Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020

Μέγας Τριαδικός Θεολόγος ο Άγιος Γρηγόριος


Μέγας Τριαδικός Θεολόγος ο Άγιος Γρηγόριος
Στις 25 Ιανουαρίου η Εκκλησία μας  εορτάζει την μνήμη ενός μεγάλου Πατέρα και οικουμενικού διδασκάλου Της, του Γρηγορίου του Θεολόγου. Ο μέγας αυτός Τριαδικός Θεολόγος και Ιεράρχης γεννήθηκε στην Αριανζό, ένα μικρό χωριό της Καππαδοκίας κοντά στη κωμόπολη Ναζιανζό, το 329 μ.Χ. Ήδη, από την παιδική του ηλικία φανέρωσε τα σπάνια χαρίσματά του. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την εύπορη οικονομική κατάσταση των γονέων του τον βοήθησε να σπουδάσει στα καλύτερα σχολεία και πανεπιστήμια της εποχής του και να αποκτήσει ευρύτατη κλασική και θεολογική μόρφωση.
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του ο Αγ. Γρηγόριος επέστρεψε στην πατρίδα του, βαπτίστηκε Χριστιανός, και στη συνέχεια μετέβη στο ασκητήριο του φίλου και συμμαθητού του, Μεγάλου Βασιλείου, στον Πόντο για περισσότερη άσκηση στη πνευματική ζωή. Μετά όμως από τις θερμές παρακλήσεις της οικογενείας του, γυρίζει πίσω και κατατάσσεται στις τάξεις του ιερού κλήρου. Στα τέλη του 361, αν και χειροτονείται πρεσβύτερος, ξαναφεύγει πάλι στην έρημο, προκειμένου να προσευχηθεί και να δυναμώσει πνευματικά, για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις και στο δύσκολο έργο του κληρικού.
Όταν πλέον επιστρέφει, ώριμος πια, υπηρετεί το λαό ως ιερέας και από το 372 ως επίσκοπος της άσημης κωμόπολης των Σασίμων, βοηθώντας τους φτωχούς, τους αρρώστους και τους εμπερίστατους συνανθρώπους του. Μετά το θάνατο του πατέρα του, το 374, επωμίστηκε πρόσκαιρα την ευθύνη όλης της επισκοπής. Όταν όμως διαπίστωσε ότι οι συμπατριώτες του δεν φρόντιζαν να εκλεγεί νέος επίσκοπος, έφυγε για την Σελεύκεια, όπου εγκαταστάθηκε για τέσσερα χρόνια στο ναό της Αγ. Θέκλας, πραγματοποιώντας το όνειρό του για μοναστική ζωή, νηπτικό βίο, ησυχία και θεωρία.
Στα τέλη του 378 υπέκυψε στις παρακλήσεις των Ορθοδόξων και μετέβη στην Κωνσταντινούπολη στο ναΐσκο της Αναστάσεως (η αγίας Αναστασίας), όπου εκφώνησε τους περίφημους πέντε Θεολογικούς Λόγους για τη Θεότητα του «Υιού και Λόγου του Θεού», συμβάλλοντας καθοριστικά στη στήριξη των Ορθοδόξων και στην Ομολογία της Ορθοδοξίας, σε μία περίοδο όπου ο αρειανισμός κυριαρχούσε απόλυτα, παρά την καταδίκη του από την Α . Οικουμενική Σύνοδο. Οι οπαδοί του Αρείου, αν και προσπάθησαν ανεπιτυχώς να τον δολοφονήσουν, εντούτοις πέτυχαν να τον παραγκωνίσουν προσωρινά. Όλα αυτά όμως μέχρι το 380, οπότε και στέφθηκε αυτοκράτορας ο Μέγας Θεοδόσιος, κατοχυρώνοντας και με διάταγμα την Ορθοδοξία. Τότε αναδείχτηκε ο Αγ. Γρηγόριος, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Πρόεδρος της Β  Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Από τη θέση αυτή, το 381, μαζί με άλλους επισκόπους της εκκλησίας στερέωσε την πίστη και την Ορθοδοξία, συμπληρώνοντας το Σύμβολο της Πίστεως με τα τελευταία πέντε άρθρα Πίστεως και διατρανώνοντας με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι το Άγιο Πνεύμα είναι το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Όμως, η κακία και ο φθόνος δεν άφησαν για πολύ καιρό τον Αγ. Γρηγόριο στον πατριαρχικό θρόνο. Μερικοί επίσκοποι αμφισβήτησαν την κανονικότητα της εκλογής του, ως επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, με την πρόφαση ότι είχε μετατεθεί από τα Σάσιμα.
Πράγματι, ο 15ος κανόνας της Νίκαιας απαγόρευε τη μετάθεση, όμως ο Αγ. Γρηγόριος ουδέποτε διαποίμανε ως επίσκοπος τα Σάσιμα, οπότε δεν επρόκειτο περί μεταθέσεως. Για να εξασφαλίσει όμως την ειρήνη και την ενότητα της Εκκλησίας παραιτήθηκε από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο και την προεδρία της Β Οἰκουμενικῆς Συνόδου, εκφωνώντας τον συγκλονιστικό «Συντακτήριο Λόγο ενώπιόν των επισκόπων». Στη συνέχεια, επέστρεψε στην πατρίδα του, τη Ναζιανζό, όπου πέρασε την υπόλοιπη ζωή του με προσευχή, διάβασμα και συγγραφή βιβλίων.
Η θεολογία του Αγ. Γρηγορίου δεν ήταν θεωρητική και ορθολογιστική, αλλά καθαρά εμπειρική και βιωματική. Θα προσπαθησουμε στη συνέχεια να σκιαγραφήσουμε, όσο πιο συνοπτικά μπορούμε, την τεράστια θεολογική συμβολή του Αγ. Γρηγορίου στη διαμόρφωση της εκκλησιαστικής γραμ¬ματείας μέσα από την αντιμετώπιση των θεολογικών προβλημάτων της εποχής του.
Όπως γνωρίζουμε, η Εκκλησία από το 350 και μετά συγκλο-νίζονταν από το δογματικό πρόβλημα της σχέσεως των Προσώπων της Αγίας Τριάδος. Ήδη όμως, από το 364, ο Μέγας Βασίλειος είχε θεμελιώσει θεολογικά τη διάκριση των τριών Θείων Υποστάσεων και την ενότητα της φύσεώς τους. Επειδή όμως θεολόγησε με αφορμή τις κατά της θεότητας του Υιου απόψεις του Ευνομίου, η Τριαδολογία του έχει ως κέντρο τον Υιό. Ο Αγ. Γρηγόριος συνέχισε και διασαφήνισε οριστικά την διάκριση των υποστατικών ιδιωμάτων των θείων Προσώπων για να φτάσει στην ομοουσιότητα Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Έτσι εξέφρασε πρώτος μεταξύ των θεολόγων της Εκκλησίας, ήδη πριν το 372, την αλήθεια ότι το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός.
Ο Αγ. Γρηγόριος θεολόγησε πρώτος και για τη σχέση του Αγίου Πνεύματος εντός της Αγίας Τριάδος, εξηγώντας τον όρο «εκπόρευσις». Επιπλέον επεσήμανε ότι ο τρόπος υπάρξεως του κάθε Προσώπου της Αγιας Τριάδας είναι μοναδικός για κάθε Πρόσωπο. Κάθε προσβολή της μοναδικότητος της υπάρξεως των θείων Προσώπων οδηγεί στη σύγχυση και στην αναίρεση της Αγίας Τριάδος. Ο Πατήρ υπάρχει ως αγέννητος και είναι γεννήτορας του Υιού και προβολέας – εκπορευτής του Αγίου Πνεύματος. Ο Υιός υπάρχει ως Γεννητός εκ του Πατρός και το Άγιο Πνεύμα ως εκπορευόμενον από τον Πατέρα. Η εκπόρευση του Πνεύματος ανήκει πάντα στον Πατέρα και ουδέποτε συνδέεται με τον Υιό.
Γνωρίζουμε ότι ο Μέγας Βασίλειος μίλησε για τις ιδιότητες, για το «ίδιον» των υποστάσεων. Ο Αγ. Γρηγόριος ορίζει το «ίδιον» ως σχέση μεταξύ των προσώπων. Το «ίδιον», είναι κάθε Θείου Προσώπου, αποτελεί σχέση  στην θεότητα. Έτσι τα ιδιαίτερα ονόματα των Προσώπων, δηλαδή Πατήρ – Υιός – Άγιο Πνεύμα δηλώνουν την μεταξύ τους σχέση και το ομοούσιον (στην ίδια ουσία) των Τριών Προσώπων. Και προχωρεί ακόμα περισσότερο, λέγοντας ότι τα Θεία Πρόσωπα δεν ταυτίζονται με τις Θείες Ενέργειες, διότι οι Θείες Ενέργειες είναι κοινές και στα Τρία Πρόσωπα.
Ο Αγ. Γρηγόριος δογμάτισε για την θεία και την ανθρώπινη φύση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού με ένα μοναδικό τρόπο και αναίρεσε τις πλάνες των απολιναριστών που χρησιμοποιούσαν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία για να κατανοήσουν την αποκεκαλυμμένη Αλήθεια. Όπως είναι γνωστό, ο Απολινάριος στην «Έκθεση πίστεως» προς τον Ιοβιανό, παραθέτοντας με επεξηγήσεις το Σύμβολο της Νικαίας παραλείπει τον όρο «ενανθρωπήσαντα» και χρησιμοποιεί τη φράση «μία φύσις του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη», για να τονίσει ότι ο Λόγος προσέλαβε μόνο σάρκα. Ο Απολινάριος εκκινούσε από την αριστοτελική αρχή ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν «δύο τέλεια» (Θεός Λόγος και άνθρωπος), δύο τέλεις φύσεις.
Η θέση αυτή, όπως διευκρίνισε ο Αγ. Γρηγόριος, αμφισβητούσε την ακεραιότητα της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού, κατέστρεφε την ενότητα του ανθρώπου και έκανε προβληματική τη σωτηρία του, εφόσον ο Λόγος δεν προσλάμβανε και τον νου. Ο Αγ. Γρηγόριος ανέπτυξε την αντιαπολιναριστική του θεολογία ξεκινώντας από την εμπειρική θεολογική Αλήθεια: «το απρόσληπτον, αθεράπευτον, ο δε ήνωται τω Θεώ τούτο και σώζεται», υποστηρίζοντας ότι για να σωθεί ο άνθρωπος θα πρέπει να προσληφθεί και η ψυχή και ο νους από τον Θεό Λόγο. Γι’ αυτό έχουμε δύο τέλειες και ολόκληρες φύσεις στον Χριστό, χάριν του Οποίου  επιτυγχάνεται η θέωση της ανθρωπίνης φύσεως, δηλαδή μέσω του Θεανθρώπου Χριστού.
Τη θεολογία ότι ο Θείος Λόγος προσέλαβε σάρκα και νου συγχρόνως, «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου», ενισχύει ο Άγιος Γρηγόριος με την εξής παρατήρηση: «Στον νου εστιάζεται το κατ’ εικόνα του ανθρώπου και το κατ’ εικόνα» αμαυρώθηκε με το προπατορικό αμάρτημα.  Η αναστήλωση του «κατ’ εικόνα», την οποία ήρθε στη γη για να πραγματώσει ο Θεός Λόγος θα ήταν αδύνατο να επιτευχθεί χωρίς την πρόσληψη του νου. Για το πως έγινε δυνατόν να ενωθεί η ανθρώπινη φύση με την Θεία χωρίς να αφομοιωθεί ως κατωτέρα δίνει μία χαρακτηριστική εικόνα: «όπως το φως των αστεριών στο φως του ήλιου και η λαμπάδα σε μια πυρκαγιά». Κατά τη διάρκεια της ημέρας και κατά την πυρκαγιά, τα αστέρια και η λαμπάδα δεν φαίνονται, αλλά υπάρχουν.
Την ενότητα των υποστάσεων της Αγίας Τριάδος χρησιμοποιεί ο Αγ. Γρηγόριος για πρώτη φορά, ως πρότυπο της ενότητας των δύο φύσεων στον Χριστό, γιατί έβλεπε καθαρά και τον κίνδυνο να θεωρηθεί ότι απορροφάται η ανθρωπίνη φύση από την Θεία (μονοφυσιτισμός) και τον κίνδυνο να θεω¬ρηθεί η πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως από την Θεία ως επιφανειακή και επίπλαστη.
Η ανθρωπολογία του Αγ. Γρηγορίου έγκειται στη γενναία θεολογία του περί των δύο τελείων φύσεων του Χριστού και στην επιμονή του στην πρόσληψη ολόκληρου του ανθρώπου. Ο «μικρός» άνθρωπος, κράμμα δύο κόσμων, του υλικού και του πνευματικού είναι «μέγας» κατά το πνεύμα, αφού γίνεται «επόπτης της ορατής φύσεως», «μύστης των νοουμένων» και προορίζεται να θεωθεί, να ενωθεί πραγματικά με τον Θεό.
Ο Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος ήταν συγγραφέας μεγάλης δυνάμεως και απαράμιλλου λεκτικού κάλλους. Είχε βαθιά αίσθηση του αττικού λόγου και τα ποικίλα και πληθωρικά σχήματά του με τις εικόνες, τις λέξεις και τις γλωσσικές αποχρώσεις ανέδειξαν τα κείμενά του σε σαγηνευτικά αναγνώσματα των μεταγενεστέρων. Τα κείμενά του διακρίνονται σε Επιστολές, Λόγους και  Έπη.
Οι Επιστολές είναι περιστασιακές και πολύ προσωπικές. Λίγες έχουν θεολογικό ενδιαφέρον, ενώ σχεδόν όλες αποδεικνύουν την ρητορική του δεινότητα. Οι Λόγοι είναι το ύψιστο δημιούργημά του, τόσο γλωσσικά όσο και θεολογικά. Γράφτηκαν με σκοπό απολογητικό, προς εγκωμιασμό προσώπων και προς επίλυση θεολογικών προβλημάτων. Επίσης, συνέταξε τουλάχιστον 396 εκτενή και σύντομα ποιήματα σε προσωδιακά μέτρα, τα οποία διακρίνονται σε έπη θεολογικά και σε έπη ιστορικά.
Ο Αγ. Γρηγόριος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους δογματικούς θεολόγους της Εκκλησίας μας και εκείνος που διασάφησε και επεξήγησε την Θεολογία του Μ. Βασιλείου περί της Θεότητος και του ομοουσίου του Αγ. Πνεύματος. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι στο απολυτίκιό του αναφέρεται ως ο «τα βάθη του Πνεύματος εκζητήσας», μιας και η θεολογία του δεν ήταν ακαδημαϊκή και μόνο θεωρητική, αλλά πρωτίστως εμπειρική. Η Εκκλησία μας με βάση τα υψηλά θεολογικά του κηρύγματα και συγγράμματα τον τίμησε με τον τίτλο του Θεολόγου. Ας ελπίσουμε ότι το έργο του επιφανούς αυτού διδασκάλου και Θεολόγου της Εκκλησίας μας θα μας καθοδηγεί και θα μας ξεδιψά στο σημερινό άνυδρο και έρημο πνευματικά κόσμο μας.
Ιωάννης Χαραλάμπης   Οικονομολόγος
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Αρ. Τεύχους 137
Ιανουάριος 2014

