρῆκα στὶς βιβλιοθῆκες τῆς Μητροπόλεως καὶ στοὺς δύο πρώτους τόμους τῶν ἔργων τοῦ Ἁγίου, τῆς ἔκδοσης τοῦ καθηγητῆ Παναγιώτη Χρήστου, ἀρκετὲς ὑπογραμμίσεις καὶ σημειώσεις δικές του μὲ μολύβι, ἀλλὰ καὶ μὲ κόκκινο μπὶκ στὰ περιθώρια. Ἀφημένα ἐπίσης στὶς σελίδες τῆς Θρησκευτικῆς Ἠθικῆς Ἐγκυκλοπαιδείας, ὑπῆρχαν σκαριφήματα κηρυγμάτων του μὲ τὶς ἡμερομηνίες ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ἐκφωνηθοῦν ἢ ἐκφωνήθηκαν, κυρίως σὲ ναοὺς τῶν Ἀθηνῶν.

Ἐκτιμοῦσε στοὺς ἀνθρώπους τὸ ἦθος, τὴν καλωσύνη καὶ τὴν ἀφτιασίδωτη συμπεριφορὰ σὲ ὅποιους χώρους καὶ ἂν τὴ συναντοῦσε, ἐνῶ στηλίτευε τὴν ὑποκρισία καὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χώρου. Μοῦ ἐκθείαζε τὸ στρατηγὸ Νικόλαο Πλαστήρα (†1953) τὸν ὁποῖο εἶχε συναντήσει, λαϊκὸς ἔτι ὤν, στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου καὶ τὸν ὁποῖο ἀποκαλοῦσε «ἅγιο», ἕνεκα τῆς κατ’αὐτὸν διαπιστωμένης ἀρετῆς του, τῆς καλωσύνης του, τῆς πάμπτωχης ζωῆς του καὶ τῆς πίστης του στὸ Θεό, διερωτώμενος: «ποῦ ὑπάρχουν Πλαστῆρες σήμερα»[23];

Ἐπίσης μοῦ ἐγκωμίαζε τὸ ἦθος καὶ τὴν πίστη στὸ Θεὸ τῆς μεγάλης ἠθοποιοῦ Ἄννας Συνοδινοῦ (†2016), ἐνῶ δὲν παρέλειπε κάποτε, στὴ νεότητά του, νὰ παρακολουθεῖ σοβαρὲς παραστάσεις τοῦ Ἐθνικοῦ Θεάτρου[24] ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχε ἄποψη.

Ὄντως Πατερικὸς ἄνθρωπος, ἐκινεῖτο προσληπτικά, δὲν διέγραφε δίκην ἀλαθήτου, οὔτε ἔπασχε ἀπὸ εἶδος πνευματικοῦ ἱδρυματισμοῦ, διαχωρίζοντας νεστοριανικὰ τοὺς χώρους σὲ ἱεροὺς καὶ βέβηλους, ἐφόσον εἶναι πανταχοῦ παρὼν ὁ Θεός. Ὅ,τι, μάλιστα, σὲ ἐπίπεδο πολιτιστικῶν δρώμενων κάθε ἐποχῆς, ἄντεχε στὸ καμίνι τῶν Ὀρθοδόξων κριτηρίων του ἔστεκε μέσα στὴν Ἀλήθεια, ὅ,τι ἦταν «καυσούμενο» ἔλυωνε καὶ ἐξαφανιζόταν. Ἐκινεῖτο «σὰν τὴ μέλισσα, ὄχι ὅπως ἡ μύγα», ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ ὅσιος Παΐσιος.

Ὑπῆρξε ἐποχὴ ποὺ -λαϊκὸς ὢν- ἄνοιγε τὴν καρδιά του στὸ πετραχήλι τοῦ Μητροπολίτη Κορινθίας Μιχαὴλ Κωνσταντινίδη, μετέπειτα Ἀμερικῆς[25], ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐπηρεάστηκε καὶ στὸ ὕφος γραφῆς. Τὸν ὀνόμαζε «ζωντανὸ ἅγιο» μὲ μεγάλη παρρησία στὸ Θεὸ καὶ δυνατὴ προσευχή. Ἀργότερα εἶχε πνευματικὴ σχέση μὲ τὸν Γέροντα Ἀμφιλόχιο τῆς Πάτμου, ἐπέλεξε δὲ ὡς πνευματικό του τὸν μακαριστὸ Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως Διονύσιο. Λάτρης τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου συχνὰ τὸν καλοῦσαν γιὰ χειροτονίες, διατηροῦσε πνευματικὴ σχέση μὲ τοὺς Γέροντες Παΐσιο καὶ Πορφύριο τοὺς ὁσίους, Γεώργιο Γρηγοριάτη, Φιλόθεο Καρακαλληνό, Ἐφραὶμ Φιλοθεΐτη νῦν Ἀριζονίτη,  Ἄνθιμο Ἁγιαννανίτη,Ἰωάννη Ἁγιαννανίτη, Ἰσαὰκ τῆς Καψάλας τὸν Λιβανέζο, Πετρώνιο Προδρομίτη τὸν ὁποῖο βαθύτατα ἐκτιμοῦσε, τὸν τυφλὸ Γέροντα Διονύσιο τῆς Κολιτσοῦς, ὅπου τελευταῖα συχνὰ μετέβαινε, τὸν Γέροντα Ἀμβρόσιο Λάζαρη, τὸν π. Στέφανο Ἀναγνωστόπουλο, ὅπως καὶ τὸν χαριτωμένο καὶ αἰσθητῶς εὐωδιάζοντα[26]ἔγγαμο ἱερέα Ἰωάννη Καλαΐδη ἀπὸ τὸ Νεοχώριο Σιντικῆς, καὶ μὲ ἀρκετοὺς ἄλλους ἐπίσης, ἁγιορεῖτες καὶ μή.

Τὶς δύο φορὲς ποὺ τὸν συνόδευσα ὡς Διάκονός του στὸ ἅγιον Ὄρος, τὸ 1995 καὶ τὸ 1996 καὶ στὶς Μονὲς Καρακάλλου, Σιμωνόπετρας καὶ Ξηροποτάμου, παρατηροῦσα τόσο στὸ πλοῖο, ὅσο καὶ στὶς Μονές, τόσο σεβασμὸ στὸ πρόσωπό του ἀπὸ πλευρᾶς μοναχῶν καὶ λαϊκῶν, ὡσὰν νὰ ὑπῆρχε ἕνας ζωντανὸς ἅγιος ἀνάμεσά τους. Ἀσπάζονταν καὶ τὸ κράσπεδο τοῦ ράσου του! Σημειωτέον ὅτι δὲν ἔφερε ἐγκόλπιο καὶ μὲ τὸ καλογερικὸ καλυμμαύχι ἔδειχνε περισσότερο σὰν ἁγιορείτης ἁπλὸς μοναχὸς σὲ κάποιον ποὺ δὲν τὸν γνώριζε. Στὶς μηνιαῖες ἀγρυπνίες τῆς Μονῆς μας τοῦ Μικροκάστρου -πρᾶγμα παράδοξο-  ἐνδυόταν σὰν ἁπλὸς ἱερομόναχος, φέροντας μόνον ἐγκόλπιο, κάτι ποὺ πιστοποιεῖται ἀπὸ τὶς βιντεοσκοπημένες ὁμιλίες του. Ἄλλοτε πάλι, ὡς Διάκονός του, παρακαλώντας τον νὰ μοῦ ἐπιτρέψει νὰ τὸν βοηθήσω νὰ ἐνδυθεῖ τὸν ἀρχιερατικό του σάκκο, μὲ ἄφησε ἐμβρόντητο λέγοντας: «αὐτὰ ἔχουν τελειώσει πιά, παιδάκι μου»[27]! Μὲ τὸ χιοῦμορ ἐπίσης ποὺ τὸν διέκρινε, ὅταν ἐρωτᾶτο ποῦ εἶχε βρεῖ τὴ γνωστὴ παλιὰ ξύλινη μαύρη βαλίτσα γιὰ τὴ μεταφορὰ τῶν ἀμφίων του, ἀπαντοῦσε ἀφοπλιστικὰ γιὰ νὰ μᾶς δείξει πόσο παλιὰ ἦταν αὐτοσαρκαζόμενος : «μοῦ τὴ δώρισε ἡ βασίλισσα Ὄλγα»![28].Σημειωτέον ὅτι ἡ εἰρημένη βασίλισσα ἐκοιμήθη τὸ 1926, ὅταν ὁ μακαριστὸς ἦταν μόλις 6 ἐτῶν.

Εἶχε συναντηθεῖ μὲ τὸν γέροντα Ἰάκωβο Τσαλίκη, γιὰ τὸν ὁποῖο ἔλεγε ὅτι σὲ μακρὰ συνομιλία ποὺ εἶχαν, δὲν διέκρινε οὔτε ἕνα δογματικὸ λάθος στὰ λεγόμενά του[29], ὅπως καὶ -καθὼς προανέφερα- μὲ τοὺς δύο ἐσχάτους ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας Παΐσιο καὶ Πορφύριο, γιὰ τὸν ὁποῖο ἔλεγε ὅτι δὲν ἀπέλπιζε τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ ἔψεγε καλότροπα πολλοὺς ἱερεῖς γιὰ τὸν ἀφόρητο διδακτισμό τους[30]καὶ πολὺ καλῶς ἔκανε.

Κατὰ τὸ σύντομο πέρασμά του ἀπὸ τὸ Παρίσι τὸν εἶχε ἐνθουσιάσει, ἔλεγε, ἡ τελεία πτωχεία, θεολογικὴ κατάρτιση καὶ «δυνατὴ» προσευχή τοῦ ἐπισκόπου Κατάνης Κασσιανοῦ, καθηγητοῦ στὸ Ἰνστιτοῦτο τοῦ ἁγίου Σεργίου. Εἶχε ἐπίσης μελετήσει ἀρκετὰ βιβλία ρωμαιοκαθολικῶν θεολόγων μὲ ἰδιόχειρες σημειώσεις καὶ ὑπογραμμίσεις ἐπὶ τῶν κειμένων πχ τὴ βιογραφία τοῦ ἀποστόλου Πέτρου ἀπὸ τὸν Ὄσκαρ Κούλμαν, κείμενα τοῦ Ζὰν Ντανιελού, τοῦ Ὓβ Κονγκάρ, ἀλλὰ κυρίως κείμενα Ὀρθοδόξων τῆς διασπορᾶς, θεωρώντας σὰν κορυφαῖο τους τὸν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι. Ἐνθουσιάστηκε ἄλλοτε τόσο πολὺ μὲ τὴ βιογραφία τῆς ὁσίας Μαρίας Σκομπτσόβα, μιᾶς ρωσίδας ἁγίας μὲ στοιχεῖα διὰ Χριστὸν σαλότητας ποὺ ἔζησε στὸ Παρίσι, ὥστε μοῦ ἅρπαξε κυριολεκτικὰ ἀπ’τὸ χέρι τὸ βιβλίο[31] προτοῦ νὰ τὸ τελειώσω, τὸ διάβασε ὁλόκληρο καὶ μοῦ εἶπε μὲ νόημα: «αὐτὴ μᾶς κάνει σπουδαία κριτικὴ ὅλων μας, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν κι ἔχει πολὺ δίκιο. Μαρίες Σκομπτσόβες καὶ Παύλους Σερβίας θέλουμε»[32]! Καὶ μοῦ τὸ ἔδωσε πίσω νὰ συνεχίσω τὸ διάβασμα κι ἐγώ.

Ξεχώριζε, ἐπίσης, ἀπὸ τοὺς καθηγητὲς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν τοὺς Χρῆστο Ἀνδροῦτσο (†1935) καὶ, κυρίως, τὸν Λεωνίδα Φιλιππίδη[33] (1939-1968).

Μὲ τὸν ἅγιο Νεκτάριο φαίνεται πὼς διατηροῦσε ζωντανὴ σχέση. Ὅσοι τὸν θυμούμαστε στὶς ἀγρυπνίες, ἀκούγαμε νὰ μνημονεύει πάντοτε ἀπὸ Ὡραίας Πύλης κάποια Σαλώμη, ἀπὸ τὰ μέρη τοῦ Ἀγρινίου. Ἡ Σαλώμη, μοῦ ἐξήγησε, ἦταν μιὰ ἀφιερωμένη παιδιόθεν στὸ Θεὸ ψυχή, ἡ ὁποία τοῦ προεῖπε τὴν εἰς Ἐπίσκοπο χειροτονία του λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ἐκλογή του, «βλέποντάς τον σὲ θρόνο», ὅπως τοῦ ἐξομολογήθηκε, τῆς τὄ’χε πεῖ μάλιστα ὁ «παπούς», ἐννοώντας τὸν ἅγιο Νεκτάριο. Ὁ τότε π. Ἀντώνιος τὴν ἐπιτίμησε αὐστηρά. Λίγο μετὰ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος. Ἡ ἴδια, άλλη μία φορὰ τοῦ εἶχε ἐξομολογηθεῖ ὅτι «ἦταν πολὺ στενοχωρημένος μὲ τοὺς ἱερεῖς ὁ ἅγιος Νεκτάριος» καί, στὴν ἐναγώνια ἐρώτησή του «γιὰ μένα τί σοῦ εἶπε, βρὲ Σαλώμη»; ἀπάντησε: «Μὲ σένα εἶναι εὐχαριστημένος παπ’ Ἀντώνη γιατὶ τρέχεις στὰ χωριά». «Δόξα τῷ Θεῷ»! ἀπάντησε ὁ π. Ἀντώνιος καί, ἔλαμπε ἀπὸ ἔκδηλη χαρά, ὅταν ὡς Ἐπίσκοπος ἀργότερα τὸ διηγεῖτο[34].

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι σὰν Ἀρχιερέας ἦταν ἐπιφορτισμένος καὶ μὲ τὰ διοικητικὰ καθήκοντα ἑνὸς ἐπισκόπου, συνέγραφε, προσευχόταν πολλὲς φορὲς στὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀκολουθίας, ἀλλὰ «περιπατητικῶς», ἐπικαλούμενος, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κύριο, τὴν Παναγία Μητέρα Του, πλῆθος ἁγίων, ὅπως μοῦ ἔλεγε ὅταν ἤμουν Διάκονός του, ἐκθειάζοντάς μου συνεχῶς τὰ ἀγαθὰ τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς. Ἐνθυμοῦμαι μιὰ στιχομυθία μεταξύ μας: «πῶς πῆγε ἡ προσευχὴ σήμερα Σεβασμιώτατε»; «Πολὺ καλά, Ἐφραίμ! Ὀκτὼ χιλιόμετρα προσευχὴ καὶ δύο κήρυγμα»[35]!

Ὡς σχολάρχης στὴν Ἱερατικὴ Σχολὴ τῆς Ξάνθης ξεκινοῦσε τὴν προσευχὴ στὶς 3:00 τὰ ξημερώματα, τελείωνε τὴ θεία Λειτουργία λίγο πρὶν τὶς 6:30, λίγο ξεκουραζόταν καὶ πήγαινε κατόπιν γιὰ μάθημα.

Νήστευε ἰσοβίως τὸ κρέας καὶ ἀγαποῦσε στὰ νιάτα του τὴν ὀρειβασία. Ἄλλωστε, ὑπηρέτησε τὴ θητεία του στὶς Εἰδικὲς Δυνάμεις. Θυμᾶμαι τώρα τὸν νῦν ἀρχιεπίσκοπο Κρήτης, ἅγιο Χανίων τότε, νὰ μοῦ τὸν κατονομάζει ὡς «ἡρωικὸ ἄνθρωπο» .