Δύο κείμενα του Αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου


Σήμερα που λόγια μας για τους μεγάλους Πατέρες πολύ δύσκολα γίνονται πράξεις χριστιανικές, χρειάζεται πιο συχνά να ακούγεται η ίδια η φωνή των μεγάλων Δασκάλων και Προστατών τής Παιδείας μας. Οι σεπτές μορφές τους αναπόφευκτα στέκονται μέτρο για τη σύγκρισή μας με την πλατιά αρετή, το βαθύ στοχασμό και τη δυνατή χριστιανική σκέψη.
Στο σημερινό σημείωμα παραθέτουμε σε μετάφρασή μας αποσπάσματα από το λόγο τού Γρηγορίου του Θεολόγου «Για την αγάπη των φτωχών», στα μέτρα πάντα του φιλόξενου χώρου της εφημερίδας.
Μετέφρασα το Αρχαίο κείμενο της “Patrologia Gzaesa” τού Migne, έχοντας υπόψη μου και την αντίστοιχη λατινική μετάφραση. Στο πρώτο κείμενο ο Γρηγόριος φιλοσοφεί χριστιανικά πάνω στη διφυή και αντινομική φύση τού ανθρώπου· στο δεύτερο εξετάζει την αρρώστια μέσα από τη χριστιανική σκέψη και φιλανθρωπία. Η αγάπη, και ιδιαίτερα των φτωχών και των αδυνάτων, είναι η πιο βασική αρχή τού Χριστιανισμού και δεν πρέπει ούτε στιγμή να την ξεχνούν οι σημερινοί κήρυκες και μαθητές τού Ναζωραίου.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΤΟΙΚΟΣ

ΤΟ ΣΩΜΑ
«Εχθρός εστίν ευμενής και φίλος επίβουλος».
«Δεν μπορώ να εξηγήσω πώς ενώθηκα με το σώμα και πώς είμαι εικόνα Θεού, και σύγκαιρα ζυμώνομαι με τη λάσπη. Αυτό, όταν υγιαίνει, με πολεμάει, κι όταν το πολεμώ, με γεμίζει ανία. Αυτό και ως ομόδουλο το αγαπώ και ως εχθρό το σιχαίνομαι· είναι το μισητό πεδούκλι, αλλά κι ο σεβαστός συγκληρονόμος μου. Προσπαθώ να το αδυνατίσω, αλλά τότε δεν έχω βοηθό για τα λαμπρά έργα· ξέρω βέβαια για ποιον σκοπό γεννήθηκα κι ότι πρέπει με τις πράξεις μου να ανεβώ στο Θεό.
»Όταν ως σύντροφό μου το λυπάμαι και του φέρομαι με λεπτότητα, δεν έχω πώς να αποφύγω την επανάστασή του· πώς να μην εκπέσω από το Θεό, καθώς με βαρύνουν τα δεσμά του σώματος, που είτε με παρασύρουν στη γη είτε με κρατούν σε αυτή. Είναι ο ευνοϊκός εχθρός κι ο κακόβουλος φίλος μου. Ώ θαυμαστή σύζευξη κι αποξένωση! Ακολουθώ αυτό που φοβάμαι, και φοβούμαι αυτό που αγαπώ. Προτού πολεμήσω, συμφιλιώνομαι και προτού ειρηνεύσω, διαφωνώ. Ποια η σοφία μου; Τί μυστήριο είναι αυτό που μου συμβαίνει;
Μήπως άραγε θέλει ο Θεός (για να μην περιφρονούμε τον Δημιουργό από παρ’ αξίαν περηφάνια και έπαρση), μια που είμαστε τμήμα του και προήλθαμε άνωθεν, στην πάλη και τον αγώνα με το σώμα να μην παίρνουμε ποτέ το βλέμμα μας από το Θεό, και να αποτελεί η σύμφυτη αδυναμία μας τρόπο, για να συγκρατούμε την ιδιότητά μας. Για να ξέρουμε ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε ταυτόχρονα μέγιστοι κι ασημότατοι, επίγειοι κι ουράνιοι, προσωρινοί κι αθάνατοι, κληρονόμοι φωτός και πυρός, ή κληρονόμοι σκότους ανάλογα με τη δική μας συναίνεση. Αυτή είναι η ιδιοσυστασία μας· κι αυτό συμβαίνει, όπως εγώ τουλάχιστο καταλαβαίνω, για τον εξής σκοπό, για να μας βαρύνει και να μας ταπεινώνει η γήϊνη ιδιότητά μας, κάθε φορά που περηφανευόμαστε για τη θεία μας συγγένεια».

Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ
«Ούκουν περιοπτέον ουδέ αμελητέον τών προεμπεσόντων εις την κοινήν ασθένειαν».
«Όλοι είμαστε ένα μπροστά στον Κύριο, και πλούσιοι και φτωχοί, και δούλοι και ελεύθεροι, και γέροι και άρρωστοι· μια κεφαλή όλων υπάρχει, απ’ όπου προέρχονται τα πάντα, ο Χριστός· κι όποια σχέση έχουν μεταξύ τους τα μέλη τού σώματος, αυτή τη σχέση έχει καθένας χωριστά με τον άλλο, κι όλοι μαζί με όλους. Γι’ αυτό, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ούτε να παραμελούμε αυτούς που πρώτοι έπεσαν στην κοινή για όλους ασθένεια. Και περισσότερο πρέπει να λυπούμαστε που οι αδελφοί μας είναι άρρωστοι, παρά να είμαστε ικανοποιημένοι που εμείς οι ίδιοι υγιαίνουμε. Ασφαλώς πρέπει να θεωρούμε ότι η σωτηρία τών σωμάτων και των ψυχών μας βρίσκεται στο εξής, στο να δείχνουμε φιλανθρωπία και συμπάθεια σε εκείνους.
»Οι άρρωστοι έχουν μεγαλύτερο το φόβο τής αρρώστιας παρά την ελπίδα τής υγείας. Έτσι, ασήμαντη είναι και η βοήθειά τους από την ελπίδα, που είναι το μοναδικό φάρμακο για τους δυστυχισμένους… Εκτός λοιπόν από τη φτώχεια, ένα άλλο κακό είναι και η αρρώστια, το πιο ανεπιθύμητο από τα κακά και το πιο βαρύ… Εγώ τουλάχιστον πολλά δάκρυα χύνω για τη δυστυχία τους· [τών ασθενών συνανθρώπων μας]· και μόνο που θυμάμαι, ταράσσομαι».

Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και Οικουμενικού Διδασκάλου


Του Ιωάννου Ελ. Σιδηρά*
Διδαχές περί της θεοσδότου ισότητος των δύο φύλων και παραινέσεις περί του εγγάμου βίου
Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/
Σε μία εποχή κατά την οποία οι ανθρώπινες σχέσεις ευτελίζονται και οι αξίες σχετικοποιούνται στο όνομα του ελευθεριάζοντος δήθεν προοδευτισμού, οι διδαχές και παραινέσεις του θεολήπτου και θεοπνεύστου Πατρός της Εκκλησίας και Οικουμενικού Διδασκάλου Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου φαίνουν ως άδυτο φως μέσα στο πνευματικό σκότος της συγχρόνου ζωής. Σε καιρούς αφιλίας, αφιλανθρώπου, απροσώπου και εγωϊστικής συνυπάρξεως των ανθρώπων, οι οποίοι ως νάρκισσοι περιχαρακώνονται εντός των τειχών του εωσφορικού «ιδίου θελήματος» και του πάσχοντος υπερτροφικού «εγώ» τους χωρίς να κοινωνούν ως «πρόσωπα προς πρόσωπα», έρχεται ο πατερικός λόγος ως άλας επί της πληγής, να ερεθίσει, να πονέσει και να αφυπνίσει τους καθεύδοντες ανθρώπους διδάκοντας το αληθινό νόημα της ζωής ως κοινωνίας προσώπων.

Συχνάκις ακούγεται μεγαλοφώνως και με άκριτη καύχηση ο υπερπλεονάζων λόγος για την ισότητα των δύο φύλων, ήτοι του ανδρός ως «ισχυρού φύλου» και της γυναικός ως «ασθενούς φύλου», όπως οι άνθρωποι αρέσκονται να χαρακτηρίζουν τον άνδρα και την γυναίκα, αλλά την ίδια στιγμή οι καταπιέσεις, η σωματική ή και πάσης άλλης μορφής βία και η πολυποίκιλη κακοποίηση και απάνθρωπη εκμετάλλευση των γυναικών όπου γης αποκαλύπτουν το όντως τραγικό πρόσωπο της συγχρόνου ανθρωπότητος. Μυριόστομες είναι οι διακηρύξεις περί των ατομικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τα θύματα μιάς ανδροκρατούμενης κοινωνίας, που είναι οι γυναίκες, αλλά παρά ταύτα υπάρχουν ακόμη πονεμένες και βασανισμένες γυναίκες, οι οποίες φέρουν στους ώμους τους το «άχθος» ότι γεννήθηκαν γυναίκες επειδή αυτό επιτάσσουν τα διάφορα κοινωνικά, θρησκευτικά και πολιτικά προστάγματα.

Ίσως φαντάζει παράδοξο για τους πολλούς ακόμη και στη σημερινή εποχή, η οποία θέλει να αυτοχαρακτηρίζεται ως «προοδευτική», αλλά ένας Επίσκοπος της Εκκλησίας πριν από δεκάξι αιώνες, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, υπήρξε ο πρώτος ανατροπέας των ρατσιστικών διακρίσεων σε βάρος των γυναικών, όταν μέσω της κοινωνικής διδασκαλίας του άσκησε σκληρή κριτική στους θεσπισθέντας από τους άνδρες  νόμους, οι οποίοι αναιρούσαν την θεόσδοτη ισότητα των δύο φύλων.

Η διδασκαλία του Αγίου Ιεράρχου Πατρός Γρηγορίου είναι ένα ηχηρό ράπισμα σε κάθε ρατσιστική διάκριση και άδικη κρίση σε βάρος των γυναικών κάθε εποχής. Εάν μάλιστα κάποιος αναλογισθεί ότι οι διδαχές του διετυπώθησαν πριν από δεκαέξι αιώνες, ήτοι σε μία εποχή και κοινωνία άκρως ανδροκρατούμενη, τότε καθίσταται ευκόλως αντιληπτό ότι πρόκειται για λίαν ανατρεπτική και πρωτοποριακή διδασκαλία, η οποία είναι άκρως επίκαιρη.

Αναφερόμενος ο θεοφόρος Οικουμενικός Διδάσκαλος Άγιος Γρηγόριος στην θεόσδοτη ισότητα των δύο φύλων αλλά και στις υπό των ανδρών ρατσιστικές διακρίσεις και άδικες κρίσεις σε βάρος των γυναικών, γράφει τα εξής: «Για ποιο λόγο δηλαδή τιμωρούν την γυναίκα, ενώ συγχωρούν τον άνδρα. Ενώ όταν η γυναίκα προσβάλλει το κρεβάτι του ανδρός της διαπράττει μοιχεία και από το νόμο τιμωρείται γι' αυτό βαριά, γιατί δεν τιμωρείται και ο άνδρας όταν πηγαίνει με άλλες γυναίκες; Αυτήν την νομοθεσία δεν την αποδέχομαι και καταδικάζω αυτή την κατάσταση. «Άνδρες ήσαν οι νομοθετούντες και κατά των γυναικών η νομοθεσία», επειδή και τα παιδιά τα έβαλαν κάτω από την εξουσία του πατέρα και δεν μερίμνησαν καθόλου για το ασθενέστερο φύλο…

Ένας είναι ο δημιουργός του ανδρός και της γυναικός και από μία σάρκα είναι και οι δύο. Προέρχονται από μία εικόνα, και υπάρχει δι' αυτούς ένας νόμος, ένας θάνατος και μία ανάστασις. Επίσης έχουμε γίνει από άνδρα και από γυναίκα. Κοινό είναι το χρέος το οποίο οφείλουν τα τέκνα προς τους γονείς.

Πώς λοιπόν απαιτείς μεν να είναι σώφρων η γυνή, συ δε δεν ανταποδίδεις εκείνο το οποίο ζητείς; Πώς ζητείς εκείνο το οποίο δεν προσφέρεις; Πώς βγάζεις διαφορετικούς νόμους για σώμα όμοιο και ισάξιο; Εάν δε εξετάζεις και τα χειρότερα, άκουσε: Διέπραξε αμαρτία η γυναίκα; Το ίδιο έκαμε και ο Αδάμ. Τους εξηπάτησε και τους δύο ο όφις. Δεν επαρουσιάσθη το ένα πιο ασθενές και το άλλο πιο ισχυρό.

Θέλεις να εξετάσουμε μήπως και τα καλύτερα; Ο Χριστός με το πάθος Του τους σώζει και τους δύο. Έγινε άνθρωπος για τον άνδρα; Το ίδιο έκανε και για την γυναίκα. Απέθανε προς χάριν του ανδρός; Σώζεται όμως και η γυναίκα με τον θάνατό του… Λέγεται ότι προέρχεται από το σπέρμα Δαβίδ. Νομίζεις ενδεχομένως ότι με αυτό τιμάται ο άνδρας; Γεννάται όμως από την Παρθένο και αυτό είναι υπέρ των γυναικών. Θα γίνουν μεν λοιπόν, λέγει, οι δύο, μία σάρκα» (Γένεση β΄, 24). Και αυτή η μία σάρκα ας έχει την ίδια τιμή».

Συναφές προς το ζήτημα της θεοσδότου ισότητος των δύο φύλων είναι οι σχέσεις του ανδρός και της γυναικός ως ανδρογύνου όταν τα ιερά δεσμά του γάμου γεννούν την «κατ' οίκον Εκκλησία». Επειδή όμως ο γάμος είναι ευλογημένη έγγαμη κοινωνία προσώπων και όχι ένα τυπικό νομικό συμβόλαιο, μία ανούσια δικαιοπραξία, ο θεόκλητος Άγιος Γρηγόριος καταθέτει τις περί εγγάμου βίου παραινετικές διδαχές και νουθεσίες του σε μία όντως θεόπνευστη πατρική επιστολή, υπό τον τίτλο «Παραινετικόν προς Ολυμπιάδα», την οποία απέστειλε στην άρτι νυμφευθείσα πνευματική θυγατέρα του Ολυμπιάδα προκειμένου να την νουθετήσει και παιδαγωγήσει ως φιλόστοργος πνευματικός πατέρας επί των ζητημάτων που άπτονται του εγγάμου βίου.

Επειδή ο θεοκίνητος Ιεράρχης Γρηγόριος γνωρίζει τα δυσχερή του εγγάμου βίου, ο οποίος είναι όντως «δυσχερέστατο άθλημα», θίγει άπαντα τα επιμέρους ζητήματα τα οποία σχετίζονται με την συμπεριφορά του ανδρογύνου κατά την έγγαμη κοινωνία του και κυρίως επισημαίνει τον καθοριστικό ρόλο της γυναικός προκειμένου να αντιμετωπίζονται τα κατά καιρούς ανακύπτοντα προβλήματα και να παραμένει αδιατάρακτη και ειρηνική η έγγαμη συνύπαρξη των δύο φύλων.

Το θεσπέσιο αυτό επιστολιμαίο κείμενο του θεόφρονος Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου είναι λίαν επίκαιρο στην εποχή μας, εάν αναλογισθούμε πόσο εύκολα διαλύονται τα ιερά δεσμά της εγγάμου κοινωνίας λόγω του εωσφορικού εγωισμού του ανδρογύνου, της ελλείψεως αληθούς και κενωτικής θυσιαστικής αγάπης και αλληλοπεριχωρήσεως, της ανύπαρκτης πλέον υπομονής και συγχωρετικότητος και φυσικά λόγω της δήθεν προοδευτικής ανατροπής των ρόλων και της φύσεως του ανδρός και της γυναικός μέσα στην έγγαμη κοινωνία.

Η αριστοτεχνική μετάφραση του κειμένου από την Φιλόλογο Αθηνά Καραμπέτσου, η οποία δημοσιεύεται στο πόνημα του Αρχιμ. π. Βασιλείου Μπακογιάννη, υπό τον τίτλο: «Γάμος-Πνευματικό Γυμναστήριο», αποκαλύπτει τον πλούτο των πατερικών νοημάτων και συγκινεί με τον βαθυνούστατο συλλογισμό του θεοπνεύστου Πατρός Αγίου Γρηγορίου.
 

Αναφέρει λοιπόν αρχικά ο ψυχοανατόμος Άγιος Γρηγόριος ότι η απλότητα στην εμφάνιση της εναρέτου συζύγου γυναικός είναι πνευματική αρετή, γράφοντας τα εξής: «Κόρη μου, στους γάμους σου εγώ ο πνευματικός σου Πατέρας, ο Γρηγόριος, σου κάνω δώρο τούτο το ποίημα. Και είναι ό,τι καλύτερο η συμβουλή του Πατέρα. Να είσαι απλή. Το χρυσάφι, δεμένο με πολύτιμες πέτρες, δεν στολίζει γυναίκες σαν και σένα. Πολύ περισσότερο το βάψιμο. Δεν ταιριάζει στο πρόσωπό σου, την εικόνα του Θεού, να την παραποιείς και να την αλλάζεις, μόνο και μόνο για να αρέσεις. Ξέρε το ότι αυτό είναι φιλαρέσκεια και να μένεις απλή στην εμφάνιση. Τα βαρύτιμα και πολυτελή φορέματα, ας τα φορούν εκείνες που δεν επιθυμούν ανώτερη ζωή, που δεν ξέρουν τι θα πει πνευματική ακτινοβολία. Εσύ, όμως έβαλες μεγάλους και υψηλούς στόχους στη ζωή σου. Κι αυτοί οι στόχοι σου ζητούν όλη τη φροντίδα κι όλη την προσοχή».

Για τον Άγιο Γρηγόριο η σύζυγος οφείλει να έχει συνείδηση του ιδιαιτέρου εγγάμου ρόλου της και ουδέποτε να εκμεταλλεύεται την αγάπη του συζύγου της και προς τούτο διδάσκει: «Με το γάμο, η στοργή και η αγάπη σου να είναι φλογερή και αμείωτη για κείνον που σου 'δωσε ο Θεός. Για κείνον, που έγινε το μάτι της ζωής σου και σου ευφραίνει την καρδία. Κι αν καταλάβεις πως ο άνδρας σου σε αγαπάει περισσότερο απ' όσον τον αγαπάς εσύ, μη κοιτάξεις να του πάρεις τον αέρα, κράτα πάντα τη θέση που σου ορίζει το Ευαγγέλιο».

Ο ίδιος χαρακτηρίζει τη ισότητα των δυο φύλων ως ανόητη όταν με εκκοσμικευμένο πνεύμα και στο όνομα μιάς «κοσμικής ισότητος» αναιρείται ο ιερός και ιδιαίτερος ρόλος του ανδρός και της γυναικός στον έγγαμο βίο. Γι' αυτό νουθετεί την πνευματική θυγατέρα του Ολυμπιάδα γράφοντας: «Εσύ να ξέρεις ότι είσαι γυναίκα, έχεις μεγάλο προορισμό, αλλά διαφορετικό από τον άνδρα, που πρέπει να είναι η κεφαλή. Άσε την ανόητη ισότητα των δύο φύλων και προσπάθησε να καταλάβεις τα καθήκοντα του γάμου. Στην εφαρμογή του θα δεις πόση αντοχή χρειάζεται για ν' ανταποκριθείς, όπως πρέπει, σ' αυτά τα καθήκοντα, αλλά και πόση δύναμη κρύβεται στο ασθενές φύλο».

Χαρακτηρίζει την σύζυγο  ως «θηριοδαμαστή» όταν θυμώνει και οργίζεται ο άνδρας, προτρέποντας την γυναίκα να επιδείξει την κατά περίσταση κατάλληλη συμπεριφορά: «Θα ξέρεις, πόσο εύκολα θυμώνουν οι άνδρες. Είναι ασυγκράτητοι και μοιάζουν με λιοντάρια. Σ' αυτό το σημείο η γυναίκα πρέπει να είναι δυνατότερη και ανώτερη. Πρέπει να παίζει τον ρόλο του θηριοδαμαστή. Τί κάνει ο θηριοδαμαστής όταν βρυχάται το θηρίο; Γίνεται περισσότερο ήρεμος και με την καλωσύνη καταπραΰνει την οργή. Του μιλάει γλυκά και μαλακά, το χαϊδεύει, το περιποιείται και πάλι το χαϊδεύει κι έτσι το καταπραΰνει…».

Η ομόψυχη συμπεριφορά της συζύγου και ειδικά ο τρόπος με τον οποίο ομιλεί και παραστέκεται στον άνδρα της φανερώνουν και την πνευματική καλλιέργειά της. Γι' αυτό ο Ιερός Πατήρ με απόλυτο λεκτικό τρόπο υπογραμμίζει στη σύζυγο, την οποία χαρακτηρίζει ως «ακύμαντο λιμάνι» του θαλασσοδαρμένου συζύγου: «Ποτέ μη κατηγορήσεις και αποπάρεις τον άνδρα σου για κάτι που έκανε στραβό.  Ούτε πάλι για την αδράνειά του, έστω κι αν το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που ήθελες εσύ. Γιατί ο διάβολος είναι αυτός, που μπαίνει εμπόδιο στην ομοψυχία των συζύγων… να έχετε κοινά τα πάντα, και τις χαρές και τις λύπες. Γιατί ο γάμος όλα σας τα έκανε κοινά. Κοινές και οι φροντίδες, γιατί έτσι το σπίτι θα στεριώσει. Να συμβάλλεις εκφράζοντας την γνώμη σου, ο άνδρας όμως ας αποφασίζει. Όταν τον βλέπεις λυπημένο, συμμερίσου τη λύπη του εκείνη την ώρα. Γιατί είναι μεγάλη ανακούφιση στη λύπη, η λύπη των φίλων. Όμως αμέσως να ξαστεριάζει η όψη σου και να 'σαι ήρεμη χωρίς αγωνία. Η γυναίκα είναι το ακύμαντο λιμάνι για το θαλασσοδαρμένο σύζυγο».

Το νοικοκυριό για την σύζυγο είναι το «βασίλειό» της αλλά και η απόδειξη της αξιοσύνης της, ενώ οι εκτός της οικίας συναναστροφές της φανερώνουν και το κατά πόσο διακρίνεται ή όχι για την σωφροσύνη και αξιοπρεπή σεμνότητά της. Γράφει λοιπόν ο θεόπνευστος Ιεράρχης Γρηγόριος τα κάτωθι: «Να ξέρεις ότι η παρουσία σου στο σπίτι σου είναι αναντικατάστατη, γι' αυτό πρέπει να το αγαπήσεις μ' όλες τις φροντίδες του νοικοκυριού. Να το βλέπεις σαν βασίλειό σου, και να μη συχνοβγαίνεις από το κατώφλι σου. Άφησε τις έξω δουλειές για τον άνδρα. Πρόσεχε τις συναναστροφές σου. Πρόσεξε τις συγκεντρώσεις, που πηγαίνεις. Μη πας σε απρεπείς συγκεντρώσεις, γιατί είναι μεγάλος κίνδυνος για την αγνότητά σου. Αυτές οι συναναστροφές, σμίγουν μάτια με μάτια κι όταν φύγει η ντροπή γεννιούνται όλα τα χειρότερα κακά (αιδώς οιχομένη, πάντων γενέτειρα κακίστων)».

Η επιμονή του Ιερού Πατρός στο ζήτημα των κοινωνικών συναναστροφών της συζύγου καθώς και της αυστηράς επιλογής των προσώπων που την περιβάλλουν, φανερώνει την σημασία την οποία προσδίδει στην δημόσια εικόνα και παρουσία μιάς υπάνδρου γυναικός σε σχέση πάντοτε με την αποφυγή σκανδαλισμού, σχολίων και αναστατώσεως του εγγάμου βίου. Επ' αυτού γράφει εκτενώς τα εξής: «τις σοβαρές όμως συγκεντρώσεις με συνετούς φίλους να τις επιζητείς, για να εντυπώνεται στο νου σου ένας καλός λόγος, ή κάποιο ελάττωμα να κόψεις ή να καλλιεργήσεις τους δεσμούς σου με εκλεκτές ψυχές. Μη εμφανίζεσαι ανεξέλεγκτα σε οποιονδήποτε, αλλά στους σώφρονες συγγενείς σου, στους ιερείς και σε σοβαρούς νεώτερους ή ηλικιωμένους. Μη συναναστρέφεσαι φαντασμένες γυναίκες, που έχουν στο νου τους τις εξόδους για επίδειξη. Ούτε ακόμη άνδρες ευσεβείς, που ο σύζυγός σου δεν θέλει στο σπίτι, αν και συ τόσο πολύ τους εκτιμάς. Υπάρχει για σένα πιο ακριβό πράγμα από τον καλό σου σύζυγο, που τόσο αγαπάς;

Επαινώ τις γυναίκες που δεν τις ξέρουν οι πολλοί άνδρες. Μη τρέχεις σε τραπέζια κοσμικά και ας είναι για γάμο ή για γενέθλια. Εκεί ανάβουν άνομοι πόθοι, με τους χορούς, τους πήδους και τα γέλια, την ψεύτικη ευχαρίστηση, που παραπλανεύουν ακόμη και τους αγνούς και σώφρονες. Και η αγνότητα είναι τόσο λεπτό πράγμα! Σαν το κερί στις ακτίνες του ηλίου! Απόφευγε ακόμα και στο σπίτι σου τα κοσμικά τραπέζια. Αν μπορούσαμε να περιορίσουμε τις ορέξεις της κοιλίας, θα κυριαρχούσαμε στα πάθη μας».

Για μία παντρεμένη γυναίκα, σύμφωνα με τις πατρικές παραινετικές διδαχές του Αγίου Γρηγορίου, όλα έχουν την σημασία τους όσον αφορά κυρίως την δημόσια εικόνα της, από την όψη και την επιτηδευμένη φροντίδα του προσώπου της μέχρι τα βλέμματα των ματιών της, το βάδισμα και τις κινήσεις της, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο εκφράζεται και συνομιλεί με τους άλλους. Γράφει δε συγκεκριμένα τα εξής: «κράτα την μορφή σου γαλήνια και μη την αλλοιώνεις ούτε με μορφασμούς, όταν είσαι θυμωμένη. Στολίδια τ' αυτιά νάχουν όχι μαργαριτάρια, αλλά ν' ακούν καλά λόγια και να βάζουν για τα άσχημα λουκέτο στο νου. Έτσι, είτε κλειστά είναι, είτε ανοιχτά, η ακοή θα μείνει αγνή.