Συχνὰ γιὰ νὰ μὲ προστατεύσει πνευματικά, μοῦ τόνιζε τὴν ἀξία τῆς σιωπῆς καὶ τῆς κρυφῆς πνευματικῆς ἐργασίας μὲ τὴ φράση «λάθε βιώσας». «Πολλὲς φορὲς ποὺ μίλησα», ἔλεγε, «τὸ μετάνοιωσα. Ὅποτε σιώπησα τὸ χάρηκα». «Ἡ μέλισσα στὸ σκοτάδι φτιάχνει τὸ μέλι»[36], μοῦ εἶπε κάποτε. Συστηματικὰ ἀπέφευγε τὰ φῶτα τῆς δημοσιότητας, ἀργότερα ὅμως, καθὼς ἡ φήμη του ἐξαπλωνόταν καὶ προέδραμε τάχιον τῆς παρουσίας του, ἐκείνη τὸν ... καταδίωκε! Γι’ αὐτὸ καὶ «μισοῦσε» -κάπως ἁπόλυτα- μὲ ἕνα ἅγιο μῖσος τὴν ἐπίδειξη πνευματικοῦ «ἔργου», «κινήσεως» κλπ. Τὴν θεωροῦσε προτεσταντικοῦ τύπου ἀντιστάθμισμα τῆς ἔλλειψης ἐσωτερικοῦ βιώματος καὶ προσευχῆς. Ἤξερε πὼς πολλὲς φορὲς, πίσω κι ἀπ’τὸ πιὸ «λαμπρὸ» ποιμαντικὸ ἔργο, προϊὸν -ἔστω- ὁλοκάρδιας ἀφιέρωσης, ἴσως νὰ φωλιάζει ὁ ἀκοίμητος σκώληξ τῆς κενοδοξίας, ἕτοιμος νὰ καταβροχθίσει πρῶτον καὶ καλύτερο τὸν Ἱερέα. Γι’ αὐτό, γιὰ νὰ μᾶς ἀσφαλίσει πνευματικά, μᾶς «γείωνε» μὲ τὶς φράσεις ποὺ προεῖπα. Ἔλεγε χαρακτηριστικά:«στὸ τέλος χάνει τὸ μυαλό του κι ὁ παπᾶς καὶ χτυπάει μόνος του τὴν καμπάνα! Ἀλλὰ μὴν παραξενεύεστε, ἐκεῖ ποὺ φτάσαμε ἀπὸ τὸν ἐγωισμό μας, τὸ μέλλον εἶναι ἡ τρέλα»![37]. Ἤ, μὲ τὴν πελοποννησιακή του προφορά στὰ ἱερατικὰ συνέδρια μᾶς φώναζε: «ταχιά, θὰ φύγουμε, τὸ νοῦ σας. Ἐγὼ σᾶς τὰ εἶπα πάντως»![38], ὑπογραμμίζοντας τὴν ἀξία τῆς μνήμης θανάτου.

Βρισκόταν ἀπέναντι σὲ ὁποιαδήποτε νοσηρὴ προσωποπαγὴ σχέση, ὅπως αὐτὴ στὴν ὁποία μπορεῖ νὰ ἐξελιχθεῖ ἡ σχέση πνευματικοῦ καὶ ἐξομολογούμενου. Στὴν ἐπιμονή μου κάποτε νὰ κατέβω στὴν Ἀθήνα νὰ δῶ τὸ Γέροντά μου, μὲ κοίταξε μὲ αὐστηρότητα καί, δείχνοντάς μου τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, μοῦ εἶπε: «νά, ὁ Γέροντάς μας, Αὐτὸν νὰ ἔχεις πρῶτα Γέροντα»[39]! Τὸν εὐχαριστῶ ἐκ βάθους γι’αὐτὲς τὶς σοφές του ἐπεμβάσεις, οἱ ὁποῖες ἐγκωμιάστηκαν καὶ ἀπὸ τὸν Πνευματικό μου. Ἀπέπνεε μιὰν ἁπαλὴν αὔρα ἄκρως εὐγενοῦς ποιμαντικῆς φροντίδας, δίχως μεγαλοστομίες, μὲ ἡσυχία, μὲ προσευχή, μὲ σοφία καὶ σύνεση σὰν γενικὰ χαρακτηριστικά, χωρὶς ν’ ἀποκλείονται τὰ κατ’ ἄνθρωπον λάθη, παραχώρηση Θεοῦ γιὰ πνευματικὴ ἀσφάλεια. Γι’ αὐτὸ ὁ μακαριστός, ἄφησε πίσω του καὶ ἕναν καλὸ καὶ μονιασμένο κλῆρο. Συχνὰ μᾶς[40] ἔλεγε: «τοὺς καλύτερους παπάδες ἔχω»![41]

Τὸν βλέπαμε νὰ ἐξομολογεῖ ἀσταμάτητα σὰν ἁπλὸν ἱερέα πολὺν κόσμο, ποὺ συνέρρεαν ἀπὸ κοντὰ καὶ μακριά, γιὰ νὰ ἀναπαυθοῦν στὶς σοφές συμβουλές του, ὅπου κάποιοι διαπίστωναν τὰ χαρίσματά του. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἔκανε πολυάριθμους ἀνθρώπους νὰ τὸν πλησιάζουν, ἦταν ἡ φήμη γιὰ τὴν παρρησία τῆς προσευχῆς του. Ἐξακουστὸς Γέρων ὑπογράμμιζε αὐτὴν τὴν ἀλήθεια λέγοντας μετ’ ἐπιτάσεως: «Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὅ,τι ζητήσει ἀπὸ τὸ Θεὸ γίνεται»![42] Ὁ ἴδιος σχολίασε ὅτι ὁ μακαριστὸς Ἀντώνιος γιὰ τὰ πνευματικά του παιδιά, προσευχόταν τόσο πολὺ καὶ μὲ τόσην αὐταπάρνηση, «ποὺ ἔπεφτε καὶ στὴ φωτιά γιὰ νὰ τὰ σώσει»![43]

Εἶναι γνωστὴ ἡ θαυματουργὴ προσευχή του ὅταν, σὲ ἁγιορείτικη πανήγυρη[44], εὐλόγησε ἀργοπορημένα τὰ δίχτυα τῶν μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι μέχρι τότε ματαίως κοπίαζαν, ἀλλὰ «ἐπίασαν οὐδέν», καὶ μετὰ τὴν εὐλογία τὴν ἀργοπορημένη -ἔστω- τοῦ Ἱεράρχη, ἀνέσυραν τὸ δίχτυ «μεστὸν ἰχθύων» -θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κάποιος- γιὰ νὰ συσχετίσει τὸ γεγονὸς μὲ τὴν εὐαγγελικὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ ἀντιστοίχου Ἑωθινοῦ καὶ δὲν θὰ εἶχε ἄδικο.

Ὁ ταπεινὸς εἶναι αὐστηρὸς στὸν ἑαυτό του καὶ ἐπιεικὴς στοὺς ἄλλους. Τὸ ἀντίθετο συμβαίνει μὲ τὸν ἀλαζόνα, ὑπερφίαλο καὶ ἀνθρωπάρεσκο. Φορτώνει φορτία δυσβάστακτα τὸν πλησίον. Προκειμένου περὶ ἐξομολογήσεως, ὁ μακαριστὸς ἦταν ἐπιεικὴς στοὺς ἁμαρτάνοντες, ἀκόμη καὶ κληρικούς ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ μακριὰ νὰ τὸν ἰδοῦν. Στὶς περισσότερες τῶν περιπτώσεων ἡ ἐπιείκεια αὐτή, μεμιγμένη μετὰ γλυκύτητος, ἔφερνε θαυμαστὰ ἀποτελέσματα. Εἶχεν ὁ πρᾶος καὶ γλυκὺς ποιμένας ἐνεργὸ τὸ χάρισμα[45]νὰ σηκώνει τὰ βάρη τῶν ἄλλων καὶ νὰ τοὺς ἀπαλλάσσει. Βεβαίως καὶ εἶναι ἄλλο πρᾶγμα ἡ ἐπιείκεια τοῦ χαύνου καὶ ἡδυπαθοῦς γιὰ νὰ μὴ δυσαρεστηθοῦν κάποιοι κι ἄλλο ἡ ἐπιείκεια τοῦ τετηγμένου ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση, πού, ὡσὰν ἄκτιστες τοῦ Θεοῦ ἐνέργειες, διαπερνοῦν τὴν καρδιὰ τοῦ καλοπροαίρετου μετανοοῦντος καὶ τὸν ἀλλοιώνουν τὴν καλὴν ἀλλοίωση. Ἐπιπλέον, ἡ ἐπιείκεια τοῦ ἀμελοῦς τὸν κάνει ἀμελέστερο, ἡ δὲ ἐπιείκεια τοῦ ταπεινοῦ τὸν ἁγιάζει ἔτι περαιτέρω.

Ἀρκετὰ ἐξ’ὅσων σᾶς μετέφερα, μοῦ τὰ διηγεῖτο ὁ μακαριστὸς στὶς περιοδεῖες τοῦ Δεκαπενταυγούστου γιὰ παρακλήσεις. Μαζὶ πηγαίναμε συνήθως στὰ χωριὰ -ἀνὰ ζεύγη- Ροδοχώρι καὶ Κριμήνι, Καλλονὴ καὶ Κυπαρίσσι, τὴ γενέτειρα τοῦ νῦν ἁγίου Φλωρίνης, ὅπου ἐπέστρεφα ἐγὼ μετὰ ἀπὸ παράκληση, κήρυγμα καὶ τυχὸν ἐξομολογήσεις στὴν Καλλονή, ἐνῶ κι ἐκεῖνος εἶχε τελειώσει. Τὸ νηστήσιμο κέρασμα κάθε χρονιὰ περιλάμβανε ἀπαραιτήτως μέλι, πεπόνι καὶ καρύδια. Κάποια χρονιὰ λοιπόν, λέει στὶς κατὰ σάρκα ἀδελφὲς τοῦ ἁγίου Φλωρίνης, τότε πατρὸς Θεοκλήτου ὡς ἀρχιμανδρίτου : «ὁ Θεόκλητος εἶναι ἤδη δεσπότης, εἶναι καλὸ παιδὶ (!) καὶ γελαστό. Γλυκύς, χαρούμενος ἄνθρωπος. Θὰ τὸν βγάλουμε δεσπότη, ἀκοῦτε ποὺ σᾶς λέω! Χάσαμε τὸ γέλιο ὅλοι μας, λαϊκοὶ καὶ κληρικοί! Δὲν εἴμαστε γελαστοὶ Χριστιανοί»[46], δήλωνε, ἐνθουσιωδῶς.

Σὲ ἄλλη περιοδεία μας, στὸ ὕψος τοῦ Τσοτυλίου, τὸν βλέπω πάλι νὰ σταυροκοπιέται (συνήθως σταυροκοπιόταν στὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς διαδρομῆς) καὶ νὰ μοῦ λέει: «ἦρθε ὁ παποὺς στὸν ὕπνο μου, μέσα σὲ πολὺ φῶς! Πώ, πώ, τὶ φῶς ἦταν ἐκεῖνο! Πολὺ φῶς»! Ἐγὼ δὲν κατάλαβα καὶ τὸν ρώτησα: «Ποιός παπούς, δεσπότη μου»; Νόμιζα πὼς θὰ μοῦ ἔλεγε γιὰ κάποιον γνωστὸ ἅγιο. Μοῦ λέει:«ὁ μακαριστὸς ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, ἦταν. Μοῦ εἶπε ὅτι μᾶς ἔχει ἔννοια στὴ Σύνοδο»[47].Σάστισα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι εἶχε πολὺ καλὴ σχέση μὲ τὸν μακαριστό, τὸν ὁποῖο ἐκτιμοῦσε καὶ σεβόταν ἀπεριόριστα, ἐγκωμιάζοντας τὴ λιτότητα, ἀμνησικακία καὶ πτωχεία του: «μὲ τὸ ἕνα χέρι ἔπαιρνε τὴ σύνταξη, μὲ τὸ ἄλλο τὴν ἔδινε σὲ φιλανθρωπίες. Σαρακοστές, τσάι καὶ παξιμαδάκι, τὸν εἶδα μὲ τὰ μάτια μου»[48]! Προφανῶς μιλοῦσε γιὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος ἦταν ὑγιής.

Ἐρχόμαστε ὅμως στὴν παρουσία του ἀρχιεπισκόπου Σεραφεὶμ «μέσα στὸ Φῶς», ὅπως μοῦ τὴν διηγήθηκε ὁ μακαριστός. Παραξενεύτηκα, ἐνῶ ἐκεῖνος δὲν μιλοῦσε γιὰ λίγα λεπτά. Ξαφνικὰ γυρνάει καὶ μοῦ λέει: «ξέρεις γιατὶ ἔπλεε μέσα στὸ Φῶς ὁ Σεραφείμ»; Γιατί σεβασμιώτατε; «διότι ὅταν ρωτήθηκε γιὰ τὸν Πάπα εἶπε ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶναι Ἐκκλησία. Γι’αὐτό! Καὶ εἶχε δίκιο.Ἔτσι, χατιρικὰ τοὺς λέμε ἐκκλησίες. Ὁ Θεὸς ξέρει γι’αὐτοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ μᾶς»[49]. Μοῦ εἶχε κάνει ἐντύπωση ἡ αἰτιολόγηση. Ἀκριβῶς τὸ ἴδιο εἶχα ἀκούσει καὶ ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Γέροντα Γεώργιο Καψάνη, ἐν ἔτει 1986: [Παιδί μου, μία εἶναι ἡ σώζουσα Ἐκκλησία, «ἐκκλησίες» μὲ μικρὸ ε, ὑπάρχουν κι ἄλλες]. Νομίζω πήραμε ἀπάντηση, ποὺ γεμίζει εἰρήνη τὶς καρδιὲς μας. Πάντοτε, βεβαίως, ὑποτασσόταν καὶ ὑπήκουε στὴν Ἐκκλησία, ἀκόμη κι ἂν κάποτε εἶχε ἐπιφυλάξεις σὲ ὁρισμένα ζητήματα[50], ἐνῶ δὲν χαριζόταν καὶ σὲ μᾶς: «ἐφόσον ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ μᾶς τοὺς ἴδιους δὲν ἔπεσε δὲν πρόκειται νὰ πέσει ποτέ»[51].

6 μὲ 7 μῆνες πρὶν τὴν κοίμησή του μοῦ λέει ἀπότομα κάπως, ἀλλὰ καὶ λίγο «συνωμοτικὰ» στὰ γραφεῖα τῆς Μητροπόλεως: «Ἐφραίμ, ἕνας παπᾶς, καθὼς προσευχόταν κάποτε, ἀνέβηκε ψηλά, νόμισε πὼς πέθανε. Πῆγε στὸν Κύριο καὶ ἦταν ὑπέροχα, μὴ συζητᾶς... Φαντάστηκε πὼς θὰ μείνει γιὰ πάντα ἐκεῖ καὶ χαιρόταν ἀπερίγραπτα. Ὅμως δὲν εἶχε φτάσει ἡ ὥρα του. Καὶ τοῦ λέει ὁ Κύριος (σὰ νὰ μιλοῦσε ὁ ἴδιος στὸν ἢ γιὰ τὸν ἑαυτό του): Ἐσὺ ὅμως θὰ κατέβεις κάτω πάλι, γιατὶ ἔχεις ἀκόμη λίγο ἔργο νὰ κάνεις»[52]. Μετὰ τὰ σύντομα γεγονότα τῆς βαρυτάτης ἀσθενείας του καὶ τῆς κοιμήσεώς του, τὰ λόγια του αὐτὰ -λησμονημένα μέχρι τότε- σὰν νὰ ζωντάνεψαν μέσα μου καὶ Σᾶς τὰ μεταφέρω σχεδὸν αὐτούσια.

Εἶναι γεγονὸς ἐπίσης πὼς κάποιες φορὲς τὸν βλέπαμε νὰ θυμώνει καὶ μ’ἐμᾶς πολὺ ἔντονα. Κάποιος θὰ σκανδαλιζόταν βλέποντάς τον, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο ἦταν ἀπέναντί μας προσηνής καὶ γλυκύτατος, σημάδι πὼς δὲν ρίζωναν ἡ σύγχυση καὶ ἡ ταραχὴ μέσα του. Θύμωνε «ἀπαθῶς», θὰ λέγαμε. Θὰ μποροῦσε νὰ τιμωρήσει «ζηλωτὴ» Κληρικὸ γιὰ τὸν ἀναιδέστατο τρόπο ποὺ τοῦ μίλησε -σ’ ἕναν τέτοιον Ἱεράρχη- καὶ δὲν ἔκαμε τίποτε. Ἄλλοτε ποὺ σὰν νὰ «παραφέρθηκε» -θεώρησε ὁ ἴδιος- πάλι ἐξαιτίας ἀναιδοῦς συμπεριφορᾶς Κληρικοῦ, θορυβήθηκε καὶ ἔψαχνε μπροστά μας νὰ βρεῖ τὸν Γέροντα Στέφανο τῆς Μητροπόλεώς μας,  γιὰ νὰ τοῦ διαβάσει συγχωρητικὴ εὐχή.