Όσο για τα μάτια, είναι κείνα, που δείχνουν όλο το εσωτερικό της ψυχής. Ας σταλάζει αγνό κοκκίνισμα η παρθενική ντροπή κάτω από τα βλέφαρα σου και ας προκαλεί την σεμνότητα και την αγνή ντροπή σε όσους σε βλέπουν και σ' αυτόν ακόμη το σύζυγό σου. Είναι πολλές φορές προτιμότερο, για πολλά πράγματα, να κρατάς κλειστά τα μάτια, χαμηλώνοντας το βλέμμα.

Και τώρα στη γλώσσα. Θάχης πάντα εχθρό τον άνδρα σου, αν έχεις γλώσσα αχαλίνωτη, έστω κι αν έχεις χίλια άλλα χαρίσματα. Γλώσσα ανόητη βάζει, πολλές φορές, σε κίνδυνο και τους αθώους. Προτίμα κι όταν ακόμα έχεις δίκιο, την σιωπή. Είναι προτιμότερη για να μη ριψοκινδυνεύσεις να πεις ένα απλό λόγο. Κι αν έχεις την επιθυμία να λες πολλά, το καλλίτερο είναι να σωπαίνεις. Πρόσεχε ακόμη και το  βάδισμά σου. Μετράει στη σωφροσύνη».

Με ιδιαίτερα προσεκτικό τρόπο ο Άγιος Γρηγόριος ως πνευματικός πατήρ νουθετεί την σύζυγο και για τα σαρκικά ζητήματα του εγγάμου βίου, γράφοντας: «και τούτο πρόσεξε και άκουσε: Μην έχεις αδάμαστη σαρκική ορμή. Πείσε και τον άνδρα σου να σέβεται τις ιερές ημέρες. Γιατί οι νόμοι του Θεού είναι ανώτεροι από την εικόνα του Θεού».

Η κατακλείδα της παραινετικής επιστολής του Θεόφρονος Πατρός της Εκκλησίας Γρηγορίου προς την πνευματική θυγατέρα αυτού Ολυμπιάδα είναι λίαν συγκινητική και πεπληρωμένη λόγων αληθούς πατρικής αγάπης και εξιδιασμένης φιλοστόργου μέριμνας, που  εκφράζονται ακολούθως: «Αν από μένα τον γέροντα πήρες κάποιο λόγο πνευματικό, σου συνιστώ να τον φυλάξεις στα βάθη της ψυχής σου. Έτσι με ό,τι πήρες από αυτά που άκουσες και με την ηθική σου ανωτερότητα, θα θεραπεύσω τον εξαίρετο σύζυγό σου και περίφημο πολιτικό άνδρα από την υπερηφάνεια. Αυτό τώρα το παρόν δώρο, κειμήλιο σου προσφέρω. Αν θέλεις να σου ευχηθώ και το καλλίτερο, σου εύχομαι να γίνεις αμπέλι πολύκαρπο, με τέκνα τέκνων, για να δοξάζεται από περισσότερους ο Θεός, για τον οποίο γεννιόμαστε και προς τον οποίο πρέπει απ' αυτή την ζωή να οδεύουμε».

Στο παραπάνω πνευματικό παραινετικό κείμενο του μεγίστου Οικουμενικού διδασκάλου και θεοκινήτου Ιερού Πατρός Γρηγορίου του Θεολόγου, σε κάθε πρόταση και κάθε λέξη του, αποκαλύπτεται το ένθεο και θεοφώτιστο υπόβαθρο της διδασκαλίας του, η οποία παιδαγωγεί και καθοδηγεί τους πάντες στον ενάρετο βίο. Το ιερότατο μυστήριο του γάμου και η εν Χριστώ σύζευξη και κοινωνία ανδρός και γυναικός είναι στίβος δυσχερούς αθλήσεως και τελειώσεως. Επειδή δε στην σύγχρονη υλιστική, εγωϊστική και ατομοκεντρική εποχή ακόμη και η αγαπητική έγγαμη κοινωνία προσεγγίζεται με κοσμικά κριτήρια και διέρχεται κρίση, οι λόγοι του θεοφόρου Πατρός Αγίου Γρηγορίου αποτελούν ζώσα πηγη ανατάσεως  και ανατροπής, καθαιρέσεως και αποβολής παντός αντιπνευματικού καρκινώματος που φύεται εντός της εγγάμου σχέσεως. Όλη δε η πεμπτουσία της προς τους πιστούς διδασκαλίας του πεφωτισμένου  Αγίου Πατρός εμπερικλείεται στο παρακάτω απόφθεγμά του: «Ο Θεός από κάθε άνθρωπο, ο οποίος είναι βαπτισμένος, αυτά τα τρία ζητάει: Από την ψυχή την ορθή πίστη, από την γλώσσα την αλήθεια και από το σώμα την σωφροσύνη». Γενοίτο!

Υ.Γ.: Το παρόν θεολογικό κείμενο εγράφη επί τη πανευφροσύνω εορτή των Αγίων Τριών Ιεραρχών και όντως Οικουμενικών Διδασκάλων, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου των οποίων η θεόπνευστη διδασκαλία παραμένει ανά τους αιώνες λίαν επίκαιρη…
 
*Ο Ιωάννης Ελ. Σιδηράς είναι Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός - Νομικός


Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: Λόγος στό Πάσχα

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος «Θά σταματήσω εἰς τόν φυλάκιόν μου», λέγει ὁ θαυμάσιος Ἀββακούμ (Ἀββακ. 2, 1). Καί ἐγώ θά σταματήσω μαζί του σήμερα ἐπάνω εἰς τήν ἐξουσίαν καί τήν διορατικήν ἱκανότητα τήν ὁποίαν μοῦ ἔχει δώσει τό Πνεῦμα, καί θά κατοπτεύσω καί θά ἀναγνωρίσω ὅ,τι θά μοῦ φανερωθῇ καί ὅ,τι θά λεχθῇ πρός ἐμέ. Καί ἐσταμάτησα καί κατόπτευσα.
Καί νά ἄνδρας ὁ ὁποῖος κάθεται ἐπάνω εἰς τά νέφη καί ὁ ὁποῖος εἶναι πανύψηλος. Ἡ ὄψις του εἶναι ὁμοία πρός τήν ὄψιν ἀγγέλου καί ἡ στολή του ὡσάν λάμψις ἀστραπῆς ἡ ὁποία σχίζει τόν οὐρανόν (πρβλ. Ναούμ 2, 5). Καί ἐσήκωσε τήν χεῖρα του πρός τήν ἀνατολήν καί ἐφώναξε μέ δυνατήν φωνήν (ἡ φωνή του ἦταν ὡσάν φωνή σάλπιγγος καί γύρω του ὑπῆρχε πλῆθος ἀπό μίαν οὐρανίαν στρατιάν) καί εἶπε:  «Σήμερα ἦλθεν ἡ σωτηρία εἰς τόν κόσμον, τόν ὁρατόν καί τόν ἀόρατον. Ὁ Χριστός ἀνεστήθη ἀπό τούς νεκρούς, ἀναστηθῆτε μαζί του. Ὁ Χριστός ἐπανῆλθεν εἰς τήν θέσιν του, ἐπανέλθετε καί σεῖς. Ὁ Χριστός ἠλευθερώθη ἀπό τά δεσμά τοῦ τάφου, ἐλευθερωθῆτε καί σεῖς ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας. Αἱ πύλαι τοῦ ἅδου ἀνοίγονται, ὁ θάνατος καταλύεται, ὁ παλαιός Ἀδάμ ἀπομακρύνεται καί ὁ νέος συμπληρώνεται. Ἐάν ὑπάρχῃ κάποια νέα δημιουργία εἰς τόν Χριστόν, ἀνανεωθῆτε καί σεῖς».
Αὐτά ἔλεγεν αὐτός καί οἱ ἄλλοι ἀνυμνοῦσαν, ὅπως εἶχε γίνει καί προηγουμένως, ὅταν ἐφανερώθη εἰς ἡμᾶς ὁ Χριστός μέ τήν ἐπίγειον γέννησίν του, μέ τό «δόξα εἰς τόν Θεόν, ὁ ὁποῖος βρίσκεται εἰς τούς οὐρανούς, καί εἰρήνη ἐπάνω εἰς τήν γῆν, συμφώνως πρός τήν ὑπόσχεσίν Του πρός τούς ἀνθρώπους» (Λουκ. 1, 14). Μαζί μέ αὐτούς λέγω καί ἐγώ τά ἴδια πρός σᾶς. Μακάρι δέ νά ἀποκτοῦσα καί φωνήν ἰσάξιαν πρός τήν φωνήν τῶν ἀγγέλων, ἡ ὁποία νά ἀντηχοῦσε ἀπ᾽ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς γῆς.
Πάσχα τοῦ Κυρίου, Πάσχα, καί πάλιν θά εἴπω Πάσχα πρός τιμήν τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτή εἶναι δι᾽ ἡμᾶς ἡ ἑορτή τῶν ἑορτῶν καί ἡ πανήγυρις τῶν πανηγύρεων, ἡ ὁποία τόσον πολύ ξεπερνᾷ ὄχι μόνον τάς ἀνθρωπίνας καί τάς προερχομένας ἀπό τήν γῆν, ἀλλά ἀκόμη καί ἐκείνας τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ καί ὅσας τελοῦνται πρός τιμήν Του, ὅσον ξεπερνᾷ ὁ ἥλιος τούς ἀστέρας. Εἶναι μέν καλή καί ἡ χθεσινή μας λαμπροφορία καί ἡ φωταψία, τήν ὁποίαν ἐκάμαμεν καί ὁ καθένας μόνος του καί ὅλοι μαζί ἀπό κοινοῦ, καί κατά τήν ὁποίαν κάθε ἄνθρωπος καί σχεδόν κάθε τι τό ὁποῖον ἔχει ἀξίαν κατεφωτίσαμεν μέ πλῆθος πυρσῶν τήν νύκτα, πρᾶγμα τό ὁποῖον ἀποτελεῖ σύμβολον τοῦ μεγάλου φωτός, ὅπως καί ὁ οὐρανός φωτίζει ἀπό ἐπάνω, καταυγάζων ὅλον τόν κόσμον μέ τήν ὡραιότητά του, ὅπως αἱ ὑπερουράνιοι φύσεις καί οἱ ἄγγελοι, ἡ πρώτη φωτεινή φύσις μετά τήν πρώτην, ἐπειδή ἀπό ἐκείνην προέρχεται, καί ὅπως ἡ Τριάς ἀπό τήν ὁποίαν ἔχει δημιουργηθῆ ὅλον τό φῶς, ἀλλά εἶναι ἀκόμη ὡραιοτέρα καί πιό ἐπίσημος ἡ σημερινή. Καθόσον χθές μέν τό φῶς ἦτο προάγγελος τοῦ μεγάλου Φωτός, τό ὁποῖον ἀνασταίνεται, καί κατά κάποιον τρόπον μία προεόρτιος χαρά, σήμερα δέ ἑορτάζομεν τήν ἰδίαν τήν Ἀνάστασιν, ἡ ὁποία δέν ἀποτελεῖ πλέον ἀντικείμενον ἐλπίδος, ἀλλά ἔχει ἤδη γίνει πραγματικότης καί ἔχει συγκεντρώσει γύρω της ὅλον τόν κόσμον.
Ὁ καθένας μέν λοιπόν μέ τόν τρόπον του ἄς προσφέρῃ τόν καρπόν του καί τόν χρόνον αὐτόν καί ἄς προσφέρῃ δῶρον ἑορταστικόν ἀπό τά πνευματικά τά ὁποῖα ἀγαπᾷ ὁ Θεός, μικρόν ἤ μεγαλύτερον ἀναλόγως πρός τάς δυνάμεις του. Διότι τό νά προσφέρῃ κανείς δῶρον ἀντάξιον πρός τήν ἑορτήν θά ἠμποροῦσαν ἴσως μόλις καί μετά βίας νά τό ἐπιτύχουν οἱ ἄγγελοι, οἱ πρῶτοι πνευματικοί καί καθαροί καί θεαταί καί μάρτυρες τῆς οὐρανίου δόξης, ἔστω καί ἄν εἶναι προσιτόν εἰς αὐτούς κάθε εἶδος ἐξύμνησις. Ἡμεῖς δέ θά προσφέρωμεν τόν λόγον, τό πιό ὡραῖον καί πολύτιμον ἀπό τά μέσα τά ὁποῖα διαθέτομεν, ὑμνοῦντες καί κατ᾽ ἄλλον τρόπον τόν Λόγον διά τάς εὐεργεσίας Του πρός τούς ἀνθρώπους.
Θά ἀρχίσω δέ ἀπό τό σημεῖον αὐτό. Διότι δέν ἀνέχομαι, ἐνῷ προσφέρω ὡς θυσίαν τούς λόγους μου περί τοῦ μεγάλου Θύματος καί τῆς πιό μεγάλης ἀπό τάς ἡμέρας, νά μήν ἀνατρέξω εἰς τόν Θεόν καί νά κάμω ἀπό ἐκεῖ τήν ἀρχήν. Καθαρίσατε πρός χάριν μου καί τόν νοῦν καί τήν ἀκοήν καί τήν διάνοιαν, ὅσοι ἐντρυφᾶτε εἰς αὐτά τά πράγματα (ἐπειδή ὀ λόγος ἀναφέρεται εἰς τόν Θεόν καί εἶναι θεῖος), διά νά ἀναχωρήσετε ἀφοῦ θά ἔχετε ἐντρυφήσει πραγματικά εἰς ἐκεῖνα τά ὁποῖα δέν τελειώνουν ποτέ. Θά εἶναι δέ ὁ λόγος μου πλήρης ἀλλά καί συνάμα πολύ σύντομος, εἰς τρόπον ὥστε, οὔτε νά σᾶς λυπήσῃ μέ τάς ἐλλείψεις του, οὔτε καί νά γίνῃ ἀνιαρός ἐξ αἰτίας τοῦ κορεσμοῦ, τόν ὁποῖον τυχόν θά σᾶς ἔφερε.
Ὁ Θεός ὑπῆρχε μέν πάντοτε, καί ὑπάρχει, καί θά ὑπάρχῃ, ἤ, καλύτερα, ὑπάρχει πάντοτε. Διότι τό “ὑπῆρχε” καί “θά ὑπάρχῃ”, εἶναι τμήματα τοῦ χρόνου καί τῆς φθαρτῆς φύσεώς μας. Ὁ ὅρος ὅμως “ὁ ὑπάρχων” ἐκφράζει τό αἰώνιον, καί μέ αὐτόν αὐτοτιτλοφορεῖται ὅταν ἐμφανίζεται εἰς τόν Μωϋσῆ ἐπάνω εἰς τό ὄρος (Ἔξ. 3, 14). Διότι ἔχει συγκεντρώσει καί διατηρεῖ ὅλην τήν “ὕπαρξιν”, ἡ ὁποία οὔτε ἄρχισε ποτέ οὔτε καί θά λήξη ποτέ, ὡσάν κάποιος ἀπέραντος καί ἀπεριόριστος ὠκεανός οὐσίας, ὁ ὁποῖος ξεπερνᾷ κάθε ἔννοιαν καί τοῦ χρόνου καί τῆς φύσεως, καί ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νά σκιαγραφηθῇ κάπως μόνον μέ τόν νοῦν. Καί ἀπό αὐτόν πάλιν μόνον πολύ ἀμυδρά καί περιωρισμένα, ὄχι ἀπό τήν οὐσίαν του ἀλλά ἀπό ἐκεῖνα τά ὁποῖα βρίσκονται γύρω του, διά νά σχηματισθῇ ἀπό τήν συγκέντρωσιν τῶν διαφόρων ἐξωτερικῶν φαινομένων μία κάποια εἰκόνα τῆς ἀληθείας ἡ ὁποία χάνεται προτοῦ προλάβωμεν νά τήν κρατήσωμεν, καί ἐξαφανίζεται προτοῦ ἠμπορέσωμεν νά τήν συλλάβωμεν μέ τόν νοῦν. Ἡ εἰκόνα δέ αὐτή λάμπει εἰς τόν νοῦν μας, καί μάλιστα μόνον ὅταν αὐτός εἶναι καθαρός, ὅπως ἡ ἀστραπή ἡ οποία διαρκεῖ ἐλάχιστα.
Νομίζω δέ (ὅτι γίνεται αὐτό) ἀπό τήν μία μεριά μέν διά νά προσελκύῃ μέ ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἠμπορεῖ νά γίνῃ κατανοητόν (διότι τό τελείως ἀκατανόητον ἀπογοητεύει καί ἐξουδετερώνει κάθε διάθεσιν προσεγγίσεως), ἀπό τήν ἄλλην δέ διά νά προκαλῇ τόν θαυμασμόν μέ τό ἀκατανόητον, μέ τόν θαυμασμόν νά δημιουργῇ περισσότερον πόθον, μέ τόν πόθον νά καθαρίζῃ καί μέ τήν κάθαρσιν νά κάνῃ τόν νοῦν μας θεόμορφον. Ἀφοῦ γίνωμεν δέ τέτοιοι, τολμῶ νά τό εἴπω, νά συναναστρεφώμεθα μέ τό Θεῖον ὡσάν συγγενεῖς. Ὁ Θεός νά ἑνώνεται καί νά ἐπιτρέπῃ νά Τόν γνωρίσουν θεοί, καί μάλιστα τόσον πολύ, ὅσον γνωρίζει κι ὅλας ἐκείνους τούς ὁποίους γνωρίζει. Εἶναι λοιπόν ἄπειρον τό θεῖον καί δυσκολονόητον. Τό μόνον δέ τό ὁποῖον εἶναι κατανοητόν ἀπ᾽ αὐτό εἶναι τό ὅτι εἶναι ἄπειρον, ἔστω καί ἄν θά νομίζῃ κάποιος ὅτι εἶναι ἁπλῆς φύσεως ἤ καθ᾽ ὁλοκληρίαν ἀκατανόητον, ἤ τελείως κατανοητόν. Διότι πῶς θά ἐπιθυμήσωμεν κάποιον ὁ ὁποῖος εἶναι ἁπλός ἀπό τήν φύσιν του; Ἡ ἁπλότης λοιπόν δέν ἀποτελεῖ τήν φύσιν του, ὅπως καί εἰς τά σύνθετα τήν φύσιν των δέν ἀποτελεῖ μόνον τό ὅτι εἶναι σύνθετα.
Ἐπειδή δέ τό ἄπειρον ἐξετάζεται ἀπό δύο πλευράς, ἀπό τήν ἀρχήν δηλαδή καί τό τέλος (διότι ὅ,τι ξεπερνᾶ τά ὅρια αὐτά καί δέν περιορίζεται μέσα σ᾽ αὐτά εἶναι ἄπειρον), ὅταν μέν στραφῇ ὁ νοῦς πρός τό οὐράνιον βάθος, ἐπειδή δέν ἔχει ποῦ νά σταθῇ διά νά στηρίξῃ τά ἐξωτερικά γνωρίσματα μέ τά ὁποῖα ἀντιλαμβάνεται τόν Θεόν, ὀνομάζει τό ἄπειρον καί τό ἀδιέξοδον τό ὁποῖον προκύπτει ἀπό αὐτά ἄναρχον. Ὅταν δέ στραφῇ πρός τά ἐπίγεια καί τά μέλλοντα, τό ὀνομάζει ἀθάνατον καί ἄφθαρτον. Ὅταν δέ ἐξετάσῃ τά πάντα, τό ὀνομάζει αἰώνιον. Διότι αἰών δέν εἶναι οὔτε χρόνος, οὔτε κάποιο τμῆμα τοῦ χρόνου (διότι δέν μετρᾶται). Ἀλλά ὅ,τι εἶναι δι᾽ ἡμᾶς ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος μετρᾶται μέ τήν περιφοράν τοῦ ἡλίου, αὐτό εἶναι διά τά αἰώνια ὁ αἰών, ὁ ὁποῖος ἐπεκτείνεται μαζί μέ τά ὄντα, ὡσάν κάποιο χρονικό κίνημα καί διάστημα.
Εἰς αὐτά λοιπόν ἄς ἀρκεσθῇ ἡ τωρινή μου φιλοσοφική ἐνασχόλησις μέ τόν Θεόν. Διότι δέν ὑπάρχει χρόνος δι᾽ αὐτά, ἐπειδή ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἔχομεν νά ἐξετάσωμεν εἶναι ἡ οἰκονομία καί ὄχι ἡ θεολογία. Ὅταν δέ εἴπω Θεόν, ἐννοῶ τόν Πατέρα, τόν Υἱόν καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. Καί ἡ θεότης οὔτε διαχέεται πέρα ἀπ᾽ αὐτά, διά νά μήν παραδεχθῶμεν πολλούς θεούς, οὔτε περιορίζωνται εἰς ἕνα ἀπ᾽ αὐτά, διά νά μήν κατηγορηθῶμεν ὅτι δεχόμεθα πτωχήν θεότητα, καί νά μήν μᾶς εἴπουν εἴτε ἰουδαΐζοντας ἐξ αἰτίας τῆς μονοθεΐας, εἴτε ἑλληνίζοντας ἐξ αἰτίας τῆς πολυθεΐας. Διότι καί εἰς τά δύο ὑπάρχει τό ἴδιον κακόν, ἔστω καί ἄν εὑρίσκεται μέσα εἰς ἀντίθετα πράγματα. Ἔτσι λοιπόν τά Ἅγια τῶν Ἁγίων, τά ὁποῖα δέν ἀποκαλύπτονται οὔτε εἰς τά ἴδια τά Σεραφείμ, καί τά ὁποῖα δοξάζονται μέ τόν Τρισάγιον ὕμνον (βλ. Ἠσ. 6, 2 ἑ.), συγκεντρώνονται εἰς μίαν ἀρχήν καί μίαν Θεότητα, πρᾶγμα τό ὁποῖον ἔχει ἐξετάσει κατά τρόπον ἄριστον καί ὑψηλόν καί κάποιος ἄλλος ἀπό τούς πρίν ἀπό ἡμᾶς.
Ἐπειδή ὅμως δέν ἦτο τοῦτο ἀρκετόν εἰς τήν ἀγαθότητα, τό νά κινῆται μόνον μέ τήν σκέψιν της, ἀλλά ἔπρεπε νά διασκορπισθῇ τό ἀγαθόν καί νά ἐξαπλωθῇ, εἰς τρόπον ὥστε νά γίνουν περισσότερα τά εὐεργετούμενα (διότι αὐτό ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν τῆς ἀπείρου ἀγαθότητος), κατ᾽ ἀρχήν μέν δημιουργεῖ μέ τήν σκέψιν τούς ἀγγέλους καί τάς οὐρανίας δυνάμεις. Καί ἡ σκέψις της γίνεται ἔργον, τό ὁποῖον συμπληρώνεται ἀπό τόν Λόγον καί ὁλοκληρώνεται ἀπό τό Πνεῦμα. Καί ἔτσι ἐδημιουργήθησαν δεύτεραι λαμπρότητες, ὑπηρέται τῆς πρώτης λαμπρότητος, τάς ὁποίας πρέπει νά θεωρήσωμεν εἴτε νοερά πνεύματα, εἴτε πῦρ, κατά κάποιον τρόπον, ἄϋλον καί ἀσώματον, εἴτε ὡς κάποιαν ἄλλην φύσιν, ἡ ὁποία νά ταιριάζῃ ὅσον τό δυνατόν περισσότερον πρός τά λεχθέντα. Θέλω μέν νά εἴπω ὅτι δέν ἠμποροῦν νά κινηθοῦν πρός τό κακόν, καί ὅτι μόνον πρός τό καλόν ἠμποροῦν νά βαδίσουν, ἐπειδή εὑρίσκονται γύρω ἀπό τόν Θεόν καί φωτίζονται πρῶται ἀπ᾽ Αὐτόν (διότι ὁ φωτισμός τῶν ἐπιγείων ἀποτελεῖ δεύτερον φωτισμόν). Μέ ἀναγκάζει ὅμως νά θεωρήσω καί νά εἴπω, ὅτι δέν εἶναι ἀκίνητοι ἀλλά μόνον δυσκίνητοι, ὁ Ἑωσφόρος, ὁ ὁποῖος ὠνομάσθη ἔτσι ἐξ αἰτίας τῆς λαμπρότητός του (βλ. Ἠσ. 14, 12) καί ὁ ὁποῖος ἔγινε σκοτάδι ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερηφάνειάς του, καί αἱ δυνάμεις αἱ ὁποῖαι ἀπεστάλησαν ὑπό τήν ἀρχηγίαν του, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν τό κακόν μέ τήν ἀπομάκρυνσιν ἀπό τό καλόν καί τό ἐπροκάλεσαν καί εἰς ἡμᾶς.
Ἔτσι λοιπόν καί διά τόν λόγον αὐτόν ἐδημιουργήθη ὑπ᾽ Αὐτοῦ ὁ νοητός κόσμος, εἰς τρόπον ὥστε νά ἠμπορῶ ἐγώ νά ἐξετάζω τά πράγματα αὐτά, καταμετρῶν μέ τόν μικρόν λόγον μεγάλα πράγματα. Ἐπειδή δέ τά πρῶτα ἦσαν καλά (Γεν. κεφ. 1) δι᾽ Αὐτόν, ἐννοεῖ (καί δημιουργεῖ) δεύτερον κόσμον, ὑλικόν καί ὁρατόν ( αὐτός δέ ὁ κόσμος εἶναι τό ὀργανωμένον σύστημα καί σύνολον τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς καί τῶν μεταξὐ αὐτῶν εὑρισκομένων, ἀξιέπαινον μέν διά τήν τελειότητα κάθε πράγματος χωριστά, ἀλλά ἀκόμη πιό ἀξιέπαινον ἐξ αἰτίας τοῦ ταιριάσματος καί τῆς ἁρμονίας ἡ ὁποία δημιουργεῖται ἀπ΄ ὅλα αὐτά, τά ὁποῖα ταιριάζουν τό ἕνα μέ τό ἄλλο καί ὅλα μεταξύ των, διά νά συμπληρώσουν ἕνα ἁρμονικόν σύνολον), διά νά ἀποδείξῃ ὅτι ἠμπορεῖ νά φέρῃ εἰς τήν ὕπαρξιν ὄχι μόνον φύσιν ὁμοίαν πρός Αὐτόν ἀλλά καί τελείως διαφορετικήν ἀπό Αὐτόν. Διότι εἶναι μέν ὅμοια πρός τήν Θεότητα τά πνευματικά ὄντα, τά ὁποῖα γίνονται ἀντιληπτά μόνον μέ τόν νοῦν, ἀλλά ταυτοχρόνως εἶναι τελείως διαφορετικά τά ὄντα τά ὁποῖα γίνονται ἀντιληπτά μέ τάς αἰσθήσεις, καί ἀκόμη περισσότερον διαφορετικά ἀπ᾽ αὐτά εἶναι ἐκεῖνα τά ὁποῖα εἶναι τελείως ἄψυχα καί ἀκίνητα.
Ὁ νοῦς μέν λοιπόν καί ἡ αἴσθησις, τά ὁποῖα διεχωρίσθησαν κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπον τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο, παρέμειναν τό καθένα μέσα εἰς τήν φύσιν των καί ἔφεραν ἐντός των τό μεγαλεῖον τοῦ δημιουργοῦ Λόγου, σιωπηλοί ἐγκωμιασταί καί μεγαλόφωνοι κήρυκες τοῦ μεγαλουργήματος. Δέν ὑπῆρχε δέ ἀκόμα κράμα καί ἀπό τά δύο, οὔτε κάποια ἕνωσις τῶν ἀντιθέτων, δεῖγμα ἀνωτέρας σοφίας καί τῆς ποικιλίας τῶν φύσεων, οὔτε ἦτο γνωστός ὅλος ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος. Ἐπειδή δέ ὁ δημιουργός Λόγος αὐτό ἀκριβῶς τό πρᾶγμα ἤθελε νά δείξῃ, καί νά παρουσιάσῃ ἕνα ὄν ἀπό τήν ἕνωσιν καί τῶν δύο (τῆς ἀοράτου δηλαδή καί τῆς ὁρατῆς φύσεως), ἐδημιούργησε τόν ἄνθρωπον. Καί ἀφοῦ ἔλαβε μέν ἀπό τήν ὕλην, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἤδη, τό σῶμα, καί ἀφοῦ ἔβαλεν εἰς αὐτό τήν πνοήν του (τήν ὁποίαν ὁ λόγος ὁρίζει ὡς νοεράν ψυχήν καί εἰκόνα τοῦ Θεοῦ), τόν ἔστησεν ἐπί τῆς γῆς ὡσάν ἄλλον κόσμον, κατά κάποιον τρόπον, μεγάλον μέσα εἰς τήν μικρότητά του, ὡσάν ἄλλον ἄγγελον, ὡσάν μικρόν προσκυνητήν, φύλακα τῆς ὁρατῆς κτίσεως καί ἱερουργόν τῆς ἀοράτου, βασιλέα τῶν εὑρισκομένων ἐπί τῆς γῆς καί κυβερνώμενον ταυτοχρόνως ἀπό τόν Οὐρανόν, ἐπίγειον καί οὐράνιον, προσωρινόν καί ἀθάνατον, ὁρατόν καί ἐννοούμενον, εὑρισκόμενον εἰς τό μέσον μεταξύ μεγαλείου καί ταπεινότητος, τόν ἴδιον πνεῦμα καί σάρκα.
Πνεῦμα πρός χάριν του, καί σάρκα διά νά ἠμπορῇ νά ἐξυψώνεται. Τό μέν ἕνα διά νά ζῇ καί νά δοξάζῃ τόν Εὐεργέτην, τό δέ ἄλλο διά νά ὑποφέρῃ, νά ἐνθυμῆται καί νά διαπαιδαγωγῆται ἀπό τό πάθος του, ἐπιδιώκων νά ἀνυψωθῇ πρός τό μεγαλεῖον. Ὄν τό ὁποῖον διαμένει μέν εἰς τήν γῆν, ἀλλά μεταβαίνει εἰς ἄλλον κόσμον, καί ὡσάν τέλος τοῦ μυστηρίου γίνεται θεός ἀπό τήν ἐπιθυμίαν του πρός Αὐτόν. Διότι εἰς αὐτό, κατά τήν γνώμην μου, ὁδηγεῖ ἡ μετρία λάμψις τῆς ἀληθείας, ἡ ὁποία παρουσιάζεται εἰς τήν γῆν, εἰς τό νά ἴδωμεν δηλαδή καί νά αἰσθανθῶμεν τήν λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἀνταξία πρός Ἐκεῖνον ὁ Ὁποῖος μᾶς συνέθεσε, καί ὁ Ὁποῖος θά μᾶς διαλύσῃ καί θά μᾶς συνθέσῃ πάλιν κατά τρόπον ἀκόμη πιό ἔνδοξον.
Καί τόν ἐτοποθέτησεν εἰς τόν Παράδεισον (ὅποιος καί ἄν ἦτο ὁ Παράδεισος αὐτός), ἀφοῦ τόν ἐτίμησε μέ τό αὐτεξούσιον, διά νά ἀνήκῃ τό ἀγαθόν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θά τό ἐπιλέξῃ ὄχι ὀλιγώτερον ἀπό ὅσον εἰς Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τά σπέρματα τοῦ ἀγαθοῦ, τόν ἔκαμε γεωργόν ἀθανάτων φυτῶν, δηλαδή τῶν θείων ἐννοιῶν, καί τῶν ἁπλουστέρων καί τῶν τελειοτέρων, γυμνόν ἐξ αἰτίας τῆς ἁπλότητος καί τῆς χωρίς πονηρίαν ζωῆς, καί χωρίς κανένα κάλυμμα καί πρόβλημα. Διότι τέτοιος ἔπρεπε νά εἶναι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος. Καί τοῦ δίδει τόν νόμον ὡς ἀντικείμενον τοῦ αὐτεξουσίου. Ὁ δέ νόμος ἦτο ἡ ἐντολή ἀπό ποῖα φυτά ἠμποροῦσε νά φάγῃ καί ποῖα δέν θά ἔπρεπε νά ἀγγίξῃ.
Εἰς αὐτά δέ ἀνῆκε τό δένδρον τῆς γνώσεως, τό ὁποῖον οὔτε ἐφυτεύθη ἀπό τήν ἀρχήν μέ κακόν σκοπόν, οὔτε ἀπηγορεύθη ἀπό φθόνον (ἄς μή φθάσουν μέχρις ἐκεῖ αἱ γλῶσσαι τῶν ἐχθρῶν τοῦ Θεοῦ, καί ἄς μήν μιμηθοῦν τόν ὄφιν!), ἀλλ᾽ ἦτο μέν καλόν ἐάν τό ἐδοκίμαζε κανείς εἰς τόν κατάλληλον καιρόν (διότι τό δένδρον, κατά τήν ἄποψίν μου, ἦτο ἡ θέα τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποίαν ἠμποροῦσαν νά πλησιάσουν χωρίς νά κινδυνεύουν μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχαν τελειοποιηθῆ μέ τήν ἄσκησιν), ἀλλά δέν ἦτο καλόν διά τούς ἀδοκιμάστους ἀκόμη καί τούς πιό λαιμάργους ὡς πρός τήν ἐπιθυμίαν, ὅπως ἡ σκληρά τροφή δέν εἶναι ὠφέλιμος δι᾽ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀκόμη ἀδύνατοι καί ἔχουν ἀνάγκην ἀπό γάλα. Ἀφοῦ δέ ἐξ αἰτίας τοῦ φθόνου τοῦ διαβόλου καί τῆς παρακινήσεως τῆς γυναικός, ἡ ὁποία ὑπέκυψε σάν πιό ἀδύνατη καί τόν παρεκίνησε καί αὐτόν σάν ἡ πιό κατάλληλη δι᾽ αὐτό (ἀλλοίμονον εἰς τήν ἀδυναμίαν μου! διότι ἡ ἀδυναμία τοῦ προπάτορος εἶναι καί ἰδική μου), ἐλησμόνησε μέν τήν ἐντολήν, ἡ ὁποία τοῦ εἶχε δοθῇ.
Ἐνικήθη ἀπό τήν προσωρινήν γευστικήν δοκιμήν καί ἔτσι ἐξεδιώχθη αὐτομάτως ἀπό τό δένδρον τῆς ζωῆς, ἀπό τόν Παράδεισον καί ἀπό τόν Θεόν ἐξ αἰτίας τῆς κακίας του, καί ἐνεδύθη μέ δερμάτινα ἐνδύματα (πιθανόν μέ τήν πιό βαρειά σάρκα, τήν φθαρτήν καί ἀντίθετον). Καί ὡσάν πρῶτον ἀποτέλεσμα ἀντιλαμβάνεται τήν καταισχύνην του καί κρύπτεται ἀπό τόν Θεόν. Κερδίζει, βεβαίως, κάτι ἀπ᾽ αὐτό: τό ὅτι γίνεται θνητός καί τό ὅτι διακόπτεται ἡ ἁμαρτία διά νά μήν γίνῃ ἀθάνατον τό κακόν, καί ἔτσι ἡ τιμωρία ἀποβαίνει φιλανθρωπία. Διότι ἐγώ ἔτσι πιστεύω ὅτι τιμωρεῖ ὁ Θεός.
Ἀφοῦ δέ ἐτιμωρήθη προηγουμένως διά τά πολλά ἁμαρτήματα (ἀπό τά ὁποῖα ἐφύτρωσεν ἡ ρίζα τῆς κακίας) ἀπό διαφόρους αἰτίας καί κατά διαφόρους χρόνους, μέ τόν λόγον, τόν νόμον, τούς προφήτας, τάς εὐεργεσίας, τάς ἀπειλάς, τάς τιμωρίας, τάς πλημμύρας, τάς πυρκαϊάς, τούς πολέμους, τάς νίκας, τάς ἥττας, τά σημεῖα ἀπό τόν οὐρανόν , τά σημεῖα ἀπό τόν ἀέρα, τήν γῆν καί τήν θάλασσαν, μέ τάς ἀνελπίστους μεταβολάς ἀνθρώπων, πόλεων καί λαῶν, πράγματα τά ὁποῖα ἀποσκοποῦσαν εἰς τό νά ἐξαφανισθῇ ἡ κακία, ἔχει ἀνάγκην τελικά ἀπό κάποιο ἰσχυρότερον φάρμακον διά τάς φοβερωτέρας ἀσθενείας, τάς ἀδελφοκτονίας δηλαδή, τάς μοιχείας, τάς ἐπιορκίας, τάς ἀνωμάλους ἐπιθυμίας καί τό χειρότερον καί μεγαλύτερον ἀπό ὅλα τά κακά, τήν εἰδωλολατρείαν καί τήν μετατόπισιν τῆς προσκυνήσεως ἀπό τόν δημιουργόν εἰς τά δημιουργήματα.