Στὰ στενὰ χρονικὰ πλαίσια μιᾶς εἰσήγησης δὲν μποροῦμε νὰ ἀναφερθοῦμε σὲ πολλὲς εὐεργεσίες καὶ παρεμβάσεις τῆς προσευχῆς του, ὅμως Σᾶς ἀναφέρουμε «δειγματοληπτικά», ἐπιτρέψτε μου πάλι τὴ λέξη, δύο τουλάχιστον περιπτώσεις ὅπου ἐκδηλώθηκε τὸ ἰαματικό του χάρισμα στὴν μία καὶ ἐπιπλέον ἡ προόρασή του στὴν ἄλλη. Τὰ ἰατρικὰ περιστατικὰ ἀφοροῦσαν τὸ ἕνα σὲ κερατόκωνο ἐπιδεινούμενο πρὸς μεταμόσχευση, ἡ ὁποία ἀπεφεύχθη τελικὰ λόγῳ μὴ ἐπιδείνωσής του, ἀντίθετα πρὸς τὴν πρόβλεψη τῶν ἰατρῶν καὶ ὁ ὁποῖος παραμένει ἀμετάβλητος ἐδῶ καὶ 20 περίπου χρόνια[53] χωρὶς νὰ προξενεῖ προβλήματα ὅρασης καὶ τὸ ἄλλο περαστικὸ σὲ νεφρωσικὸ σύνδρομο κακῆς πρόγνωσης, τὸ ὁποῖο, προτοῦ ἀρχίσει ἡ θεραπεία του, εἶχε ἀναγγελθεῖ ἀπὸ τὸ μακαριστὸ Ἱεράρχη ὡς ἤδη θεραπευμένο, ὅπερ καὶ ἐγένετο[54]. Στὴν μὲν πρώτη περίπτωση, τὴν ὥρα τῆς ἐξομολόγησης, ἡ πρώτη ἀσθενὴς βλέπει ξαφνικὰ τὸ μακαριστὸ Γέροντα νὰ βρίσκεται «ἀλλοῦ» καὶ νὰ θρηνεῖ ὑπερβολικά, κάτι ποὺ δὲν δικαιολογεῖτο ἀπὸ τὰ λεγόμενά της -ἁπλῶς τοῦ ἐξέφρασε τὴν ἀγωνία της- στὴ δὲ δεύτερη περίπτωση, ὅπου ἦταν καθησυχαστικὸς «μὲ ἐξουσία», εἶπε στὴν ἀσθενή: «ὅπως θὰ πᾶς ἔτσι καὶ θὰ ἔρθεις. Μὴν ἀνησυχεῖς, ὅλα θὰ πᾶνε καλά».

Ἄλλοτε προεῖπε μὲ ἀκρίβεια τὴν εἰς Ἐπίσκοπον προαγωγὴ, Κληρικοῦ ποὺ ὑπηρετεῖ στὴν Εὐρώπη, κατὰ μαρτυρία αὐτοῦ τοῦ ἰδίου: «ἄντε καὶ τὴν ἄλλη φορά, ἀλλοιῶς, μὲ μίτρα»![55].

Ὑπάρχουν ἐπίσης περιστατικά, ὅπου ὁ μακαριστὸς ἐμφανιζόταν ἀγγελοπρεπῶς καθ’ ὕπνους σὲ κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, καὶ διόρθωνε κακοὺς λογισμούς. Μάλιστα κάποτε ἐμφανίστηκε κατ’ ὄναρ μὲ ἐνδύματα «λαϊκοῦ» ἐλέγχοντας κάποιον γιὰ λογισμοὺς κατάκρισης: ἡ θεία Χάρη πληροφόρησε ἔτσι τὸν κατακρίναντα ὅτι «ἀπογύμνωσε» τὸν Ἱεράρχη ἀπὸ τὴν Ἀρχιερωσύνη του[56]! «Μᾶς διορθώνει μὲ ἀγγέλους ὁ Θεός, τὸ θέμα εἶναι ἂν ὄντως μετανοοῦμε» ἀναρωτιόταν κάποιος Πνευματικὸς[57] ποὺ ἄκουσε τὸ γεγονός.

Μαρτυρίες ἐπίσης ἔχουμε ὅτι συνέβαινε κάποτε στὴ διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας νὰ βυθίζεται σὲ πνευματικὴ ἔκσταση, πρᾶγμα ποὺ ἀντιλαμβάνονταν οἱ γύρω ἀπ’ αὐτὸν συλλειτουργοῦντες Κληρικοί.[58]

Ἄλλοτε πάλι, διαβάζοντας μία δαιμονισμένη ποὺ ὠρυόταν στὴ μονὴ τοῦ ὁσίου Δαβίδ, δήλωσε σὲ κάποιον αὐτόπτη μάρτυρα: «πολλὰ δαιμόνια βγῆκαν, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἔμειναν μέσα της. Χρειάζεται νὰ ἀγωνιστεῖ πολὺ αὐτὴ ἡ ψυχή»[59].

Ἀξιωθήκαμε νὰ τὸν διακονήσουμε στὴν ἄρση τοῦ σταυροῦ τῆς ἀσθενείας του ἀρκετοὶ ἱερομόναχοι, μοναχοὶ καὶ μοναχές. Μᾶς ἀποκαλοῦσε «ἀδέλφια» του. Ὑπῆρχαν διαστήματα ποὺ ἦταν εὔθυμος καὶ στὸ κρεββάτι τοῦ πόνου μᾶς ἔκαμε κήρυγμα. Μποροῦσε νὰ διακρίνει κανεὶς στὰ προτελεύτια αὐτὰ κηρύγματα ἕνα χλωμὸ -πλέον- ἀπείκασμα τῆς ἐνθουσιώδους διὰ βίου ἱεραποστολῆς του ποὺ βαθμηδὸν φυλλορροοῦσε πρὸ τοῦ ἀναπόφευκτου τέλους ποὺ πλησίαζε σὲ ἀπόσταση ἀναπνοῆς.

Στὶς 17 Δεκεμβρίου 2005, λίγο πρὶν ἐκμετρήσει τὸ ζῆν στὴ ΜΕΘ τοῦ Μποδοσάκειου Νοσοκομείου Πτολεμαΐδος κατὰ τὶς 8.45, ἦταν συνδεδεμένος στὰ μηχανήματα. Ὁ ἱερομόναχος τῆς Μητροπόλεώς μας[60] ποὺ τὸν παράστεκε, μᾶς διηγήθηκε ὅτι ἐνῶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔπιανε τὸν ἀναχωροῦντα Ἀρχιερέα ἀπὸ τὸ χέρι, ξαφνικὰ ἡ ἐντατικολόγος ἦλθε ἐμφανῶς συγκινημένη καὶ τὸν ρώτησε: «Πάτερ, τί τοῦ λέτε»; Ὁ πατὴρ ξαφνιάστηκε: ἁπλῶς ἔλεγε τὴν εὐχή. Ἡ ἐντατικολόγος ἔνιωσε πρωτόγνωρη ἔκπληξη, διότι τὰ μηχανήματα γιὰ λίγα λεπτὰ ἔδειξαν τιμὲς φυσιολογικοῦ ἀνθρώπου, κάτι ποὺ ποτὲ ἄλλοτε δὲν τῆς εἶχε συμβεῖ, ἐνῶ ἡ κατάσταση τοῦ Ἱεράρχη ἦταν ἀσύμβατη μὲ τὴ ζωή. Ὕστερα, τὸ τέλος σήμανε καὶ στὶς ἐνδείξεις τῶν μηχανημάτων.

Ὅταν λίγη ὥρα ἀργότερα ἀντικρύσαμε τὸ γυμνό, παραιτημένο, κάτισχνο, ἀσκητικὸ σκῆνος του νὰ παραδίνεται ταπεινὰ στὶς ἐπικήδειες φροντίδες τῶν Κληρικῶν του, ἐνδυόμενο τὰ ἀρχιερατικά του ἄμφια, «κατάστικτον τοῖς μώλωψι»,[61] μὲ τὰ χέρια διάτρητα ἀπὸ τοὺς ὀρούς, μὲ τοὺς «ὡραίους  πόδας» του ποὺ εὐαγγελίζονταν τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ ταλαιπωρημένους καὶ γεμάτους οἰδήματα καὶ μὲ ἐμφανὴ τὴν τομὴ τῆς δεύτερης ἐπεμβάσεως στὴν δεξιά του πλευρά, τὸ μυαλό μας πῆγε ἄλλων στὸ «ὥσπερ πελεκὰν τετρωμένος τὴν πλευρὰν»[62] ποὺ ὁ ζωτικὸς κρουνός της θρέφει τὰ ἀναιμικὰ παιδιά του, ἄλλων πάλι σὲ προσκομιζόμενο πρόσφορο λογχισμένο καὶ ἕτοιμο  γιὰ τὴν ἀναίμακτη ἱερουργία.

Στὴ διάρκεια τῆς ἀσθένειας, τὰ μάτια του μᾶς κοίταζαν ἀγαπητικὰ καὶ αὐστηρά, «ἀνακρίνοντάς» μας μὲ τὸν τρόπο τους. Εἴμαστε «πλέον ἢ βέβαιοι»[63], κατὰ τὴν προσφιλή του ἔκφραση, ὅτι μέσα στὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ μὲ ἐκεῖνα, τὰ ἴδια μάτια, «ἐν ἑτέρα μορφῇ»,[64] μᾶς «βυθομετρεῖ» καὶ μᾶς περιπτύσσεται ἀγαπητικῶς.

Σᾶς εὐχαριστῶ, εὔχεσθε, Χριστὸς Ἀνέστη!

Ασκητές μέσα στον κόσμο - Πατήρ Ευάγγελος Χαλκίδης



Πατήρ Ευάγγελος Χαλκίδης*
Ο πατήρ Ευάγγελος Χαλκίδης γεννήθηκε το έτος 1923. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από την Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Περιπλανώμενοι μέχρι να εγκατασταθούν κάπου οριστικά, πέρασαν από την Λαμία, ενώ η μητέρα του ήταν έγκυος. Τότε γέννησε στον γυναικωνίτη του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Λαμίας. Οι ιερείς του ναού, μη θέλοντας το παιδί να φύγη αβάπτιστο από εκεί, το βάπτισαν και του έδωσαν το όνομα «Ευάγγελος» από το όνομα του ναού.
Η μεγάλη του επιθυμία και ο ζήλος που πλημμύριζε την ψυχή του από μικρό παιδί, ήταν ν’ ακολουθήση το δρόμο του Χριστού και να υπηρετήση την Εκκλησία Του. Είχε Πνευματικό του τον εσχάτως ανακηρυχθέντα άγιον Γεώργιον Καρσλίδην, ο οποίος τον καθωδηγούσε και τον προετοίμαζε για την ιερωσύνη.
Όταν ήλθε σε ηλικία γάμου ενυμφεύθη την Μικρασιατικής καταγωγής Μελαχροινή Μητράρα από την Μυτιλήνη, η οποία αργότερα ως πρεσβυτέρα σήκωσε μαζί του τον Σταυρό και ήταν γι’ αυτόν ο καλός Κυρηναίος. Ο Θεός του χάρισε έξι παιδιά. Πέντε αγόρια και ένα κορίτσι.
Στην αρχή εργαζόταν στο εργοστάσιο Σιδηροδρόμων (μηχανουργείο του ΣΕΚ). Όταν ανακοίνωσε στους συναδέλφους του ότι θα γίνη παπάς, τον ειρωνεύοντο, χτυπούσαν τενεκέδες σαν θυμιατήρι και του έκαναν και άλλα πειράγματα, αλλά δεν τον επηρέασαν αυτά. Ο πόθος και η αγάπη του για την ιερωσύνη, ωδήγησαν τα βήματά του στον τότε Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ.κ. Παντελεήμονα Α’ (Παπαγεωργίου). Στον Μητροπολίτη παρουσιάσθηκαν μαζί με τον κουμπάρο του Στέφανο Γιαννουλίδη, που ήθελε κι αυτός να ιερωθή.
Ο Δεσπότης αρχικά ήταν πολύ διστακτικός μέχρι αρνητικός, γιατί, ενώ ήσαν και οι δύο αγνοί και ενάρετοι άνθρωποι, ήταν όμως εντελώς αγράμματοι. Βλέποντας όμως ο Αρχιερεύς την απλότητά τους, την επιμονή τους και τον φλογερό πόθο τους για την ιερωσύνη, άρχισε να προβληματίζεται. Σ’ αυτό πολύ βοήθησε και η μαρτυρία δύο σπουδαίων κληρικών: Του π. Λεωνίδα Παρασκευοπούλου (μετέπειτα Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης) και του π. Φωτίου Σταμοπούλου, του πνευματικού του Ευαγγέλου, που πήγαινε μετά την κοίμηση του οσίου Γεωργίου Καρσλίδη. Ζήτησε, λοιπόν, ο Δεσπότης να του φέρουν ένα βιβλίο κι έβαλε τους δύο υποψηφίους να διαβάσουν. Αλλά τι να διαβάσουν, αφού δεν ήξεραν γράμματα; Τότε τους λέγει: «Μα εσείς δεν ξέρετε γράμματα. Πώς θα γίνετε παπάδες;». Ο Ευάγγελος τα έχασε. Έσκυψε το κεφάλι μη μπορώντας να πη κουβέντα. Τους έσωσε όμως το θάρρος του Στεφάνου, που απάντησε: «Δέσποτα, όταν πάη κάποιος στην αγορά, βρίσκει και φτηνά ψάρια, βρίσκει και ακριβά ψάρια, αλλά ψάρια είναι και τα δύο. Ε, εμείς είμαστε από τα φτηνά ψάρια». Αυτά τα λόγια έκαμψαν τον Δεσπότη και τους είπε: «Πηγαίνετε να ετοιμάσετε τα ράσα σας».
Ο πατήρ Ευάγγελος φοίτησε στο «Διετές Κατώτερον Εκκλησιαστικόν Φροντιστήριον» της Θεσσαλονίκης και ως ιεροσπουδαστής εχειροτονήθη διάκονος στις 2 Αυγούστου 1952 στον ιερό ναό Αναλήψεως Θεσσαλονίκης και πρεσβύτερος στις 13 Αυγούστου του ιδίου έτους στον Ιερό Μητροπολιτικό ναό Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά από τον βοηθό Επίσκοπο της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης Επίσκοπο Μυρέων κ.κ. Τιμόθεο Ματθαιάκη (τον μετέπειτα Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής και μετά ταύτα Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας). Ο π. Ευάγγελος όχι μόνο έμαθε να διαβάζη, αλλά και να ψέλνη γλυκύτατα και να κηρύττη με απλά λόγια ώστε να μιλά κατ’ ευθείαν στις καρδιές των ανθρώπων.
Αρχικά διωρίσθηκε εφημέριος του ιερού ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Λοφίσκου της επαρχίας Λαγκαδά (τότε η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης ήταν ενιαία), με την εντολή να εξυπηρετή τις θρησκευτικές ανάγκες των χριστιανών των χωριών Αρετής και Δρυμιάς και αργότερα της Μικροκώμης. Λειτουργούσε μία Κυριακή στον Λοφίσκο και μία στην Αρετή. Τότε τα δύο αυτά χωριά αποτελούσαν μία Κοινότητα. (Τα’ άλλα δύο ήταν μικρά χωριά).
Στην ενορία του Λοφίσκου συνάντησε πολλές δυσκολίες από την πρώτη μέρα που πήγε. Η ψυχρότατη υποδοχή, η πρωτοφανής αδιαφορία και το αφιλόξενο των κατοίκων δεν του έκαμψαν το φρόνημα· τ’ αντιμετώπισε με μεγάλη υπομονή και πολλή αγάπη.
Τόσο πολύ στενοχωρείτο για την θρησκευτική ακαταστασία που υπήρχε εκεί, ώστε εκλονίσθη η υγεία του κι έπαθε έλκος στομάχου. Αυτό τον ωδήγησε να ζητήση από το Μητροπολίτη μετάθεση σε άλλη ενορία. Πράγματι στις 31 Μαΐου 1956 ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης τον απέσπασε στον ιερό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πεύκων και στις 23 Ιουνίου του ιδίου έτους τον μετέθεσε στον ιερό ναό αγίου Γεωργίου της Κοινότητος Αγίου Βασιλείου Λαγκαδά, όπου και υπηρέτησε με φόβο Θεού μέχρι τις 30 Ιανουαρίου 1987, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.
Ο πατήρ Ευάγγελος έζησε θεοφιλώς και θεαρέστως καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του, αγαπώντας το ποίμνιό του και θυσιάζοντας την ζωή του υπέρ αυτού. Πλήθος κόσμου ανεπαύετο κάτω από το πετραχήλι του. Ο Μητροπολίτης Λαγκαδά κ. Σπυρίδων τον αγαπούσε και τον εκτιμούσε ιδιαιτέρως, γιατί ήταν παράδειγμα ιερέως. Άφησε μνήμη αγαθού ανδρός. Ήταν όντως ενάρετος και μοσχοβολούσε αγιότητα.
Ήταν μία αγιασμένη μορφή. Το σώμα του ήταν ασκητικό, περιβεβλημένο με το φτωχικό του ράσο. Το πρόσωπό του φωτεινό. Ακτινοβολούσε την λαμπρότητα της ευλογημένης ψυχής του. Τα χείλη του ψέλλιζαν πάντοτε λόγια προσευχής.
Λίγοι άνθρωποι υπήρξαν τόσο ελεήμονες, όσο ο πατήρ Ευάγγελος. Χόρτασε νηστικούς, ξεδίψασε διψασμένους, έντυσε γυμνούς, βοήθησε αρρώστους κι αυτά πάντοτε κρυφά. Ήταν μία πνευματική τράπεζα, τα αγαθά της οποίας εγεύοντο όλοι όσοι τον πλησίαζαν.
Κατά τα έτη ’67-’68, τότε που ο κόσμος είχε φτώχεια και ξενητεύονταν, ένα πιάτο φαγητό ή ένα ρούχο χρησιμοποιημένο είχαν αξία για τους φτωχούς. Ο π. Ευάγγελος πήγαινε στις δώδεκα με μία τα μεσάνυχτα, με τα δέματα στην πλάτη του και τα άφηνε έξω από τις πόρτες των φτωχών οικογενειών που ήξερε στην Θεσσαλονίκη.
Κάποτε κατέβηκε στην αγορά να ψωνίση για την οικογένειά του και είχε στην τσέπη του μόνο 5 δραχμές. Στον δρόμο ένα γεροντάκι του ζήτησε βοήθεια και ο π. Ευάγγελος του έδωσε το τάλληρο. Γύρισε στο σπίτι του χωρίς ψώνια. Η παπαδιά που περίμενε τα ψώνια για να μαγειρέψη, τον ρώτησε πώς γύρισε τόσο γρήγορα και πού είναι τα ψώνια. Της απάντησε: «Ε, παπαδιά μου, τι να σου πω τώρα… άστα μην τα ψάχνης. Άλλη φορά θα ψωνίσω. Τώρα δεν έχω λεφτά». Σε λίγη ώρα χτυπά την πόρτα κάποιος που του ζητουσε να κάνη αγιασμό. Έκανε τον αγιασμό, και ο άνθρωπος του έδωσε 20 δραχμές. «Ταλληράκι έδωσα, εικοσάρικο πήρα», έλεγε χαμογελώντας και ψώνισε για την οικογένειά του.
Ο παπα-Βαγγέλης πήγαινε και ζητούσε από καταστήματα της Θεσσαλονίκης παπούτσια και ρούχα παλαιά που δεν επωλούντο, και τα μοίραζε σε φτωχές οικογένειες της ενορίας του. πήγε και στον Καρύδα (γνωστός μεγαλέμπορος υποδημάτων), αλλά εκείνος δεν τον πολυπίστεψε και είπε ότι θα πάει ο ίδιος την Κυριακή να τα μοιράση με τα χέρια του. Πράγματι την Κυριακή, μόλις τελείωσε την θεία Λειτουργία, όπως συνήθιζε, χτύπησε την καμπάνα και ήρθαν οι φτωχοί. Ο Καρύδας τους μοίρασε τα παπούτσια και συγκινήθηκε πολύ από την φτώχεια του κόσμου που είδε. Την επόμενη Κυριακή έφερε πάλι καλύτερα παπούτσια και στο εξής έγινε φίλος του π. Ευαγγέλου και πολύ πιστός.
Κάποια φορά ο Καρύδας κοινώνησε και, όταν πήρε αντίδωρο, είδε πάνω του δύο στίγματα από αίμα. Δεν το έφαγε και στο τέλος το έδειξε στον π. Ευάγγελο και ζητούσε μία εξήγηση. Ο π. Ευάγγελος δεν έβλεπε αίμα, ούτε και οι άλλοι. Τότε του είπε ο π. Ευάγγελος: «Το είδες μόνο εσύ το θαύμα, για να πιστέψης ότι το Αντίδωρο είναι αντί του Δώρου, που είναι η θεία Κοινωνία, αναίμακτος φαινομενικά για την αδυναμία μας, όμως είναι κανονική θυσία. Δίνεται από το χέρι του ιερέως που έκανε τη θυσία. Όλων το Αντίδωρο είναι ίδιο, όμως εσύ είχες την ευλογία να το δης με στίγματα αίματος».
Όταν ήταν εφημέριος στην Αρετή, η πολυμελής οικογένειά του ζούσε μέσα στην φτώχεια. Κάποια μέρα που επέστρεψε στο σπίτι, η πρεσβυτέρα του είπε πως έμειναν από ψωμί και τα παιδιά κλαίνε, γιατί πεινούν. Ο παπα-Βαγγέλης πήγε κατ’ ευθείαν στην Εκκλησία. Γονάτισε μπροστά στην Αγία Τράπεζα και με δάκρυα στα μάτια άρχισε να προσεύχεται. Δεν πρόλαβε να τελειώση την προσευχή και μία χωριανή, που εκείνη την ώρα ξεφούρνιζε, πήγε ένα καρβέλι ψωμί στο σπίτι του παπα-Βαγγέλη. Γι’ αυτό ο ίδιος έλεγε: «Όσο εγώ προσευχόμουν μπροστά στην Αγία Τράπεζα, η γειτόνισσα χτυπούσε την πόρτα του σπιτιού  κρατώντας ένα ζεστό ψωμί».
Μία χειμωνιάτικη μέρα πήγε ο παπα-Βαγγέλης με δύο παιδιά του στο Σοχό για δουλειές. Τα παιδιά του περπατούσαν ξυπόλυτα πάνω στα χιόνια. Βλέποντάς τα κάποιος μαγαζάτορας που πουλούσε παπούτσια, τα λυπήθηκε. Φώναξε τον παπά και του έδωσε δύο ζευγάρια παπούτσια για τα παιδιά του. Αυτά χαρούμενα τα φόρεσαν και καμάρωναν για το δώρο τους. Λίγο πιο πέρα είδαν μία γριούλα που κρατούσε από το χέρι το εγγονάκι της, που κι αυτό περπατούσε ξυπόλυτο μέσα στα χιόνια. Τόσο πολύ το λυπήθηκε ο παπα-Βαγγέλης το παιδάκι, που έβγαλε τα παπούτσια από το ένα παιδί του και τα έδωσε στο ξένο παιδάκι, που τα πήρε με χαρά και τα φόρεσε.
Ο πατήρ Ευάγγελος ήταν ευλογημένος «εκ κοιλίας μητρός», γι’ αυτό και η Παναγία τον αξίωσε να γεννηθή μέσα στο ναό της. Αλλά κι αυτός την ευλαβείτο και την υπεραγαπούσε. Ήταν άκρως φιλομόναχος και φιλοαγιορείτης. Συχνά πήγαινε στο Άγιον Όρος. Έπαιρνε από την Θεσσαλονίκη ράσα, ζωστικά, κάλτσες, γυαλιά πρεσβυωπίας, φανέλλες και όποιον φτωχό μοναχό εύρισκε, όλο και κάτι του έδινε. Μπορεί ο ίδιος να μην είχε να φορέση καινούρια ράσα, αλλά τους Αγιορείτες πατέρες πάντοτε τους εφωδίαζε με ευλογίες. Η υπερβολική αγάπη του για την Παναγία ωδηγούσε τα βήματά του συχνά στην Πορταΐτισσα της Μονής Ιβήρων, που ήταν το αγαπημένο του μοναστήρι.
Ο παπα-Βαγγέλης ήταν κατ’ εξοχήν άνθρωπος της προσευχής και της ησυχίας. Όταν αξιώθηκε να χτίση σπίτι στον Άγιο Βασίλειο, έκτισε και οικογενειακό Εκκλησάκι που το αφιέρωσε στην αγία Αναστασία την Φαρμακολύτρια. Το Εκκλησάκι αυτό, που ευωδιάζει μέχρι σήμερα, θυμίζει ναούς αγιορείτικων καλυβών. Μέσα εκεί αγρυπνούσε καθημερινά κάνοντας τον κανόνα του, σαν να ήταν μεγαλόσχημος μοναχός. Ακόμα σώζεται δίπλα στο αναλόγιο το ακουμπιστήρι, που χρησιμοποιούσε στις αγρυπνίες του.
Πίσω από το σπίτι του, σε ανεξάρτητο κτίσμα, έκανε ένα δωμάτιο και μία κουζίνα, για να ζη, όπως έλεγε, «κατά μόνας» σε περιόδους νηστείας και όχι μέσα στην πολυκοσμία του σπιτιού του.
Το σπιτάκι του στο χωριό το ωνόμαζε Αγία Άννα, διότι έμοιαζε με τα Κελλιά της Σκήτης Αγίας Άννης στο Άγιον Όρος, που τόσο αγαπούσε.
Στην Αρετή υπήρχε παλιά ένα τζαμί, το οποίο οι κάτοικοι είχαν χωρίσει στα δύο. Το ένα μέρος το χρησιμοποιούσαν ως παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου και το άλλο ως Σχολείο. Ο π. Ευάγγελος πήγαινε τακτικά σ’ αυτό το παρεκκλήσι για να κάνη Όρθρο κι Εσπερινό. Πηγαίνοντας, λοιπόν, παραμονή του Ψυχοσάββατου του 1954 μαζί με μία ενορίτισσά του στο ναό για να αφήσουν ένα ψυχοχάρτι, είδαν το ναό φωτισμένο και κάποιον κληρικό να ψέλνη μελωδικότατα στο αναλόγιο, ο οποίος μόλις τους είδε, μπήκε στο Άγιο Βήμα, πήρε τα Τίμια Δώρα, τα ύψωσε στον ουρανό και χάθηκε. Ο παπα-Βαγγέλη έμεινε άναυδος. Παρακολουθούσε εκστατικός τα δρώμενα. Μπήκε μέσα στο Ιερό για να αφήση το χαρτί. Είδε ότι δεν υπήρχε κανείς. Κατάλαβε ότι ήταν ο άγιος Νικόλαος. Ταράχθηκε πολύ. Έτρεξε αμέσως στο σπίτι του και μόλις μπήκε μέσα, λιποθύμησε. Όταν αργότερα συνήλθε, δεν μπορούσε να μιλήση. Για τρεις ημέρες είχε χάσει την φωνή του. Του έμεινε μόνιμα ένα μικρό τσέβδισμα, για να του θυμίζη πάντα ότι με τα ίδια του τα μάτια είδε υπερφυσικές καταστάσεις.
Μία χρονιά ο παπα-Βαγγέλης με τον κουμπάρο του τον παπα-Στέφανο πήγαν στους Αγίους Τόπους. Την ημέρα που πήγαν στον Πανάγιο Τάφο, θα λειτουργούσε ο ίδιος ο Πατριάρχης κ.κ. Βενέδικτος πάνω στο Ζωοδόχο Τάφο του Κυρίου μας. Υπήρχαν χιλιάδες προσκυνητές μεταξύ των οποίων και πολλοί κληρικοί. Με πολύ πόθο και αγωνία στρέφεται ο πατήρ Ευάγγελος προς τον πατέρα Στέφανο και του λέει: «Αχ, παπα-Στέφανε, να μπορούσαμε να λειτουργήσουμε κι εμείς μαζί με τον Πατριάρχη πάνω στον Πανάγιο Τάφο!». Δεν πρόλαβε να τελειώση τα λόγια του και γυρίζοντας προς αυτούς ο Πατριάρχης και δείχνοντάς τους  με το χέρι του τους λέει: «Εσύ κι εσύ ελάτε να λειτουργήσετε μαζί μου». Χαράς ευαγγέλια και για τους δύο ευλαβέστατους πατέρες. Όταν ανεφέρετο σ’ αυτό το γεγονός ο π. Ευάγγελος έλεγε με καμάρι: «Μεγάλη ευλογία. Μας διάλεξε ο Πατριάρχης ανάμεσα από τόσους ιερείς, για να λειτουργήσουμε μαζί του πάνω στον Πανάγιο Τάφο». Γι’ αυτό και στο σπίτι του, σε περίοπτη θέση, είχε μια μεγάλη φωτογραφία του μακαριστού Πατριάρχου, για να του θυμίζη πάντοτε αυτήν την μεγάλη ευλογία.
Ο π. Ευάγγελος λειτουργούσε συχνά. Συνήθιζε, όταν λειτουργούσε, να φορά λιτά άμφια και μάλιστα πολλές φορές διαφορετικού χρώματος. Δηλαδή, άλλο χρώμα στιχάρι, άλλο χρώμα πετραχήλι, άλλο φελόνιο κλπ.
Κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας απέφευγε να μιλά. Ιδίως μετά τον καθαγιασμό, κρατούσε σιωπή και είχε βαθειά κατάνυξη. Την ώρα που κοινωνούσε αναλυόταν σε δάκρυα. Προσπαθούσε να μην καταλάβουν οι άλλοι ότι έκλαιγε, αλλά καθώς σκούπιζε τα δάκρυα γινόταν αντιληπτός. Όταν τον ρωτούσε κάποιος: «Πάτερ, κλαις;», απαντούσε: «Όχι, παιδί μου. Φαίνεται κάποιο σκουπιδάκι μπήκε στο μάτι μου». Αυτή η απάντηση επανελαμβάνετο συνεχώς. Οπότε μία φορά του είπε: «Πάτερ, σε κάθε Λειτουργία όλο σκουπιδάκια μπαίνουν στα μάτια σου;». Τότε ο ευλογημένος αυτός λειτουργός του Υψίστου χαμογέλασε και κατακόκκινος έσκυψε το κεφάλι του. Ποιος ξέρει τι θείες καταστάσεις και εμπειρίες είχε, ή τι έβλεπε κατά την ώρα του «Πρόσχωμεν» και έκλαιγε πάντοτε μετά πολλών δακρύων!
Είχε και μία καλή ιερατική στολή, την οποία κρατούσε για την ημέρα του θανάτου του, και πάντοτε έλεγε: «Όταν πεθάνω, να μου φορέσετε ολόκληρη τη στολή κι όχι μόνο το πετραχήλι. Εκεί πάνω που θα πάω, δεν θα πάω για αγιασμό αλλά για λειτουργία».
Την Μεγάλη Σαρακοστή κοινωνούσε στις Προηγιασμένες που τελούσε στην Εκκλησία του και μέχρι την επόμενη φορά που θα έκανε Λειτουργία δεν έτρωγε τίποτε άλλο παρά έβρεχε κουκιά και έτρωγε λίγα κάθε μέρα.
Ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι ο π. Ευάγγελος ήρθε με το λεωφορείο από την ενορία του στην Θεσσαλονίκη. Είχε ένα σπιτάκι κοντά στην Παναγία Φανερωμένη, όπου έμεναν οικογενειακώς. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη και ο ευλογημένος ιερεύς, κουρασμένος και ιδρωμένος καθώς ήταν, άνοιξε το παράθυρο και ξάπλωσε λίγο να ξεκουραστή. Καθώς το παράθυρο ήταν ανοιχτό, έμπαινε ο αέρας και ανέμιζε την κουρτίνα. Όπως ήταν σε κατάσταση ημιεγρήγορσης βλέπη να μπαίνη ξαφνικά από το παράθυρο ένα παλληκάρι και του λέει: «Πάτερ, ήρθα να μείνω εδώ». Του απαντά τότε ο παπα-Βαγγέλης: «Βρε, παιδί μου, πού να μείνης εδώ; Το σπίτι είναι μικρό. Έχω έξι παιδιά και δύο εγώ και η παπαδιά, είμαστε οκτώ άτομα. Εμείς δύσκολα χωράμε. Πού να σε βάλω να μείνης;». Το παλληκάρι επανέλαβε: «Πάτερ, ήρθα να μείνω στο σπίτι σου και θα μείνω». Εκείνη την ώρα χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού. Πήγε και άνοιξε. Ήταν μία ηλικιωμένη μοναχή κι ένας επίσης ηλικιωμένος ιερέας. Η μοναχή κρατούσε στα χέρια της μία λειψανοθήκη. Του είπε: «Πάτερ, εδώ έχουμε το χέρι του αγίου Παντελεήμονος. Το είχαμε στο μοναστήρι μας. Εμείς κάποια μέρα θα πεθάνουμε και το Μοναστήρι θα κλείσει. Έχουμε ακούσει για σένα. Μάθαμε πως αγαπάς πολύ τους Αγίους και φέραμε το χέρι του αγίου Παντελεήμονος να σου το παραδώσουμε για να το φυλάξης». Τότε ο π. Ευάγγελος κατάλαβε ότι ο νέος που του είχε παρουσιασθή προ ολίγου ήταν ο άγιος Παντελεήμων.
Όταν πήγαινε σε αρρώστους έπαιρνε μαζί του και το Λείψανο του αγίου Παντελεήμονος για να τους σταυρώνη. Όποτε άνοιγε την λειψανοθήκη, τα Λείψανά του ευωδίαζαν.
Είχε αρκετά άγια Λείψανα που ήρθαν στην κατοχή του με θαυμαστό τρόπο. Συνήθως ενεφανίζοντο στον ύπνο του οι άγιοι και στον κάτοχο των ιερών λειψάνων και μ’ αυτόν τον τρόπο εγίνοντο οι γνωριμίες και οι ανταλλαγές των λειψάνων.
Μία ηλικιωμένη μοναχή που έμενε στην Καλαμαριά είχε άγια Λείψανα των πέντε Μαρτύρων. Ήταν μόνη και ήθελε να βρη κάποιον άνθρωπο ευλαβή να του τα δώση. Έκανε προσευχή με αυτό το αίτημα. Παρουσιάστηκαν οι Άγιοι σε όνειρο στην μοναχή και της είπαν ότι θα ‘ρθη ένας παπάς να του δώσης τα Λείψανα. Επίσης στον π. Ευάγγελο του είπαν να πάη στο τάδε σπίτι, τον περιμένει μία μοναχή για να του δώση τα Λείψανά τους. Πήρε το λεωφορείο βρήκε το σπίτι και την μοναχή να τον περιμένη στην αυλόπορτα. Ενώ από πριν δεν γνώριζε ο ένας τον άλλο, μόλις συναντήθηκαν ήταν σαν αν εγνωρίζοντο από χρόνια και του έδωσε τα άγια Λείψανα. Ο π. Ευάγγελος τα έβαλε σε ένα κελίφι (σαν μαξιλαροθήκη), τα έκρυψε κάτω από τα ράσα του και τα έφερε στο χωριό. Τα τοποθέτησε πάνω στην Αγία Τράπεζα, αλλά δεν ήξερε ποιο Λείψανο ανήκει στον κάθε Άγιο. Έγραψε σε χαρτάκια τα ονόματα των Αγίων και τάβαλε μαζί με τα άγια Λείψανα. Έκανε Παράκληση και βρήκε το κάθε χαρτάκι να είναι μαζί με ένα Λείψανο. Με αυτόν τον τρόπο πληροφορήθηκε σε ποιον Άγιο ανήκει το κάθε Λείψανο.
Επειδή είχε πολλά Λείψανα Αγίων έκαιγε στο σπίτι του καντηλάκι ακοίμητο. Είχε ένα δοχείο με λάδι και έπαιρνε το λάδι για το φαγητό και για το καντήλι από ένα βρυσάκι που είχε στο κάτω μέρος του δοχείου. Κάποτε που το λάδι τελείωνε η παπαδιά του είπε ότι πρέπει να μαγειρέψη. Ο π. Ευάγγελος δεν της απάντησε, γιατί δεν ήθελε να μείνη το καντήλι σβηστό. Η παπαδιά ξαναρώτησε και της απάντησε κάπως δυσαρεστημένος: «Πάρε το λάδι που θέλεις και ας μεριμνήσουν οι άγιοι για το καντήλι τους». Δεν πέρασε πολλή ώρα και κάποιος του έφερε ένα δοχείο λάδι, λέγοντας: «Πάτερ, εμείς φεύγουμε για Γερμανία και σου φέραμε λαδάκι για τους Αγίους». Το βράδυ του εμφανίστηκαν οι Άγιοι και του είπαν: «Εμείς μεριμνήσαμε για το λάδι μας. Εσύ από τώρα και στο εξής θα παίρνεις και θ’ ανάβεις το καντήλι μας χωρίς να ξανανοίξης το καπάκι του δοχείου να δης αν έχη λάδι». Ανέφερε στην παπαδιά αυτό που είδε. Υπακούοντας δεν  ξανάνοιξε το καπάκι να δη αν έχη λάδι. Για πολλά χρόνια δεν τελείωνε το λάδι από το δοχείο, και πλέον απ’ αυτό το λάδι δεν ξανάβαλε στο φαγητό.
Στους σεισμούς του 1978 έπαθε μεγάλη ζημιά ο ναός της ενορίας του και απεφάσισε να κτίση καινούρια Εκκλησία, αλλά στο μέσον του χωριού, διότι το χωριό είχε επεκταθή και μερικοί απομακρυσμένοι εδυσκολεύοντο να πηγαίνουν στην Εκκλησία. τον παλαιό ναό, που ήταν κοιμητηριακός ναός, θα τον ανακαίνιζε. Συνάντησε πολλά εμπόδια. Μερικοί δεν ήθελαν να κτισθή η Εκκλησία. Ενώ ο παπα-Ευάγγελος γύριζε στα χωριά και μάζευε σιτάρι και καλαμπόκι, τα πουλούσε και με τα χρήματα αυτά πλήρωνε το συνεργείο για να ανοίξη τα θεμέλια. Τη νύχτα κάποιοι που αντιδρούσαν πήγαιναν και τα σκέπαζαν με χώμα. Εξωδεύοντο άσκοπα τα χρήματα που με τόσο κόπο συγκεντρώνοντο, αλλά βοήθησε ο Θεός και η Εκκλησία τελείωσε.
Κάποιος όμως δεν ησύχασε και συκοφάντησε τον καλό και άμεμπτο π. Ευάγγελο για ηθική πτώση και μάλιστα διέδιδε ότι ο ίδιος ήταν αυτόπτης μάρτυς. Το θέμα έφθασε στην Αστυνομία, στον Δεσπότη και έγινε δικαστήριο. Σ’ όλο αυτό το διάστημα ο π. Ευάγγελος ήταν στενοχωρημένος και πικραμένος. Προσευχόταν πολύ και απέφευγε να κυκλοφορή στο χωριό. «Μέχρι να γίνη το δικαστήριο είχα μεγάλη αγωνία. Δεν ήξερα τι να κάνω. Και αθώος ήμουν και είχα γίνη ρεζίλι», έλεγε.
Στο δικαστήριο ο κατήγορος αισθάνθηκε την ενοχή του, ωμολόγησε ότι συκοφάντησε τον παπα-Βαγγέλη και ενώπιον όλων του ζήτησε συγχώρηση. Μόλις είπε αυτά ο κατήγορος στράβωσε η σιαγόνα του προς τα δεξιά, η γλώσσα έμεινε έξω κρεμασμένη σαν προβοσκίδα και δεν μπορούσε πλέον να μιλήση.
Ρώτησε ο πρόεδρος του δικαστηρίου τον π. Ευάγγελο τι ήθελε να κάνουν τον κατήγορο και απάντησε: «Να τον αθωώσετε, δεν θέλω τίποτε άλλο». Πράγματι αθώωσαν τον κατήγορό του και ο ίδιος δεν ζήτησε κάποιο χαρτί που να πιστοποιή την αθωότητά του.
Τριάντα ένα ολόκληρα χρόνια ο αείμνηστος πατήρ Ευάγγελος υπηρέτησε την ενορία του με φόβο Θεού. Πολεμήθηκε σκληρά από πολλούς πειρασμούς, ιδίως την περίοδο που έχτιζε το νέο ναό. Όσο όμως τον πίκραιναν και τον συκοφαντούσαν, τόσο ο Θεός τον βοηθούσε και τον χαρίτωνε. Πέρασε τόσο μεγάλες στενοχώριες, που πάντοτε έλεγε: «Τα γένια μου  άσπρισαν μέσα σ’ ένα βράδυ. Κοιμήθηκα με μαύρα γένια και ξύπνησα με άσπρα».
Πολλά θαύματα συνέβησαν κατά την ανέγερση του ναού. Ο Θεός ποτέ δεν τον άφησε. Η βοήθειά Του ήταν εμφανέστατη, διότι του έστελνε απρόσμενα οικονομική ενίσχυση.
Δίπλα από το ναό περνούσε η εθνική οδός Θεσσαλονίκης-Καβάλας. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που βλέποντας την ανέγερση του ναού, σταματούσαν κάποιοι διερχόμενοι και του έδιναν φακέλλους με χρήματα για να συνεχίση το έργο. Έπρεπε κάθε Σάββατο να πληρώνη τους μαστόρους, αλλά κάποιο Σάββατο δεν είχε χρήματα. Έλεγε στον αρχιμάστορα: «Το Σάββατο, παιδί μου, θα σε πληρώσω». Έκανε προσευχή και πίστευε ότι ο Θεός δεν θα τον αφήση χρεωμένο και εκτεθειμένο. Είχε φτάσει το απόγευμα του Σαββάτου και του π. Ευαγγέλου «εξέλιπον οι οφθαλμοί του από του ελπίζειν αυτόν επί τον Θεόν του». Καθόταν συγκινημένος και προσευχόμενος. Αλλά η ελπίδα «των πενήτων ουκ απωλείται εις τέλος». Ξαφνικά σταμάτησε ένα αυτοκίνητο και ένα νέο ζευγάρι αναζήτησε τον π. Ευάγγελο. Του είπαν: «Πάτερ, εμείς είμαστε από Αλεξανδρούπολη. Αυτόν τον δρόμο τον κάνουμε συχνά και τώρα που παντρευτήκαμε, είπαμε να κάνουμε μία δωρεά για το ναό που κτίζετε. Περνούμε από δω πολλές φορές και το είχαμε τάμα». Και έδωσαν 50.000 δρχ. Πλήρωσε 40.000 τους μαστόρους και του έμειναν και 10.000 δρχ. Εδόξασε τον Θεό, ευχαρίστησε τους ανθρώπους και ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο η εμπιστοσύνη του στην θεία Πρόνοια.
Οι επίτροποι έλεγαν στον παπα-Βαγγέλη να μην δηλώνουν όλα τα χρήματα στην Μητρόπολη για να τελειώση η Εκκλησία. Ο παπα-Βαγγέλης δεν συμφωνούσε και τους έλεγε: «Όχι, βρε παιδιά, πρέπει να είμαστε καθαροί και τίμιοι». Και ενώ ήταν τόσο προσεκτικός, κάποιοι δυστυχώς τον κατηγόρησαν ότι καταχράστηκε χρήματα!
Ο ίδιος αρκείτο στον μισθό του, που ένα μέρος του το διέθετε για τους απόρους ενορίτες του. Όταν μάθαινε πως μία οικογένεια είχε ανάγκη, έδινε χρήματα σε δικά του πρόσωπα, τα έστελνε ν’ αγοράσουν τρόφιμα ή φάρμακα και να τα πάνε στην οικογένεια που είχε ανάγκη, βέβαια χωρίς να γνωρίζη κανένας άλλος, παρά μόνο ο Θεός. Δεν ήταν λίγες οι φορές, που μέχρι και τα εισιτήρια του λεωφορείου έδινε σ’ αυτούς που τον επισκέπτοντο, για να λειτουργηθούν ή  να εξομολογηθούν. Επίσης από τον μισθό του πάντα ένα μέρος το έδινε για την ανέγερση του ναού. Όταν δε, τότε που έχτιζε το σπίτι του, με επιμονή της πρεσβυτέρας του σταμάτησε να δίνη από τον μισθό του, γιατί οι ανάγκες τους ήταν μεγάλες, ο ευλογημένος λευΐτης δεν ησύχασε. Η προσευχή του δεν πήγαινε καλά. Δεν ένιωθε αναπαυμένος. Έτσι είπε μία μέρα στην πρεσβυτέρα: «Βρε παπαδιά, δεν μπορώ έτσι. Νιώθω τις πόρτες του ουρανού κλειστές» και συνέχισε να δίνη. Άλλοτε με τα χρήματα που πήρε από τον μισθό του ως δώρο του Πάσχα, πήγε και αγόρασε ένα προσκυνητάρι για το ναό. Μέχρι σήμερα το προσκυνητάρι αυτό είναι γνωστό ως «το προσκυνητάρι του παπα-Βαγγέλη».
Έψαχνε να βρη εργασία στον γυιό του και σκέφθηκε τα διυλιστήρια Έσσο Πάπας. Όμως δεν ήξερε κανέναν και εδυσκολεύετο να πάη να ρωτήση. Κάποια μέρα εσκέπτετο το Τίμιο Ξύλο και τα λείψανα των Αγίων που είχε μέσα στον Σταυρό που φορούσε και του ήρθε μία εσωτερική ώθηση να πάη στον διευθυντή των διυλιστηρίων να τον παρακαλέση για τον γυιό του. Σκέφτηκε: «Άνθρωπος είναι κι αυτός σαν και μένα. Γιατί να διστάσω; Θα το πω και έχει ο Θεός». Πράγματι πήγε και οι φύλακες τον χαιρέτησαν, του άνοιξαν τις πόρτες και του έκαναν υπόκλιση. Τον ωδήγησαν στον διευθυντή και εκείνος τον άκουσε δέχτηκε το αίτημά του και προσέλαβε στην εργασία αμέσως τον γυιό του.
Κάποια ηλικιωμένη 85 ετών ταλαιπωρείτο χρόνια με τους γιατρούς. Τα πόδια της είχαν πληγές με πύον, πονούσε και δεν μπορούσε να περπατήση. Με έναν γνωστό της παρεκάλεσε τον παπα-Βαγγέλη να της διαβάση ευχή. Εκείνος πρόθυμος πήρε το Λείψανο του αγίου Παντελεήμονος, την σταύρωσε και της διάβασε ευχή. Φεύγοντας της λέει: «Αν έχης πίστη θα γίνεις καλά». Απάντησε: «Έχω πίστη στον Άγιο που έφερες μαζί σου». Τα πόδια της κυρίας Αρτέμιδος άρχισαν να καλυτερεύουν μέχρι που έγιναν τελείως καλά.
Αρρώστησε η πρεσβυτέρα του με καρκίνο στον μαστό που έκανε μεταστάσεις σε όλο το σώμα της. Οι γιατροί είπαν ότι δεν υπάρχει ελπίδα, σε λίγο καιρό θα πεθάνει. Ο παπα-Βαγγέλης πήρε το Λείψανο του αγίου Παντελεήμονος και πήγε στο Νοσοκομείο να την διαβάση. Τον είδε ένας γιατρός, θύμωσε και του μίλησε περιφρονητικά: «Παπά μου, με τα κόκκαλα αυτά πας να κάνης την ασθενή καλά; Είσαι στα καλά σου;». Ο παπα-Βαγγέλης, χωρίς να απαντήση, ήρεμα έκανε την δική του θεραπεία στην άρρωστη παπαδιά, με αποτέλεσμα αν γίνη καλά και να ζη μέχρι σήμερα. Τη νύχτα παρουσιάστηκε στον γιατρό ο άγιος Παντελεήμων και αυτός άρχισε να τρέμη. Ο Άγιος του είπε: «Εσύ με έδιωξες, αλλά αν δεν μετανοιώσης, θα πάθεις χειρότερα». Αμέσως ξύπνησε και δεν μπορούσε να ησυχάση. Έψαξε, βρήκε τον π. Ευάγγελο αργά το βράδυ, ζήτησε συγχώρηση, προσκύνησε το Λείψανο του αγίου Παντελεήμονος και σταμάτησε η τρεμούλα του, που «πριν έτρεμε σαν κομπρεσέρ», όπως είπε ο π. Ευάγγελος. Από τότε κάθε χρόνο ο γιατρός στην μνήμη του αγίου Παντελεήμονος πήγαινε να προσκυνήση το Λείψανό του και να τον ευχαριστήση γιατί τον έφερε κοντά στον Χριστό και έγινε πιστός, από άπιστος που ήταν.
Κάποια φορά επισκέφτηκε τον π. Ευάγγελο στο σπίτι του μία κυρία για να εξομολογηθή μαζί με τον γυιό της που ήταν πολύ καλό παιδί και εξωμολογείτο στον παπα-Βαγγέλη. Η μάννα πρώτη φορά πήγαινε από περιέργεια. Όταν μπήκε και την είδε ο π. Ευάγγελος, τα έχασε. Τα καθαρά και πνευματικά του μάτια έβλεπαν τα αθέατα στους πολλούς. Είδε να κουβαλά στην πλάτη της τον διάβολο, που είχε τρίχες στο πρόσωπο, μάτια άγρια, και δόντια σαν άγριος χιμπατζής. Εξαγριώθηκε ο π. Ευάγγελος και την έδιωχνε. Μάλωνε όχι αυτήν αλλά το δαιμόνιο, που δεν έφευγε από πάνω της. Αυτή είχε ασχοληθή με μάγια και ήρθε με πονηριά στον παπα-Βαγγέλη για να αποκόψη το παιδί της από την επικοινωνία του με τον πνευματικό του.
Επίτροπος που συνεργάστηκε μαζί του για πολλά χρόνια διηγήθηκε το εξής: «Κάποιο απόγευμα είδα να μπαίνη στο ναό ένα παλληκάρι που το βαστούσαν. Μόλις πατούσε στα πόδια του. Είχαν έρθει από τα χωριά του Λαγκαδά. Ο παπα-Βαγγέλης τον διάβασε και έφυγαν. Μεσοβδόμαδα τον έφεραν πάλι. Τώρα πατούσε καλύτερα. Άλλη μία φορά τον έφεραν και ύστερα έγινε τελείως καλά, αφού τον διάβασε πάλι ο παπάς. Ερχόταν έπειτα κάθε Κυριακή μόνος του και εκκλησιαζόταν εδώ. Μου έκανε εντύπωση ότι, όταν περνούσα με τον δίσκο, έβαζε το χέρι του στην τσέπη του και όσα χρήματα έπιανε, τα έδινε. Του έλεγα "βρε παιδί μου, πολλά είναι", αλλ’ αυτός συνέχιζε, γιατί εσκέπτετο ότι, αν ήταν παράλυτος, τι θα έκανε; Ενώ τώρα έγινε καλά και μπορούσε να εργάζεται και να προσφέρη με ευγνωμοσύνη στην Εκκλησία».
Δεν χάρηκε την σύνταξή του. Έμελλε ο Θεός να τον δοκιμάση σκληρά. Αρρώστησε από την βαριά ασθένεια του καρκίνου και νοσηλεύθηκε σε Νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης. Μόλις συνήλθε λίγο, ταξίδεψε για το αγαπημένο του Άγιον Όρος. Ήταν η τελευταία επίσκεψη. Ήθελε να μιλήση με την Παναγία από κοντά. Να πάρη την ευχή Της. Φεύγοντας από το Άγιον Όρος κοίταξε πάνω από το καράβι για τελευταία φορά τα Μοναστήρια κι έμεινε σιωπηλός, βυθισμένος σε σκέψεις. Ήξερε πως στο εξής θα έβλεπε το Περιβόλι της Παναγίας από ψηλά.
Σε λίγο καιρό έπεσε στο κρεββάτι. Υπέφερε πολύ. Η κατάσταση συνεχώς χειροτέρευε. Από τις κατακλίσεις είχε ανοίξει η πλάτη του. Μέχρι που την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 1987 παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στα χέρια του Θεού.
Τον έντυσαν με ολόκληρη την ιερατική στολή, όπως είχε ζητήσει. Στο δεξί χέρι κρατούσε το κομποσχοίνι, δείγμα της συνεχούς και αδιαλείπτου προσευχής του. Την άλλη μέρα της εξοδίου ακολουθίας, στην οποία προεξήρχε ο Μητροπολίτης Λαγκαδά κ.κ. Σπυρίδων, τελέσθηκε συλλείτουργο.
Μετά την ακολουθία και παρά την καταρρακτώδη βροχή, λιτανεύθηκε το σκήνωμα μέχρι τον παλαιό ναό του Αγίου Γεωργίου, που προέβαλλε τραυματισμένος από τους σεισμούς του 1978. Κατ’ απαίτηση των κατοίκων και με την σύμφωνη γνώμη του Μητροπολίτου ετάφη πίσω από το Ιερό του νέου ναού, όπου, παραδόξως, κατά την ώρα της ταφής η βροχή σταμάτησε.
Δέκα χρόνια ύστερα, και με την ευλογία του Σεβασμιωτάτου, έγινε ανακομιδή του πατρός Ευαγγέλου. Τα οστά του ήταν σαν κεχριμπάρι και μία ευωδία πλημμύρισε τον τόπο. Ο άνθρωπος που έσκαβε ενώ δεν ήταν πολύ της Εκκλησίας, αμέσως συγκλονίστηκε και φώναξε: «Άγιος. Αυτός είναι άγιος».
Οι ενορίτες του σήμερα τον θυμούνται με συγκίνηση. Ομολογούν ότι ήταν ενάρετος και καλός παπάς. Διηγούνται πολλά για την αρετή του.
Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.
*[Για τον π. Ευάγγελο Χαλκίδη εκδόθηκε ένα Τεύχος από τις εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη» με πολύ ωραία περιστατικά από την ζωή του. Τα γραφόμενα εδώ είναι αδημοσίευτα και είναι μαρτυρίες του Πρωτοπρεσβυτέρου Αναστασίου Παρούτογλου (Γεν. Αρχιερ. Επιτρόπου της Ι. Μητροπόλεως Λαγκαδά, Εφημερίου Ι. Μητροπ. Ναού Αγίας Παρασκευής Λαγκαδά και πνευματικού τέκνου του π. Ευαγγέλου), καθώς και άλλων πνευματικών του τέκνων. Τους ευχαριστούμε.]
Εκ του βιβλίου