Ἐπειδή δέ εἶχεν ἀνάγκην ἀπό μεγαλυτέραν βοήθειαν, τοῦ δίδεται καί τέτοια: Ἦτο δέ ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ὁ προαιώνιος, ὁ ἀόρατος, ὁ μή δυνάμενος νά περιορισθῇ, ὁ ἀσώματος, ἡ Ἀρχή ἡ προερχομένη ἀπό τήν Ἀρχήν, τό Φῶς τό προερχόμενον ἐκ τοῦ Φωτός, ἡ πηγή τῆς ἀθανασίας καί τῆς ζωῆς, τό ἀντίγραφον τοῦ πρωτοτύπου κάλλους, ἡ ἀναλλοίωτος σφραγίς, ἡ ἀπαράλλακτος εἰκών, ὁ ὅρος καί ὁ Λόγος τοῦ Πατρός. Αὐτός εἰσέρχεται εἰς τήν ἰδίαν τήν εἰκόνα Του, ἐνδύεται μέ σάρκα πρός χάριν τῆς σαρκός καί μέ ψυχήν πνευματικήν πρός χάριν τῆς ψυχῆς μου, καθαρίζων ἔτσι τό ὅμοιον μέ τό ὅμοιόν Του. Καί γίνεται κατά πάντα, ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτίαν, τέλειος ἄνθρωπος (Ἑβρ. 4, 15). Γεννηθείς μέν ἀπό τήν Παρθένον, τῆς ὁποίας καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα εἶχε καθαρισθῆ προηγουμένως ἀπό τό Πνεῦμα (διότι ἔπρεπε μέν καί νά τιμηθῇ ἡ γέννησις, ἀλλά καί νά προτιμηθῇ ἡ παρθενία), παραμείνας δέ Θεός μετά τήν πρόσληψιν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Γενόμενος ἕν ἀπό τά δύο ἀντίθετα, ἀπό τήν σάρκα δηλαδή καί τό Πνεῦμα, ἀπό τά ὁποῖα τό μέν ἕνα ἔκαμε τό ἄλλο Θεόν, ἐνῷ τό ἄλλο ἔγινε Θεός. Ὤ πόσον ἀξιοθαύμαστος εἶναι ἡ νέα ἕνωσις!
Ὤ πόσον παράδοξος εἶναι ἡ σύνθεσις! Ὁ ὑπάρχων δημιουργεῖται, ὁ ἀδημιούργητος πλάθεται, καί ὁ ἀπεριόριστος περιορίζεται διά μέσου τῆς νοερᾶς ψυχῆς, ἡ ὁποία μεσιτεύει εἰς τήν Θεότητα καί διά μέσου τῆς ὑλικῆς φύσεως τῆς σαρκός. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δίδει τόν πλοῦτον, γίνεται πτωχός, διότι γίνεται πτωχός κατά τό ὅτι παίρνει τήν σάρκα μου διά νά γίνω ἐγώ πλούσιος μέ τήν θεότητά Του. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι γεμᾶτος ἀδειάζει.διότι ἀδειάζει ἀπό τήν δόξαν Του δι᾽ ὀλίγον καιρόν, διά νά γευθῶ ἐγώ τήν πληρότητά Του. Ποῖος εἶναι ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος; Ποῖον εἶναι τό μυστήριον τό ὁποῖον μέ περιβάλλει; Ἔλαβα τήν θείαν εἰκόνα καί δέν τήν ἐφύλαξα. Παίρνει τήν σάρκα μου, καί διά νά διατηρήσῃ τήν εἰκόνα, ἀλλά καί διά νά κάμῃ ἀθάνατον τήν σάρκα. Ἔρχεται εἰς δευτέραν συνάφειαν πολύ πιό παράδοξον ἀπό τήν πρώτην, καθόσον, τότε μέν ἔδωσε τό καλύτερον, τώρα δέ παίρνει τό χειρότερον. Αὐτό εἶναι ἀκόμη πιό ταιριαστόν εἰς τόν Θεόν, αὐτό εἶναι, δι᾽ ὅσους διαθέτουν κρίσιν, ἀκόμη πιό ὑψηλόν.
 «Ἀλλά τί μᾶς ἐνδιαφέρουν αὐτά;», θά ἠμποροῦσε νά εἴπῃ κάποιος ἀπό τούς πολύ φιλεόρτους καί ἐνθουσιώδεις πιστούς. «Σπηρούνισε τό πουλάρι, διά νά φθάσωμεν εἰς τό τέρμα». «Μίλησέ μας διά τήν ἑορτήν καί δι᾽ ἐκεῖνα διά τά ὁποῖα ἔχομεν συγκεντρωθῆ σήμερα». Αὐτό λοιπόν καί θά κάμω, ἔστω καί ἄν ἄρχισα κάπως ἀπό ὑψηλότερα πράγματα, ἐπειδή μέ παρακινοῦσε ὁ πόθος καί μέ παρέσυρεν ἡ ρύμη τοῦ λόγου. Δέν θά ἦτο δέ ἴσως ἄσχημον διά τούς φιλομαθεῖς καί φιλοκάλους νά ἐξετάσωμεν δι᾽ ὀλίγων τά σχετικά μέ τήν ἰδίαν τήν ὀνομασίαν τοῦ Πάσχα. Κάτι τέτοιο δέν θά ἀποτελοῦσε ἄσχημον ἐμπειρίαν διά τήν ἀκοήν μας. Τό Πάσχα αὐτό, τό μέγα καί ἀξιοσέβαστον, ἀποκαλεῖται ἀπό τούς Ἑβραίους Φάσκα σύμφωνα μέ τήν γλῶσσαν των.
 Ἡ ὀνομασία δέ αὐτή σημαίνει τό πέρασμα, ἱστορικῶς μέ τήν φυγήν ἀπό τήν Αἴγυπτον καί τήν μετανάστευσιν εἰς τήν γῆν Χαναάν, πνευματικῶς δέ τήν ἀνάβασιν καί τήν πρόοδον ἐκ τῶν κάτω πρός τά ἄνω καί πρός τήν γῆν τῆς ἐπαγγελίας. Ἐκεῖνο δέ τό ὁποῖον ἔχομεν ἴδει νά συμβαίνῃ εἰς πολλά σημεῖα τῆς Γραφῆς, τό νά μεταπλάθωνται δηλαδή ὡρισμένα ὀνόματα ἀπό μίαν κάπως ἀσαφῆ ἔννοιαν εἰς κάποιαν σαφεστέραν, ἤ ἀπό μίαν κάπως τραχεῖαν εἰς κάποιαν πιό εὐπρεπῆ, τό βλέπομεν νά συμβαίνῃ καί ἐδῶ. Διότι, ἐπειδή ὡρισμένοι ἐνόμισαν ὅτι τό «φάσκα» ἀποτελοῦσε τήν ὀνομασίαν τοῦ σωτηρίου πάθους, ἀφοῦ ἐξελλήνισαν ἐν συνεχείᾳ τήν ὀνομασίαν, συμφώνως πρός τήν μεταβολήν τοῦ φῖ εἰς πῖ καί τοῦ κάππα εἰς χῖ, ἀπεκάλεσαν τήν ἡμέραν Πάσχα. Ἀφοῦ δέ παρέλαβεν ἡ συνήθεια τήν ὀνομασίαν, τήν ἰσχυροποίησεν ἀκόμη περισσότερον, ἐπειδή ἡ ἀκοή τῶν πολλῶν ἀποδέχεται μέ περισσοτέραν εὐχαρίστησιν τήν ὀνομασίαν αὐτήν ὡς πιό εὐσεβῆ.
Ὁ θεῖος μέν λοιπόν Ἀπόστολος ἀπεφάνθη πρίν ἀπό ἡμᾶς ὅτι ὁλόκληρος ὁ νόμος εἶναι σκιά τῶν μελλόντων (Κολ. 2, 17) καί ἐκείνων τά ὁποῖα γίνονται ἀντιληπτά ἀπό τήν ψυχήν καί τήν διάνοιαν. Ἐπίσης καί ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος πρίν ἀπό τόν Ἀπόστολον εἶχεν ἐμφανισθῆ εἰς τόν Μωϋσῆ ὅταν ἔδιδε τόν νόμον γύρω ἀπ᾽ αὐτά τά πράγματα. Διότι λέγει: «Φρόντισε νά κάνῃς τά πάντα συμφώνως πρός τόν τύπον ὁ ὁποῖος σοῦ ὑπεδείχθη εἰς τό ὄρος», ἐμφανίζων ἔτσι ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔβλεπεν ὁ Μωϋσῆς ὡσάν σκιαγράφησιν, τρόπον τινά, καί προτύπωσιν ἐκείνων τά ὁποῖα δέν ἐφαίνοντο.
Καί πιστεύω ὅτι τίποτε δέν ἔχει διαταχθῆ εἰς τήν τύχην, οὔτε χωρίς λογικήν αἰτίαν , οὔτε κατά τρόπον ταπεινόν, οὔτε κατά τρόπον ἀνάξιον πρός τήν νομοθεσίαν τοῦ Θεοῦ καί τήν ὑπηρεσίαν τοῦ Μωϋσέως, ἔστω καί ἄν εἶναι δύσκολον νά εὑρεθῇ τό πνευματικόν στοιχεῖον τό ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ εἰς κάθε μίαν ἀπό τάς σκιάς ὅταν τάς ἐξετάσωμεν λεπτομερῶς, δηλαδή τά ὅσα ἔχουν νομοθετηθῆ σχετικά μέ τήν ἰδίαν τήν σκηνήν, τάς διαστάσεις της, τά ὑλικά κατασκευῆς της, τούς Λευΐτας καί λειτουργούς, οἱ ὁποῖοι τά βαστάζουν, καί τά σχετικά μέ τάς θυσίας, μέ τούς καθαρισμούς καί μέ τάς προσφοράς.
Γίνονται δέ αὐτά κατανοητά μόνον ἀπό ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὁμοιάζουν ὡς πρός τήν ἀρετήν εἰς τόν Μωϋσῆ, ἤ ἀπό ἐκείνους πού ἔχουν παραπλησίαν πρός αὐτόν μόρφωσιν. Ἐπειδή καί εἰς τό ἴδιο τό ὄρος ὁ Θεός ἐμφανίζεται εἰς τούς ἀνθρώπους, ἀφ᾽ ἑνός μέν καταβαίνων ὁ ἴδιος ἀπό τήν ὑψηλήν του θέσιν, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ ἀνυψώνων ἡμᾶς ἀπό τήν γηΐνην ταπείνωσιν, διά νά εἰσέλθῃ κάπως καί ὅσον εἶναι ἀσφαλές Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δέν ἠμπορεῖ νά περιορισθῇ εἰς τήν θνητήν ἀνθρωπίνην φύσιν. Διότι δέν θά ἦτο δυνατόν κατ᾽ ἄλλον τρόπον νά κατανοήσῃ τόν Θεόν τό ὑλικόν σῶμα καί ὁ δέσμιος εἰς τήν ὕλην νοῦς, ἐάν δέν βοηθηθῇ.
Τότε λοιπόν δέν φαίνεται ὅτι ὅλοι ἔχουν ἀξιωθῆ νά εὑρίσκωνται εἰς τήν ἰδίαν τάξιν καί στάσιν, ἀλλά ἄλλος μέν εἶναι ἄξιος διά τήν μίαν ἄλλος δέ διά τήν ἄλλην, ἀναλόγως, ὅπως νομίζω, πρός τήν καθαρότητά του ὁ καθένας. Ἄλλοι δέ, ὅσοι εἶναι ὅμοιοι μέ τά θηρία ὡς πρός τήν συμπεριφοράν καί ἀνάξιοι διά τά θεῖα μυστήρια, ἔχουν ἀπομακρυνθῆ ὁλότελα καί τό μόνον τό ὁποῖον τούς ἐπιτρέπεται εἶναι νά ἀκούουν τήν φωνήν τοῦ Θεοῦ.
Ἡμεῖς ὅμως, ἀκολουθοῦντες τήν μέσην ὁδόν μεταξύ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὁλότελα ὑλικήν διάνοιαν καί ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι πολύ θεωρητικοί καί προηγμένοι εἰς τά πνευματικά, διά νά μήν μένωμεν οὔτε ἐντελῶς ἄπρακτοι καί ἀκίνητοι, διά νά μήν γίνωμεν ἀνάξιοι καί ξένοι δι᾽ ἐκεῖνα τά ὁποῖα μᾶς προσφέρονται (διότι τό μέν πρῶτον εἶναι κατά κάποιον τρόπον Ἰουδαϊκόν καί ἀνάξιον, τό δέ ἄλλο ἴδιον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μαντεύουν ἀπό τά ὄνειρα, καί τά δύο δέ ἐξ ἴσου κατακριτέα), ἔτσι ἄς ὁμιλήσωμεν διά τά πράγματα αὐτά, κατά τρόπον δηλαδή προσιτόν πρός ἡμᾶς καί ὄχι πολύ παράδοξον καί καταγέλαστον εἰς τούς πολλούς. Διότι νομίζομεν ὅτι, ἐπειδή ἐπέσαμεν ἀπ᾽ ἀρχῆς ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας καί παρεσύρθημεν ἀπό τήν ἡδονήν καί ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ νά γίνωμεν εἰδωλολάτραι καί νά κάνωμεν αἰσχράς θυσίας, ἔπρεπε νά συνέλθωμεν πάλιν καί νά ἐπιστρέψωμεν εἰς τήν πρώτην κατάστασιν διά τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ καί Πατρός ἡμῶν, ὁ ὁποῖος δέν ἀνείχετο νά ζημιωθῇ τόσον τό ἔργον τῆς χειρός Του, ὁ ἄνθρωπος.
Πῶς λοιπόν πρέπει νά ἀναπλασθῶμεν καί τί νά γίνωμεν; Πρέπει μέν νά ἀποδοκιμασθῇ ἡ αὐστηρά θεραπεία, ἐπειδή δέν ἠμπορεῖ οὔτε νά πείσῃ οὔτε νά κτυπήσῃ τό κακόν, τό ὁποῖον ἔχει γίνει δευτέρα φύσις ἀπό τήν συνήθειαν, νά χρησιμοποιηθῇ δέ ἡ ἐπιεικής καί φιλάνθρωπος μέθοδος τῆς θεραπείας, διά νά ἐπιτευχθῇ ἡ διόρθωσις. Διότι οὔτε βλαστός ὁ ὁποῖος ἔχει κυρτώσει δέν ἠμπορεῖ νά ἀντέξῃ τήν ἀπότομον εὐθυγράμμισιν καί τήν βίαν τῆς χειρός ἡ ὁποία προσπαθεῖ νά τόν εὐθυγραμμίσῃ (εὐκολώτερα μέν λοιπόν θά ἠμποροῦσε νά σπάσῃ παρά νά διορθωθῇ), οὔτε καί εὐέξαπτον καί ἠλικιωμένον ἄλογον, θά ἠμποροῦσε νά ἀνεχθῇ τήν ἐξουσίαν τοῦ χαλινοῦ, χωρίς κάποιο καλόπιασμα καί χαϊδευτικόν κάλεσμα.
Διά τοῦτο μᾶς ἔχει δοθῆ ὡς βοηθός ὁ νόμος, σάν ἕνα περιτείχισμα μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τῶν εἰδώλων, ἀφ᾽ ἑνός μέν διά νά μᾶς ἐπαναφέρῃ εἰς τόν Θεόν. Καί συγχωρεῖ ὡρισμένα πράγματα εἰς τήν ἀρχήν, διά νά ἐπιτύχῃ τό πιό σπουδαῖον. Συγχωρεῖ κατ᾽ ἀρχήν τάς θυσίας, διά νά ἐγκαταστήσῃ μέσα μας τόν Θεόν. Ἔπειτα ὅμως, ὅταν φθάσῃ ὁ κατάλληλος καιρός, θά καταργήσῃ καί τάς θυσίας, θά μᾶς ἀλλάξῃ κατά τρόπον σοφόν μέ τμηματικάς μεταβολάς καί θά μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τό Εὐαγγέλιον, ἀφοῦ θά εἴμεθα ἤδη προετοιμασμένοι νά τό ἀκολουθήσωμεν πειθήνια.