π. Ιάκωβος Βαλοδήμος μια αγιασμένη ιερατική μορφή από το Βοδίνο της Βορείου Ηπείρου



π. ΙΑΚΩΒΟΣ ΒΑΛΟΔΗΜΟΣ
ΜΙΑ ΑΓΙΑΣΜΕΝΗ ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΟΔΙΝΟ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ
Ο π. Ιάκωβος γεννήθηκε το 1870 στην πονεμένη και αλύτρωτη  Βόρειο  Ήπειρο, στο χωριό Βοδίνο του Αργυροκάστρου. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ευάγγελος Μπαλοδήμος. Οι γονείς του, άνθρωποι ευσεβείς και φτωχοί, τον μεγάλωσαν με φόβο θεού χωρίς να μπορέσουν όμως να του προσφέρουν κοσμική μόρφωση.

Σε ηλικία 15 ετών μετέβη στην Κωνσταντινούπολη όπου εργάσθηκε ως μικροπωλητής. Εκεί γνώρισε το θέλημα του Θεού από  τον Κωνσταντίνο Καλλίνικο, έναν  υπέροχο κήρυκα του ευαγγελίου, στα κηρύγματα του οποίου βρήκε ότι ποθούσε η άδολη ψυχή του. Στη ζωή του τον βοήθησε ένας έμπειρος πνευματικός, ο οποίος τον συνέδεσε με άλλους έξι εργατικούς νέους που ασκούσαν ο καθένας  το επάγγελμά του αλλά ζούσαν μαζί κοινοβιακώς και αγωνίζονταν για τον πνευματικό τους καταρτισμό, με νηστείες, ακολουθίες και προσευχές.

Στη νεανική του ηλικία  ταλαιπωρήθηκε από  έντονο και συνεχή πονόδοντο. Ένας γνωστός του καταστηματάρχης του συνέστησε να προσευχηθεί  στον άγιο Αντύπα. Βρήκε την εικόνα του  την κρέμασε στο προσκέφαλο και έκανε την προσευχή του. σε λίγες μέρες το θαύμα έγινε και ο πόνος σταμάτησε οριστικά. από  τότε και για 65 χρόνια μέχρι τον θάνατό του δεν ξαναπόνεσε από  τα δόντια του, ωστόσο  δεν παρέλειψε ποτέ καθημερινά να ψάλλει το απολυτίκιο του αγίου, αλλά και να λειτουργεί από  ευγνωμοσύνη στις 11 Απριλίου στην εορτή του αγίου Αντύπα.

Με τους φίλους του μετέβη  στό Άγιον Όρος  όπου εκάρησαν μοναχοί. Ο π. Ιάκωβος χειροτονήθηκε ιερέας και έμεινε εκεί 3 χρόνια. Κινούμενος ωστόσο από  αγάπη και πόνο  για τη δυστυχισμένη  ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Βόρειο Ήπειρο, επέστρεψε εκεί και ορίστηκε εφημέριος  σε 1 χωριό διπλανό από  το δικό του, την Πέπελη, μένοντας στη Ιερά Μονή της Παναγιάς στην τοποθεσία Ζωνάρια. εργάσθηκε για πολλά χρόνια εκεί προσπαθώντας να γνωρίσει στούς συγχωριανούς του το θέλημα του Θεού.

Ιδιαίτερα έντονη  ήταν και η εθνική του δράση, εξαιτίας της οποίας κινδύνευσε πολλές φορές  από  τους Τουρκαλβανούς  με τον Θεό να επεμβαίνει θαυματουργικά διασώζοντας τον. Την περίοδο εκείνη οι Τουρκαλβανοί πίεζαν τους Έλληνες να δηλώσουν αλβανική υπηκοότητα για να αλλοιώσουν  εθνολογικά τη Βόρειο Ήπειρο. Ο μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος έδωσε εντολή στους ιερείς  να στηρίξουν το ελληνικό και χριστιανικό  στοιχείο. Οι Τούρκοι για να τους τρομοκρατήσουν αποφάσισαν να εκτελέσουν 2 ιερείς , τον π. Ιάκωβο και 1 άλλον και έστειλαν απόσπασμα να τον συλλάβει. Ο π Ιάκωβος, ανύποπτος, κατέβαινε από  την Πέπελη  όπου ήταν  εφημέριος (που ήταν όπως είπαμε χωριό διπλανό στο Βοδίνο όπου καταγόταν). Στο δρόμο συναντά το απόσπασμα, το οποίο τον ρώτησε από  ποιο χωριό είναι. Αυτός  απονήρευτα τους έδειξε το χωριό της καταγωγής του, το Βοδίνο, και όχι το χωριό που υπηρετούσε ως εφημέριος. Αυτοί θεώρησαν ότι δεν είναι ο καταζητούμενος και τον άφησαν να φύγει. Όταν έφτασαν στο χωριό και πληροφορήθηκαν ότι ο π. Ιάκωβος  ήταν εκείνος που συνάντησαν κάθ’ οδόν δεν μπορούσαν να πιστέψουν πώς έχασαν μέσα από  τα χέρια τους τον ιερέα.

Σε μία δεύτερη περίπτωση  ένοπλοι Αλβανοί περικύκλωσαν το σπίτι του, χωρίς να έχει περιθώριο διαφυγής. Μη έχοντας κάπου να κρυφτεί στο λιτό και μοναδικό δωμάτιο που διέμενε, σκαρφάλωσε στο μαδέρι που στήριζε την σκεπή (το δωμάτιο δεν είχε ταβάνι). Γεμάτος αγωνία ?αγκάλιασε το μαδέρι και παρέμεινε εκεί σαν κουλουριασμένο φίδι, προσευχόμενος νοερά να μην τον δουν. Οι ένοπλοι μπαίνουν στο σπίτι, ερευνούν παντού, κάθονται για 10 λεπτά τρώγοντας λίγα καρύδια που είχε σε ένα σεντούκι, αλλά ο Θεός τους τυφλώνει  και δεν σηκώνουν τα μάτια τους  για να δουν τον π. Ιάκωβο να κρέμεται σχεδόν λίγα εκατοστά πάνω από  τις κάννες των όπλων τους.

Μετά από  τις περιπέτειες αυτές και βλέποντας ότι αργά ή γρήγορα θα έπεφτε στα χέρια των Τουρκαλβανών, αναγκάζεται  το 1916 με προτροπή και του Μητροπολίτη να φύγει από  το χωριό του και να πάει στα Ζαγόρια, στο Μονοδένδρι που ανήκε και αυτό τότε στη Μητρόπολη Δρυϊνουπόλεως. Εγκαταστάθηκε εκεί σε ένα παλιό και έρημο μοναστηράκι του Προφήτου Ηλία. με σκληρή χειρωνακτική δουλειά το ανακαίνισε και έχοντάς το ως ορμητήριο,  εργάστηκε  πάνω από  40 χρόνια για να καλύψει τις πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων της περιοχής.

Υπήρξε διακριτικός και φωτισμένος πνευματικός οδηγός  στην περιοχή του Ζαγορίου και των Ιωαννίνων.  Πνευματικά του παιδιά θυμούνται με συγκίνηση τις συμβουλές του στο ζήτημα της καθαρής εξαγόρευσης των αμαρτιών. «Παιδιά μου, έλεγε, να εξομολογήσθε παστρικά. Γιατί τα φίδια που βγαίνουν έξω από  τις τρύπες τους τα σκοτώνουν και τα φίδια που κάθονται μέσα παχαίνουν. Έτσι και τα αμαρτήματα. όταν τα εξομολογηθούμε βγαίνουν από  μέσα μας και εξαλείφονται. Όταν όμως τα κρύβουμε μένουν μέσα μας και μεγαλώνουν.» Ιδιαίτερη σημασία έδινε και στο να γίνεται σωστά το σημείο του Τιμίου Σταυρού για την προστασία των πιστών. Παραστατικά τόνιζε σε μικρούς και μεγάλους. «Να τον κάνετε σωστά! Να, έτσι! Μπάλα, ζωνάρι, πλάτη με πλάτη! (στα αρβανίτικα μπάλα σημαίνει μέτωπο, δηλ. στο μέτωπο, στη μέση και στον δεξιό και αριστερό ώμο.). Τον σταυρό, έλεγε, άμα δεν τον κάνεις σωστά δεν τον σκιάζεται ο σατανάς. Όταν αντί για σταυρό παίζουμε μαντολίνο, ο σατανάς γελάει.!»

Η ζωή του υπήρξε γεμάτη θαυμαστά περιστατικά που φανέρωναν την αγιότητα και καθαρότητά του. Θα αναφέρουμε ορισμένα από  αυτά που χαράχτηκαν έντονα στη μνήμη όσων τον γνώρισαν και ωφελήθηκαν από  την αγιασμένη βιοτή του.

Τον Νοέμβριο του 1940 μετά την επιτυχημένη απόκρουση της ιταλικής επίθεσης στην  πλατεία του χωριού Βίτσα γινόταν γλέντι με τη συμμετοχή όλου του χωριού για τη νίκη του στρατού μας. Ο π. Ιάκωβος που περνούσε από  κει ανέβηκε σε μία πέτρα και τους φώναξε «Παιδιά μου μη χαίρεστε και μη το ρίχνετε έξω. Αντίς για γλέντια χρειάζεται προσευχή και παρακλήσεις στο Θεό. Οι Ιταλοί θα ξαναγυρίσουν στη χώρα μας!»

Στην Κατοχή οι Ιταλοί έχοντας πληροφορίες ότι στο χωριό κρύβονταν αντάρτες,  συγκέντρωσαν αποσπάσματα για να κάψουν το χωριό. Οι χωρικοί μαζί με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ το εγκατέλειψαν  και αναζήτησαν σωτηρία στο βουνό. Ο π. Ιάκωβος αρνήθηκε να φύγει. Θεωρούσε προδοσία να σώσει  τον εαυτό του και να καεί ο οίκος  του Θεού. «Θα καθίσω εδώ είπε, ο Θεός είναι μεγάλος. Αν δεν τα καταφέρω να σώσω την εκκλησία, ας με σκοτώσουν. Πάντως μέσα στην εκκλησία θα με σκοτώσουν». Έμεινε λοιπόν μέσα στην εκκλησία , άναψε όλα τα κεριά , έκαψε μοσχολίβανο πολύ και προσευχήθηκε να φυλάξει ο Θεός το χωριό και την Εκκλησία Του. Όταν ήλθε η ώρα του Εσπερινού κτύπησε την καμπάνα και άρχισε την ακολουθία του. Την καμπάνα όμως την άκουσαν και οι Ιταλοί που βρίσκονταν 2-3 χιλιόμετρα μακριά από  το χωριό. Θεώρησαν ότι στο χωριό υπήρχε σημαντική δύναμη έτοιμη να τους αντιμετωπίσει και ότι η καμπάνα ήταν το σύνθημα για επίθεση και από  άλλες δυνάμεις που πιθανόν κρύβονταν στην χαράδρα. Πανικόβλητοι το έβαλαν στα πόδια και οπισθοχώρησαν, κυριολεκτικά  «μηδενός διώκοντος».

Η εθνική και θρησκευτική του δράση ενόχλησε όπως ήταν αναμενόμενο τους κομμουνιστές αντάρτες  που τον κατηγόρησαν ως συνεργάτη του εχθρού επειδή δεν φοβήθηκε για να φύγει. Στις απειλές τους να τους ξεκαθαρίσει με ποιους είναι (τους δεξιούς ή τους αριστερούς ), τους απάντησε με παρρησία. «Και εσείς και εκείνοι φευγάτοι είσθε από  τον  Θεόν. Εγώ σας βλέπω και τους 2 σαν σπίτια χαλασμένα. Εκείνοι όμως έχουν τουλάχιστον θεμέλια, εσείς όμως  ούτε θέμελα δεν έχετε» Αυτό τους εξαγρίωσε και ένας τους γέμισε το όπλο του αποφασισμένος να τον σκοτώσει επιτόπου. Τελευταία στιγμή επενέβη κάποιος και τον σταμάτησε λέγοντας «Άφησε τον. Είναι κρίμα να χαλάσεις σφαίρα για αυτόν τον παλιογεροξεκούτη.»

Ιδιαιτέρως συγκινητικό είναι το περιστατικό όταν ο π Ιάκωβος έσωσε τη ζωή του καπετάν Φωτιά, ενός καπετάνιου των κομμουνιστών που κυνηγήθηκε από  τους συντρόφους του. Ο Γέροντας παρ’ όλο που ο καπετάνιος  τον είχε πολεμήσει παλαιότερα, τον φιλοξένησε στο μοναστήρι του, του έδωσε τροφή υλική και πνευματική, τον νουθέτησε , τον οδήγησε κάτω από  το πετραχήλι,  μετανιωμένο για τα εγκλήματα που διέπραξε και αφού τον έντυσε με γυναικεία ρούχα για να μην αναγνωριστεί, τον έστειλε με συνοδεία για να περάσει τις γραμμές των ανταρτών και να παραδοθεί στις ομάδες του Ζέρβα όπως και έγινε.

Σε άλλο περιστατικό πηγαίνοντας πεζός από  το Μονοδένδρι στα Ιωάννινα στη θέση Καρυές , 19 χλμ από  την πόλη, έπεσε πάνω σε γερμανική περίπολο που του έκανε  νόημα να σταματήσει. Αυτός  δεν τους πρόσεξε καθώς έκανε την ακολουθία του Εσπερινού και συνέχισε το δρόμο του. Αμέσως δέχθηκε ριπές αυτόματων όπλων από  απόσταση 25 μέτρων χωρίς όμως να κτυπηθεί. Οι Γερμανοί έκπληκτοι τον πλησίασαν και βλέποντας τον σώο και αβλαβή  του επέτρεψαν να συνεχίσει το δρόμο του.

Κατά την περίοδο του ανταρτοπολέμου τον Ιανουάριο του 1948,  ο π. Ιάκωβος επέστρεφε μία Κυριακή από  το χωριό Σουδενά όπου είχε λειτουργήσει, στο μοναστήρι του, περίπου 2 ώρες δρόμο. Στην ερημιά εκεί βάδιζε προσευχόμενος νοερά όπως συνήθιζε. Λίγο παραπέρα όμως άνδρες του εθνικού στρατού είχαν ναρκοθετήσει ένα μέρος του δρόμου και ενέδρευαν μήπως περάσει κάποιο αντάρτικο σώμα. Ξαφνικά βλέπουν να ξεπροβάλει ανύποπτος ο π Ιάκωβος και να κατευθύνεται στο ναρκοπέδιο. Βάζουν τις φωνές για να τον προλάβουν αλλά αυτός απορροφημένος στην προσευχή δεν τους άκουσε και πάτησε μία από  τις νάρκες που εξερράγη με δαιμονιώδη κρότο, πετώντας πέτρες και χαλίκια παντού και σηκώνοντας σύννεφα σκόνης. Γεμάτοι αγωνία οι στρατιώτες σπεύδουν στο σημείο της έκρηξης θεωρώντας ότι θα αντικρίσουν διαμελισμένο το σώμα του Γέροντα. Ωστόσο προς μεγάλη τους έκπληξη βλέπουν τον π. Ιάκωβο άσπρο από  τη σκόνη, να τινάζεται χωρίς να έχει πάθει το παραμικρό. Στην απορία τους, τους  λέει με απλότητα: «Αφήνει ο Θεός να πάθω τίποτα παιδιά μου αφού έλεγα την προσευχή του; Και σας θα σας φυλάξει ο Θεός  και θα γυρίσετε σώοι στα σπίτια σας» . Και αρπάζοντας την ευκαιρία τους πρότεινε  να τους εξομολογήσει και την άλλη μέρα να μεταλάβουν των αχράντων μυστηρίων κάτι που δέχτηκαν σχεδόν όλοι. Μόνο ένας λοχίας, δάσκαλος στο επάγγελμα, εκνευρίστηκε βλέποντας τα γεγονότα και προσπαθούσε να αποτρέψει τους φαντάρους από  την εξομολόγηση, κοροϊδεύοντάς τους. Στην παρατήρηση ορισμένων ότι υπήρξαν αψευδείς μάρτυρες  ενός θαύματος με την έκρηξη της νάρκης, τους αποπήρε λέγοντας πως πρόκειται για τυχαίο γεγονός και πως απλώς  τα βλήματα έφυγαν σε άλλη κατεύθυνση. Τους χαρακτήρισε μάλιστα υστερικές γυναικούλες που παρασύρονται από  τον κάθε παπαδάκο. Αυτά έφτασαν στα αυτιά του π. Ιακώβου που λυπημένος προσπάθησε να τον συνετίσει και τον κάλεσε να εξομολογηθεί και να μη βλαστημάει το Θεό. Αυτός τον κύτταξε περιφρονητικά  χωρίς να του δώσει απάντηση και πήρε μερικούς άνδρες στο δάσος για να μαζέψουν ξύλα. Εκεί ωστόσο πάτησε ο ίδιος του νάρκη, η οποία τον τίναξε στον αέρα κάνοντας τον κομμάτια, αυτόν μόνο και κανέναν άλλο! Το γεγονός αυτό όπως ήταν φυσικό συντάραξε  όλο τον λόχο που υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της τιμωρίας του άπιστου και βλάσφημου λοχία. Μάλιστα ο ίδιος ο π. Ιάκωβος τέλεσε την επομένη  ημέρα την κηδεία του, παρακαλώντας τον Θεό να συγχωρήσει την ψυχή του.

Όταν έβλεπες  για πρώτη φορά τον π. Ιάκωβο δεν του έδινες σημασία. Σ' αυτό όμως το ατημέλητο, ταπεινό γεροντάκι υπήρχε πλούσια η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Ο νους του φυσικά και αβίαστα στρεφόταν προς τον Θεό με κύρια χαρακτηριστικά του την αδιάλειπτη προσευχή, την συνεχή τέλεση των ακολουθιών και την τακτικότατη Θεία Λειτουργία, την οποία τελούσε μέχρι τα βαθιά γεράματά του με τον ίδιο ζήλο και προσοχή που είχε και στα νιάτα του.

Το 1955 σε ηλικία 85 ετών τον αξίωσε ο Θεός να προγνωρίσει το τέλος του αδελφού του που μόναζε στο Άγιον Όρος και παρά την ηλικία του έκανε το ταξίδι και  πρόλαβε ζωντανό τον αδελφό του , ο οποίος κοιμήθηκε στην αγκαλιά του.  Αφού τον έθαψε εκεί επέστρεψε στο μοναστήρι του. Την ίδια χρονιά πήγε για εξομολόγηση στην Κωνσταντινούπολη την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και έγινε δεκτός με πολλή αγάπη   και σεβασμό από  τους Έλληνες της Πόλης

Παρά το γεγονός ότι πέρασε από  πολλά βάσανα και κακουχίες και παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε  συχνά, έζησε  μέχρι τα 90 του χρόνια. Κοιμήθηκε με οσιακό τρόπο, στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων,  στις 15 Φεβρουαρίου του 1960, διατηρώντας μέχρι τέλους την διαύγεια του πνεύματός του. Είχε αφήσει εντολή να ταφεί στο μοναστήρι του στο Μονοδένδρι και παρά το γεγονός ότι τα Ζαγόρια ήταν αποκλεισμένα τότε από  τα χιόνια, τα πνευματικά του παιδιά βρήκαν μπουλντόζα , άνοιξαν τον δρόμο και έθαψαν το σκήνωμά του στη Μονή του όπως επιθυμούσε. Σήμερα τα οστά του βρίσκονται στο οστεοφυλάκιο του Ι.Ν. Προφήτου Ηλία στη Ζίτσα  Ιωαννίνων.

Ως ΣΦΕΒΑ θεωρούμε ότι ο π. Ιάκωβος μαζί με τον άλλο ξακουστό πνευματικό γόνο της Δρόπολης τον αείμνηστο Μέγα Υμνογράφο της Εκκλησίας μας π. Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, αποτελούν τιμή και καύχημα της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Πιστεύουμε ότι θα ήταν πρέπον το σκήνωμα του π. Ιακώβου ( αφού προφανώς γίνουν οι κατάλληλες ενέργειες  μεταξύ των Μητροπόλεων Ιωαννίνων και Αργυροκάστρου) να μεταφερθεί στον τόπο καταγωγής του,  στο Βοδίνο του Αργυροκάστρου για να αποτελεί πηγή δύναμης, αγιασμού, ευλογίας και παρηγοριάς, στους  δοκιμαζόμενους συμπατριώτες του.

Σημείωση. Για τον π. Ιάκωβο κυκλοφορεί  ένα βιβλίο του μακαριστού π. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου (Εκδόσεις ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ , ΑΘΗΝΑ έκδ. 3η) με τίτλο ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ, από  το οποίο προέρχεται και το μεγαλύτερο μέρος του υλικού που δημοσιεύεται στην εφημερίδα μας και στο οποίο μπορεί να ανατρέξει κανείς για περισσότερες λεπτομέρειες για τη ζωή του. Ευχαριστούμε θερμά τις Εκδόσεις ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ για την άδεια αναδημοσίευσης αποσπασμάτων από  το βιβλίο. Ευχαριστούμε επίσης  ιδιαίτερα τον κ. Θεοφάνη Σκεύη,  συμπατριώτη του Γέροντα  από  το Βοδίνο και τον αγαπητό φίλο Βασίλη από  το ίδιο χωριό που μας ενημέρωσαν για την ζωή και την προσφορά του Γέροντα, μοιράστηκαν μαζί μας τις αναμνήσεις τους και μας παρακίνησαν να γράψουμε ένα άρθρο γι’ αυτόν για  να γίνει ευρύτερα γνωστός στην βορειοηπειρωτική κοινότητα.

Ιεραποστολή και Βάπτισμα



ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΥ π.ΚΟΣΜΑ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗ
Θέμα: Ιεραποστολή και Βάπτισμα

Βρισκόμαστε σε κάποιο γραφικό χωριουδάκι του Ζαΐρ (σημερινό Κογκό).

Η τροπική βλάστηση γύρω βρίσκεται σε έξαρση. Οι μπανανιές πιο κει, κατάμεστες από καρπούς, γέρνουν τα κλαδιά τους κι ο φοίνικας δίπλα στην χορταρένια καλύβα καμαρώνει περήφανος για την λεβεντιά του!

Συλλογισμένος και πικραμένος ένας γέροντας Ζαϊρινός κάθετε έξω από το αρχοντικό του (καλύβα), μασουλώντας ζαχαροκάλαμο.

Μα γιατί δεν με θέλει εμένα ο Χριστός; ψελλίζει με παράπονο. Τι κι' αν έχω δύο γυναίκες και είκοσι παιδιά μαζί τους; Εγώ θέλω να γίνω Χριστιανός! Να βαφτιστώ Ορθόδοξος! «Όχι!», είπε όμως ο Ιεραπόστολος, ο πατήρ Κοσμάς. «Όχι! Ο Χριστός αυτό δεν το θέλει!».

Τα δάκρυα κυλούν στο μελαψό, χαρακωμένο από ρυτίδες, πρόσωπό του. Φοβερό το δίλημμα!

Πάλη και αγώνας μεγάλος μέσα του. Οπωσδήποτε θέλει να ασπαστεί τον Χριστιανισμό, την Ορθοδοξία. Διακαής ο πόθος του ύστερα απ' όσα είδε και άκουσε για τούτη την αληθινή θρησκεία. Απ' την άλλη μεριά, όμως, αγαπά και τις δύο γυναίκες του πολύ και του είναι αδύνατο ν' αποφασίσει ποια απ' τις δύο ν' απαρνηθεί.

Στο μυαλό του τριγυρίζει η κατηγορηματική άρνηση του Ιεραποστόλου, που αποτελεί και απαράβατο νόμο της Ορθοδοξίας μας. Και τώρα κλαίει με λυγμούς απαρηγόρητος. Τα χείλη του ασυναίσθητα ψιθύρισαν για πρώτη φορά μία προσευχή στον γλυκύ μας Ιησού, που όπως έδειξαν τα πράγματα, έσκυψε πλάι του, αφουγκράστηκε τις επιθυμίες του και έσπευσε να τον βοηθήσει.

Ξαφνικά ξαλάφρωσε η καρδιά του, λες και έπαψε   η τρικυμία, κι' ο ανεμοστρόβιλος άρχισε να κοπάζει. Το βράδυ, γύρω από την φωτιά, κάλεσε σε οικογενειακό συμβούλιο τις δύο γυναίκες κι' όλα του τα παιδιά. Τους μίλησε για τις σκέψεις του, τον ιερό πόθο του, την επιθυμία του να βαφτιστεί Χριστιανός Ορθόδοξος και το φοβερό κώλυμα που τον εμπόδιζε να φτάσει στην πραγματοποίηση αυτού του σκοπού.

Συγκρατώντας με κόπο τα δάκρυά του, έλεγε:

-Ποια ν' απαρνηθώ; Μου είναι αδύνατο ν' αποφασίσω.
Άφωνα τα παιδιά μαζεύτηκαν στην γωνιά τους κι' έγειραν τούτη τη νύχτα να κοιμηθούν, όχι μόνο νηστικά ως συνήθως, αλλά και πικραμένα. Ποια τύχη θα είχε άραγε αυτή η ιστορία; Ο γερο - Ζαϊρινός στριφογύριζε όλη νύχτα στα χορτάρινα στρωσίδια του. Οι συντρόφισσές του ξαγρυπνούσαν έξω από την καλύβα, κάτω από το φως του φεγγαριού, χωρίς να παίρνουν την μεγάλη απόφαση ποια από τις δύο να φύγει.

Η νεότερη, γερμένη κάτω από τον φοίνικα, απελπισμένη και δακρυσμένη, αποκοιμήθηκε ελαφρά και ανάμεσα σε όνειρο και οπτασία, είδε την απαστράπτουσα μορφή του Εσταυρωμένου, Αυτού του Άγνωστου γι' αυτήν μέχρι τότε Ιησού, που της είπε γλυκά και αποφασιστικά:

Μάθε στην ζωή σου ότι αγάπη θα πει θυσία. Γι' αυτό βλέπεις και μένα πάνω στον Σταυρό. Ο Χριστιανισμός και η Ορθοδοξία μας ζητούν να σταυρώσουμε τα πάθη μας, τις λανθασμένες επιθυμίες μας. Το «εγώ» και το «θέλω» πρέπει να υποτάσσονται στο «πρέπει». Φύγε! Εσύ που τον αγαπάς πιο πολύ, φύγε! Εγώ θα ‘μαι κοντά σου! Θα ευλογήσω τα βήματά σου! Θα σε προστατέψω! Μέγιστη θα ‘ναι η ανταμοιβή σου γι' αυτή την θυσία, κι ας μη με γνωρίζεις! Θα ‘σαι κι εσύ κάποτε κοντά μου...εν τω Παραδείσω...

Ξύπνησε αναστατωμένη η Ζερμέν. Πετάχτηκε πάνω αποφασισμένη. Είχε αρχίσει να αχνοφέγγει. Μπήκε μέσα στην καλύβα, σκούπισε βιαστικά τα δάκρυά της με τις μαύρες, ροζιασμένες παλάμες της και σκούντησε απαλά τον μέχρι τότε σύντροφό της που μισοκοιμόταν.

-Φεύγω, του είπε, γιατί πρέπει. Δεν μπορώ ν' αντισταθώ σ΄ εκείνη την φοβερή δύναμη που εκπέμπει ο Χριστός π' αγαπάς και θέλεις να γίνεις ακόλουθός του... Φεύγω οριστικά! Γενηθήτω το θέλημά Του, ψιθύρισε η αγνή, ολόλευκη ψυχή της.

Δάκρυα χαράς και λύπης συνόδευσαν το αποχωρισμό. Πήρε τα παιδιά της και χάθηκε μέσα στα δάση. Εξαφανίστηκε. Τι δύναμη αποφάσεως! Τι μεγαλείο! Τι πανάκριβο δώρο κατέθεσε στα πόδια του Χριστού μας εκείνη την ώρα , χωρίς να το καταλάβει, αυτή η γυναίκα, που έσφιξε την καρδιά της κι' έφυγε στο άγνωστο, απαρνούμενη την ήσυχη οικογενειακή εστία.

Χαρούμενος ο γέροντας Ζαϊρινός, με αλαφρωμένη την καρδιά, έτρεξε στον Ιεραπόστολό μας και του ανακοίνωσε τα συμβάντα. Ύστερα από μετάνοια και εξομολόγηση, δέχτηκε το Θείο Βάπτισμα κι' ύστερα μετέλαβε τα Άχραντα Μυστήρια. Η μεγάλη του επιθυμία είχε πραγματοποιηθεί. Αναγεννημένος πνευματικά, αποφάσισε να ζήσει με τον Νόμο του Θεού.

Την επομένη της βαπτίσεως, έγινε και ο Ορθόδοξος Γάμος. Χαρές και ξεφαντώματα οι ιθαγενείς στο χωριουδάκι του Ζαΐρ!

Όμως, οι βουλές του Κυρίου είναι ανεξιχνίαστες! Τρεις ημέρες μετά την βάπτισή του, ξαφνικά ο Χριστός μας τον κάλεσε κοντά Του στους ουρανούς. Κοιμήθηκε εν Κυρίω! «Μακάριοι οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες...»

Σαν βόμβα έσκασε σε όλο το αφρικανικό χωριό η είδηση. Έφυγε τόσο ξαφνικά... εντελώς απροσδόκητα... Απίστευτο. Εντύπωση έκανε σε όλους εκείνη η γλυκιά, ήρεμη, γελαστή μορφή του νεκρού νεοφωτίστου. Άγγελοι πήραν στα χέρια τους, προς καταισχύνη των δαιμόνων, εκείνη την ωραία ψυχούλα και την οδήγησαν στον θρόνο του Θεού, για να ζήσει αιώνια στην Βασιλεία των Ουρανών. Μαθαίνοντας το περιστατικό, επέστρεψε η δεύτερη σύζυγος με τα παιδιά της. Κι' έτσι, όλοι μαζί πια, βαπτίστηκαν Χριστιανοί κι' έζησαν ευτυχισμένοι, ακολουθώντας τον δρόμο που τους χάραξε ο Χριστός μας. Το Άγιο Φως που άναψε εκείνη την μεγάλη νύχτα της αποφάσεως πάνω απ' την καλύβα τους, δεν έσβησε ποτέ. Έγινε ο φάρος της ελπίδας και της σωτηρίας τους.  

Πηγή Ιεραποστολικός Σύνδεσμος "Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλος"
www.iersyn.gr

Ο Ιεραπόστολος (Κοσμάς Γρηγοριάτης)



Ο ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
του π. Μιχαήλ Χριστοδουλίδη
«Τελειωθεὶς εν ολίγῳ επλήρωσε χρόνους μακρούς,» (Σοφία Σολ. 4,13)
Ο αναπάντεχος θάνατος του παπα-Κοσμά Γρηγοριάτη (Ασλανίδη), αλλά και ο σκληρός τρόπος του, µας έχει όλους συγκλονίσει. Σε µία εποχή, που η Ορθοδοξία στο Κολουέζι ανθούσε και επεκτεινόταν συνεχώς µέ τη φωτισμένη ηγεσία του, ο Θεός, που εξουσιάζει τη ζωή και τον θάνατο, µέσα στο ανεξερεύνητο σχέδιο έκρινε, πως ο παπα-Κοσµάς τελειώθηκε σε τόσο σύντοµο χρόνο. Γι’ αυτό και τον κάλεσε πρόωρα (47 ετών) κοντά Του. Ήταν µιά υπέρµετρη τιµητική προαγωγή, που συνοδευόταν µέ ουράνια µετάθεση.

Ο παπα-Κοσμάς σου έδινε, από την πρώτη στιγµή, την αίσθηση µιάς µακρόχρονης, αδελφικής γνωριµίας και αισθανόσουν πολύ άνετα µαζί του. Θαύµαζα τον άνθρωπο αυτό, τον μοναχό, τον Ιεραπόστολο, τον πνευµατικό εργάτη, που στο πρόσωπό του συνταιριάζονταν αρµονικά η απλότητα µέ την ευλάβεια, η έµφυτη καλωσύνη µέ την απέραντη ψυχική οµορφιά, η έντονη και ακάµατη δραστηριότητα µέ το ησυχαστικό πνεύµα, η πραότητα µέ την αποφασιστικότητα, η αυτάρκεια µαζί µέ την ολιγάρκεια.

Στο βιογραφικό του σηµείωµα, που αποτελεί ίσως την τελευταία του αυτοβιογραφία διαβάζουμε: «Γεννήθηκα στο χωριό Θεοδόσια του Κιλκίς το 1942...». Μετά το Δηµοτικό Σχολείο, φοίτησε σε Νυκτερινή Τεχνική Σχολή, καθώς και σε Σχολή Εργοδηγών, από την οποία απεφοίτησε το 1963. Φοίτησε στο Νυκτερινό Γυµνάσιο Πειραιώς και την Ανωτέρα Ριζάρειο Σχολή Αθηνών, µέ σκοπό να µάθει τα «παπαδίστικα», όπως έλεγε, και να προετοιµαστεί έτσι για το ιερατικό στάδιο. Ένας  από τους καθηγητές του, που ήσαν Καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου, τον ζήτησε για βοηθό του, θέση που απέρριψε, γιατί από χρόνια µέσα του είχε ριζώσει η ιδέα της εξωτερικής ιεραποστολής. Ο Θεός το έφερε έτσι, έλεγε, ούτως ώστε «ο,τι είχα παρακολουθήσει στη ζωή µου και όσες γνώσεις απέκτησα, να µού χρειαστούν αργότερα στην ιεραποστολή». Στα 18 του χρόνια, ένιωσε το πρώτο σκίρτηµα για την Ιεραποστολή. Διατηρούσε αλληλογραφία µέ τον πρωτοπόρο Ιεραπόστολο π. Χρυσόστοµο Παπασαραντόπουλο και µέσα του σιγόκαιε ο πόθος, µέχρις ότου η κλίση έγινε κλήση και  πρόσκληση για την Αφρική. Το 1975-76, διακόπτοντας τις σπουδές του στη Ριζάρειο, μετέβει στο  Ζαΐρ (σημερινό Κονγκό) εργάστηκε σκληρά κι έκτισε 8 ναούς στο Κολουέζι. Επιστρέφει και στα τέλει του 1976 εντάσσεται στην αδελφότητα της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου, όπου παραµένει δύο χρόνια.  Από το 1978 µέχρι 27 Ιανουαρίου 1989, πρόσφερε αφειδώλευτα τις υπηρεσίες του, ως υπεύθυνος του Ιεραποστολικού Κλιμακίου Κολουέζι.

Αρχίζοντας τις προσπάθειες του, ο αείμνηστος παπα-Κοσµάς θέλησε, εξ αρχής, να επιτελέσει έργο απρόσωπο, εκκλησιαστικό. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Αν το έργο µου είναι προσωπικό, θα διαλύσει µόλις εγώ φύγω. Αν έχει βάσεις εκκλησιαστικές θα το αναλάβει η Εκκλησία και θα έχει συνέχεια». Συνήθιζε να στέλλει ευσεβείς νέους ιθαγενείς, αντί για σπουδές στα πανεπιστήµια της Ελλάδος που πίστευε πως χαλούσαν, στη µονή της µετανοίας του, στο Άγιον Όρος, για να ζήσουν τη γνήσια ορθόδοξη ζωή και να µπολιάσουν στην Εκκλησία του Κολουέζι αυθεντικά ήθη και βιώµατα.

Εκείνο, όμως, που τον διέκρινε ιδιαίτερα ήταν η εργατικότητα του, η μέθοδος και η οργάνωση στην εργασία, η ευρυμάθεια, η ταχύτητα και η ευχέρεια στην αντιμετώπιση δυσκολιών, η εφευρετικότητα, η ακλόνητη πίστη, το πνεύμα της αγάπης και της θυσίας. Στενός του συνεργάτης έγραφε: «Ιεραποστολή δεν είναι µόνον η κατήχησις και οι βαπτίσεις. Δια να µπορούν να λειτουργούν και να κινούνται οι Ιεραπόστολοι και οι συνεργάτες τους εις το καθαρώς πνευµατικό έργον, χρειάζεται ολόκληρη τεχνική υποδοµή, της οποίας το µέγεθος και η αξία µένουν άγνωστα εις τους φίλους των µετόπισθεν».

Αυτής της τεχνικής υποδοµής ιθύνων νους, σχεδιαστής και αρχιτέκτων υπήρξε ο π. Κοσµάς. Εργοδηγός, οικοδόµος, µηχανικός, συγκολλητής, οδηγός, γεωργός, ξυλουργός, πνευµατικός καθοδηγητής, «τοις πάσι τα πάντα».

Ακατάβλητος στη δουλειά, εργαζόταν ώρες ολόκληρες σε κάθε είδους εργασία. Το 1985, περιγράφοντας τις δραστηριότητές τους, τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύµατος, έγραφε: «Στις 6 το πρωί Όρθρος και Θεία Λειτουργία σε χωριό, που απέχει άνω των 220 χλµ. Εδώ βρήκα έναν ταλαίπωρο χριστιανό να κουβαλά στη ράχη του το 5χρονο, νεκρό παιδάκι του, για να το πάει στο χωριό του, 10 χλµ. από το Κολουέζι. Βάλαµε το παιδάκι σε μικρή κάσα και µέ τον π. Γεράσιµο τους πήγαµε στο χωριό... Έτσι, λίγο κουρασµένος, επέστρεψα και πάλι μεσάνυχτα στο κελλί µου, όπου µέ περίµενε ο π. Κύριλλος, για να µού αναφέρει τα προβλήµατα που προέκυψαν κατά την απουσίαν µου.

Πάνω σ’ αυτό το µοτίβο κυλά η ζωή µας εδώ, στην καρδιά της µαύρης Ηπείρου, εργαζόµενοι νύκτα και ηµέρα, παλαίβοντας μεταξύ χαράς και λύπης, ένεκεν της Δόξης του Κυρίου µας και της φιλτάτης Ορθοδοξίας µας» (επιστολή ηµ. 6/6/85).

Εκτός από το πρόγραµµα ανέγερσης ναών, οικοτροφείων και σχολείων, τη µετάφραση λειτουργικών και εκκλησιαστικών βιβλίων, την εκπαίδευση κληρικών, την εκµάθηση αγιογραφίας, ιεροραπτικής και βυζαντινής µουσικής από ιθαγενείς, την οργάνωση ιατρείων και τόσα άλλα, για τα οποία εκοπίασε υπέρ δύναµιν, ενδιαφέρθηκε και για την πολιτιστική και οικονοµική ανάπτυξη και για κάθε είδους υλική βοήθεια των  ιθαγενών χριστιανών.

Ήθελε, η ιεραποστολή του Κολουέζι να έχει δικούς της πόρους, για να καταστεί µέ την πάροδο του χρόνου αυτάρκης, κάτι που το πέτυχε σε µεγάλο βαθµό. Το γεωργικό και κτηνοτροφικό πρόγραµµα, που άρχισε πριν από το 1980, µέ φάρµες (αγροκτήµατα), κατέστησε το Κλιµάκιο αυτοδύναµο στα βασικά είδη διατροφής, ώστε να επεκτείνεται και σε άλλους τοµείς εργασίας, µέ περισσότερη άνεση, ανεξάρτητα από την οικονοµική βοήθεια από το εξωτερικό. Η πείρα τον είχε διδάξει, πως είναι αδύνατο να κηρύξεις τον Χριστό σε πεινασµένους, γι’ αυτό οι φάρµες αποδείχτηκαν πολλαπλά χρήσιµες.

Απαντώντας στους διάφορους επικριτές του, σχετικά µέ το έργο δηµιουργίας αγροκτηµάτων, έγραφε το 1980: «Από µακριά, το πρόγραµµα φαίνεται κάπως παράλογον η έξω των καθηκόντων µας, αλλά ας µάς συγχωρήσουν οι αδελφοί και ας µη µας καταδικάζουν, εφ’ όσον ευρίσκονται έξω από τον χορό. Ο εργάτης του Κυρίου, ο οποίος ζει και παλεύει µέσα στην αφρικανική ζούγκλα, κινείται πολλές φορές αναλόγως των συνθηκών και εφαρµόζει µεθόδους αντίθετες ίσως προς την λογικήν άλλων. Με φόβον Θεού και µέ τον ιδικόν Του φωτισµόν προχωρούµε. Το κάθε τι έχει τον λόγον του. Τα αγροκτήµατα και η όλη δράσις µας έχει καταστήσει την ορθόδοξον ιεραποστολήν του Κολουέζι στα µάτια του επίσηµου Κράτους κάτι το ζωντανό και υπολογίσιµον. Αυτά, λοιπόν, τα υλικά και “µή αναγκαία” µάς δίδουν έδαφος για να εργαζόµεθα ανεµποδίστως εις τον καθ’ αυτό χώρον µας, τον πνευµατικό. Αδελφοί µου, είµεθα, δόξα τω Θεώ, πολύ καλά. Αµαρτωλοι ναι, αλλά, χάριτι Θεού, το έργον καθηµερινώς προχωρεί, κατά θαυµαστόν τρόπον εµπρός. Όσον αφορά την ορθότητα του τρόπου δράσεώς µου στον πνευµατικό τοµέα, µέ παρακολουθεί ο Γέροντας και ηγούµενος της µονής µου, τη αδεία του οποίου ευρίσκοµαι έξω της µονής µας».

Πραγµατικά, η φιλανθρωπία, µέ τους πόρους των αγροκτηµάτων, αυξήθηκε. Οι φυλακισµένοι, οι ασθενείς του νοσοκομείου και οι λεπροί της περιοχής στο πρόσωπό του βρήκαν τον τροφέα. Αλλά και οι φτωχοί και οι ανάπηροι θερµόν συναντιλήπτορα. Δεν ήταν λίγες οι φορές, ύστερα από εγκαίνια ναών, να ακολουθούν κοινά τραπέζια, όπως στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους, µέ προϊόντα και ζώα από τις φάρµες. Έγραφε σχετικά: «Κυριακή Πρωτοχρονιάς 1/1/89. Θεία Λειτουργία Μ. Βασιλείου και Δοξολογία. Σαν μνημόσυνο στον Άγιο, κάθε χρόνο τέτοια ηµέρα παρατίθεται γεύµα στους χριστιανούς των ενοριών μας, σε περίπου 700 άτοµα και σε 100 αναπήρους, πού τόσο τους αγάπησε ο Άγιος Βασίλειος».

Θα μπορούσα ν’ αναφέρω πολλά από όσα άκουσα και διάβασα για τον παπα-Κοσμά! «Επιλήψει µε» όµως «διηγούµενον ο χρόνος» περιγράφοντας τους αγώνες και τα µαρτύριά του, τους άθλους και τις θυσίες του.

Τα κατά Κολουέζι κατορθώµατα και τας θλίψεις σου, τις διηγήσεται, Κοσµά Ιεραπόστολε;

Σήµερα ο παπα-Κοσµάς, ο ενθουσιώδης Ιεραπόστολος και ακάµατος πνευµατικός εργάτης, ο φωτιστής του Κολουέζι δεν βρίσκεται ανάµεσα στους αγαπηµένους του αδελφούς της Αφρικής. Από την επί γης στρατευοµένην Εκκλησία, µετέστη προς την Ζωή˙ και ανήκει από 27 Ιανουαρίου 1989 στην εν ουρανοίς θριαµβεύουσα, για να είναι ικέτης και πρεσβευτής στον Θεό, για την Εκκλησία της Αφρικής και για κάθε ιεραποστολική Εκκλησία.

Το µαρτυρικό του σώµα αναπαύεται, µέχρι της Δευτέρας Παρουσίας, στα φιλόξενα σπλάγχνα της αφρικανικής γης. Για 11 συνεχή χρόνια (1978-1989) µόχθησε, αγωνίστηκε και συντονίστηκε η καρδιά του µέ τους κτύπους της αφρικανικής ορθοδοξίας. Τώρα αναπαύεται εν Κυρίω, µόνιµα µαζί τους, για να ευλογηθεί και παρηγορηθεί το ποίµνιό του, των 15.000 ψυχών στο Κολουέζι. Ο Θεός που τον ανάπαυσε από τους κόπους του, ευχόµαστε και προσευχόµαστε, να κατατάξει την ψυχή του στα επουράνια σκηνώµατα, για να προγεύεται τη χαρά της Βασιλείας Του, µέχρι της κοινής Αναστάσεως.
1942-1989: Ιεροµόναχος Κοσµάς Γρηγοριάτης. Μία ψυχή και µία ζωή, αφιερωµένη στην υπηρεσία του Θεού και του ανθρώπου.

Ξέγραψε τον εαυτό του, ευαγγελιζόµενος τον Χριστό στην Αφρική. Τον έγραψε ήδη η Εκκλησία στο ιεραποστολικό της µητρώο, σαν Φωτιστή του Κολουέζι. Τον έγραψε ο Θεός στη Βασιλεία Του.

Του µακαριστού Ιεραποστόλου, Αρχιµανδρίτου Κοσµά Γρηγοριάτη, ας είναι αιωνία η µνήµη!

Κύπρος 19.2.1989