Ἔτσι μέν λοιπόν καί διά τόν λόγον αὐτόν μᾶς ἐδόθη ὁ γραπτός νόμος, ὁ ὁποῖος μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τόν Χριστόν, καί αὐτός εἶναι ὁ λόγος τῶν θυσιῶν, ὅπως πιστεύω ἐγώ. Διά νά μήν ἀγνοῇς δέ τό βάθος τῆς σοφίας καί τόν πλοῦτον τῶν ἀνεξιχνίαστων κριμάτων τοῦ Θεοῦ, δέν ἄφησεν οὔτε αὐτάς τάς θυσίας τελείως ἀνιέρους καί ἀτελεσφόρους οὔτε νά ἔχουν μόνον τήν σημασίαν τοῦ ἁπλοῦ αἵματος, ἀλλά εἰς τάς νομικάς θυσίας ἔχει ἀναμιχθῃ τό ἀθυσίαστον, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τήν πρώτην φύσιν του, σφάγιον , διά νά τό εἴπω ἔτσι, τό ὁποῖον δέν καθαρίζει μόνον μικρόν μέρος τῆς οἰκουμένης οὔτε δι᾽ ὀλίγον μόνον χρόνον, ἀλλά καθαρίζει ὁλόκληρον τόν κόσμον καί μάλιστα εἰς τούς αἰῶνας.
Διά τόν λόγον αὐτόν λαμβάνεται ὡς σφάγιον ἀφ᾽ ἑνός μέν πρόβατον (Ἐξ. 12, 3 ἑ.), λόγῳ τῆς ἀθωότητός του καί τοῦ ὅτι ἀποτελοῦσε τό ἔνδυμα τῆς ἀρχαίας γυμνότητος (διότι τέτοιο ἦτο τό σφάγιον τό ὁποῖον ἐθυσιάσθη πρός χάριν μας, τό ὁποῖον καί εἶναι καί ὀνομάζεται ἔνδυμα ἀφθαρσίας), ἀφ᾽ ἑτέρου δέ ἀρτιμελές, ὄχι μόνον λόγῳ τῆς Θεότητος, ἀπό τήν ὁποίαν δέν ὑπάρχει τίποτε τελειότερον, ἀλλά καί λόγῳ τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ὁποία προσελήφθη καί ἐχρίσθη ἀπό τήν Θεότητα καί ἡ ὁποία ἔγινεν ὁμοία μέ ἐκεῖνο τό ὁποῖον τήν εἶχε χρίσει, καί τολμῶ νά τό εἴπω, ὁμοία μέ τόν Θεόν. Λαμβάνεται δέ πρόβατον ἄρρεν ἐπειδή προσφέρεται ὑπέρ τοῦ Ἀδάμ, ἤ καλύτερα, ἐπειδή τό πιό σταθερόν προσφέρεται ὑπέρ τοῦ σταθεροῦ, ἐκείνου ὁ ὁποῖος ὑπέκυψε πρῶτος εἰς τήν ἁμαρτίαν, ἤ τέλος, ἐπειδή δέν φέρει ἐπάνω του κανένα θηλυκόν καί ἀδύνατον χαρακτηριστικόν καί ἐπειδή ἀπεσπάσθη βιαίως ἀπό τούς παρθενικούς καί μητρικούς δεσμούς καί ἐγεννήθη ἄρρεν ἀπό τήν προφήτιδα, ὅπως ὑπόσχεται ὁ Ἠσαΐας (Ἠσ. 8, 3). Ἑνός ἔτους δέ ὡσάν ἥλιον δικαιοσύνης ἤ προερχόμενον ἀπ᾽ αὐτόν ἤ περιοριζόμενον ἀπό ἐκεῖνο τό ὁποῖον φαίνεται καί ἐπανερχόμενον εἰς τόν ἑαυτόν του, τό ὁποῖον εὐλογεῖται ὡς στέφανος ἀγαθότητος (Ψαλμ. 64, 12) καί εἶναι ἀπό ὅλας τάς πλευράς ἴσον καί ὅμοιον πρός τόν ἑαυτόν του, ὄχι μόνον δέ διά τόν λόγον αὐτόν, ἀλλά καί ἐπειδή δίδει ζωήν εἰς τόν κύκλον τῶν ἀρετῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναμιγνύονται καί ἀλληλοσυμπληρώνονται συμφώνως πρός τόν νόμον τῆς φιλίας καί τῆς ἁρμονίας. Καθαρόν δέ καί γνήσιον, ἐπειδή θεραπεύει ἀπό τάς κατηγορίας καί ἀπό τά ἐλαττώματα καί τούς μολυσμούς τῆς κακίας. Διότι ἄν καί ἐσήκωσε τάς ἁμαρτίας μας καί ἐβάστασε τάς ἀσθενείας μας (Ἠσ. 53, 4), ὁ Ἴδιος δέν ἔπαθε τίποτε ἀπό ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην θεραπείας. Διότι ἐδοκιμάσθη καθ᾽ ὅλα ὅπως καί ἡμεῖς, ἀλλά παρέμεινεν ἀναμάρτητος (Ἑβρ. 4, 15), ἐπειδή ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατεδίωξε τό φῶς τό ὁποῖον φωτίζει εἰς τό σκότος (Ἰω. 1, 5), δέν κατώρθωσε νά τόν νικήσῃ.
Τί ἀκόμη; Εἰσάγεται μέν ὁ πρῶτος μήνας, ἤ, καλύτερα, ἡ ἀρχή τῶν μηνῶν (Ἐξ. 12, 2), εἴτε ἐπειδή ἦταν τέτοιος ἀπό τήν ἀρχήν διά τούς Ἰουδαίους εἴτε ἐπειδή ἔγινε κατόπιν διά τόν λόγον αὐτόν καί ἔλαβεν ἀπό τό μυστήριον τό νά εἶναι πρῶτος. Ἀκόμη δέ ἡ δεκάτη τοῦ μηνός, ἐπειδή τό δέκα εἶναι ὁ πιό πλήρης ἀπ᾽ ὅλους τούς ἀριθμούς, ἡ πρώτη τελεία μονάς ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπό μονάδας καί ἡ ὁποία δημιουργεῖ τελειότητα. Διατηρεῖται δέ εἰς τήν πέμπτην ἡμέραν, ἴσως ἐπειδή τό θύμα διά τό ὁποῖον ὁμιλῶ καθαρίζει τάς αἰσθήσεις ἀπό τάς ὁποίας προῆλθε τό παράπτωμα καί γύρω ἀπό τάς ὁποίας διεξάγεται ὁ πόλεμος, ἐπειδή αὐταί δέχονται τό κεντρί τῆς ἁμαρτίας. Ἐκλέγεται δέ ὄχι μόνον ἀπό τά ἀρνία (Ἐξ. 12, 5) ἀλλά καί ἀπό τό χειρότερον εἶδος καί ἀπό τήν ἀριστεράν χεῖρα τῶν ἐριφίων (Ματθ. 25, 33), ἐπειδή δέν θυσιάζεται μόνον διά τούς δικαίους ἀλλά καί διά τούς ἁμαρτωλούς. Μάλιστα δέ πρό παντός δι᾽ αὐτούς, καθόσον ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην μεγαλυτέρας φιλανθρωπίας.
Δέν εἶναι δέ παράδοξον ἐάν τό πρόβατον ἀναζητῆται μέν κατ᾽ ἀρχήν εἰς κάθε οἰκίαν καί ἐάν δέν εὑρεθῇ τότε ἀνευρίσκεται κατόπιν ἐράνου, λόγῳ τῆς πτωχείας ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ, ἀπό τούς οἴκους τῶν μεγάλων οἰκογενειῶν, ἐπειδή τό καλύτερον μέν εἶναι νά ἔχῃ τήν ἱκανότητα ὁ καθένας νά τελειωθῇ προσωπικά καί νά προσφέρῃ ζωντανήν καί ἁγίαν θυσίαν εἰς τόν Θεόν ὁ ὁποῖος τόν καλεῖ, καθαγιαζόμενος πάντοτε καί μέ κάθε μέσον. Ἄν δέ αὐτό δέν εἶναι δυνατόν, τότε ἄς χρησιμοποιήσωμεν καί συνεργούς εἰς αὐτό ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι συγγενεῖς μέ ἡμᾶς ὡς πρός τήν ἀρετήν καί ἄνθρωποι τοῦ ἰδίου ἤθους. Διότι αὐτό νομίζω ὅτι θέλει νά δείξη τό παράδειγμα, τό νά ἐρχόμεθα εἰς ἐπαφήν μέ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται πολύ κοντά εἰς τό σφάγιον, ἐάν αὐτό ἤθελε χρειασθῆ.
Ἀπ᾽ ἐδῶ προέρχεται ἡ «ἱερά νύξ», ἡ ἀντίθετος τῆς νυκτός ἡ ὁποία εἶναι διασκορπισμένη εἰς τόν παρόντα βίον, κατά τήν ὁποίαν διαλύεται τό πρωτόγονον σκότος καί τά πάντα ἔρχονται εἰς τό φῶς, τακτοποιοῦνται καί ἀποκτοῦν μορφήν καί ἔτσι ἀποκτᾷ ὡραιότητα ἡ προηγουμένη ἀσχήμια. Ἀπό ἐδῶ ἀπομακρυνόμεθα ἀπό τήν Αἴγυπτον, τήν σκυθρωπήν ἁμαρτίαν ἡ ὁποία μᾶς καταδιώκει, ἀπό τόν Φαραώ τόν ἀόρατον τύραννον καί ἀπό τούς σκληρούς ἐργοδότας, καί μεταφερόμεθα εἰς τόν οὐράνιον κόσμον. Καί ἀπελευθερωνόμεθα ἀπό τόν πηλόν καί τήν κατασκευήν πλίνθων, ἀπό τήν ἀχυρένια καί εὔθραυστον κατασκευήν τοῦ σώματος, ἡ ὁποία εἰς τούς πολλούς δέν ἔχει οὔτε κἄν τήν ἀντοχήν ἀχυρένιων λογισμῶν. Ἀπό ἐδῶ θυσιάζεται ὁ ἀμνός καί σφραγίζονται μέ τό τίμιον αἷμα ἡ πρᾶξις καί ὁ λόγος, δηλαδή ἡ συνήθεια καί ἡ ἐνέργεια, αἱ ὁποῖαι στέκονται εἰς τάς θύρας μας –λέγω δέ θύρας τά κινήματα καί τά δόγματα τοῦ νοῦ, τά ὁποῖα ἀνοίγουν καί κλείονται καλῶς ἀπό τήν θεωρίαν− ἐπειδή κατά κάποιον τρόπον ἡ θεωρία ἀποτελεῖ τό μέτρον τῆς πνευματικῆς ἱκανότητάς μας.
Ἀπό ἐδῶ δίδεται ἡ τελευταία καί πιό βαρεῖα πληγή εἰς τούς διώκτας καί ἡ ὁποία ἀξίζει πραγματικά εἰς τούς διώκτας, καί ἡ Αἴγυπτος θρηνεῖ τά πρωτότοκα τῶν λογισμῶν καί τῶν πράξεών της (τό ὁποῖον ὀνομάζεται καί ἐξυψώνεται ὡς σπέρμα Χαλδαϊκόν ἀπό τήν Γραφήν (Ἰουδίθ 5, 6) καί νήπια τῆς Βαβυλῶνος τά ὁποῖα ρίπτονται μέ δύναμιν ἐπάνω εἰς τήν πέτραν καί διαλύονται (Ψαλμ. 136, 89), καί τά πάντα εἶναι γεμᾶτα ἀπό τήν βοήν καί τήν κραυγήν τῶν Αἰγυπτίων, ἐνῷ ἀπό ἡμᾶς θά ἀπομακρυνθῇ ἐξ αἰτίας τῆς θυσίας τοῦ ἀρνίου ὁ ἐξολοθρευτής ἄγγελος, ἀπό σεβασμόν καί φόβον διά τό χρίσιμον τῆς θύρας.
Ἀπό ἐδῶ προέρχεται καί τό ἑπταήμερον φούσκωμα τῆς ζύμης (Ἐξ. 12, 19) (διότι τό ἑπτά εἶναι ὁ πιό μυστικός ἀπό τούς ἀριθμούς, ὁ ὀποῖος ἀντιστοιχεῖ πρός τόν κόσμον αὐτόν), τῆς παλαιᾶς καί ξυνῆς κακίας (διότι δέν προέρχεται ἀπό ἐκείνην ἡ ὁποία δημιουργεῖ τό ψωμί καί ζωογονεῖ), διά νά μήν διατρεφώμεθα μέ τό Αἰγυπτιακόν προζύμι καί τό λείψανον τῆς φαρισαϊκῆς διδασκαλίας (Ματθ. 16,6).
Καί αὐτοί μέν ἄς θρηνοῦν, ἀπό ἡμᾶς δέ θά φαγωθῇ τό ἀρνί. Θά φαγωθῇ δέ κατά τήν ἑσπέραν (Ἐξ. 12, 18), ἐπειδή τό πάθος τοῦ Χριστοῦ ἔγινε διά τό τέλος τῶν αἰώνων, καί ἐπειδή παρέδωσε τό Μυστήριον εἰς τούς μαθητάς Του κατά τήν ἑσπέραν, διαλύων τήν σκοτοδίνην τῆς ἁμαρτίας. Δέν μαγειρεύεται δέ ἀλλά προσφέρεται ψητόν, διά νά μήν ἔχῃ ὁ λόγος μας τίποτε τό ρευστόν καί εὐκολοδιάλυτον, ἀλλά νά εἶναι καλοστημένος καί σταθερός καί δοκιμασμένος ἀπό τό πῦρ τό ὁποῖον καθαρίζει, καί ἐλεύθερος ἀπό κάθε τι τό γήϊνον καί ἀπέριττος, καί νά βοηθούμεθα ἀπό τά καλά κάρβουνα, τά ὁποῖα ἀνάπτονται ἀπό Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἦλθε νά βάλῃ φωτιάν εἰς τήν γῆν (Λουκᾶ 12, 49), τήν φωτιάν ἐκείνην ἡ ὁποία κατακαίει τάς πονηράς συνηθείας καί ἡ ὁποία ἐπιταχύνει τό ἄναμμα.
Ὅσον μέν λοιπόν μέρος τοῦ λόγου εἶναι σαρκῶδες καί φαγώσιμον, θά φαγωθῇ καί θά καταναλωθῇ (Ἐξ. 12, 8 ἑ.) μαζί μέ τά ἐντόσθια καί τά κρυφά μέρη τοῦ νοῦ καί θά παραδοθῇ εἰς πνευματικήν χώνευσιν μέχρι τό κεφάλι καί μέχρι τά πόδια, μέχρι δηλαδή τάς πρώτας ἐνατενίσεις τῆς θεότητος καί τάς τελευταίας σκέψεις περί τῆς σαρκώσεως. Δέν θά βγάλωμεν δέ τίποτε ἔξω ἀπό τήν οἰκίαν, οὔτε καί θά κρατήσωμεν τίποτε διά τήν ἑπομένην ἡμέραν (Ἐξ. 12, 10), ἐπειδή τά περισσότερα ἀπό τά Μυστήριά μας δέν πρέπει νά παρουσιάζωνται εἰς τούς ἐκτός τῆς πίστεως, ἐπειδή δέν ὑπάρχει κάθαρσις ἡ ὁποία νά ξεπερνᾷ αὐτήν τήν νύκτα καί ἐπειδή δι᾽ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν γίνει κοινωνοί τοῦ Λόγου δέν εἶναι πρᾶγμα ἀξιέπαινον ἡ ἀναβολή. Διότι, ὅπως εἶναι καλόν καί ἀγαπητόν εἰς τόν Θεόν, νά μή διατηρῆται ἡ ὀργή μέχρι νά τελειώσῃ ἡ ἡμέρα, ἀλλά νά ἐξαφανίζεται πρίν ἀπό τήν δύσιν τοῦ ἡλίου (Ἐφ. 4, 26), ὅπως καί νά τό ἐκλάβῃς αὐτό, εἴτε ἀπό χρονικήν εἴτε καί ἀπό πνευματικήν ἄποψιν (διότι δέν εἶναι δι᾽ ἡμᾶς ἀσφαλές τό νά δύῃ ἡ ἥλιος ἐνῷ διατηροῦμεν ἀκόμη τήν ὀργήν μας), ἔτσι δέν πρέπει καί τό φαγητόν αὐτό νά διατηρῆται καθ᾽ ὅλην τήν διάρκειαν τῆς νυκτός, οὔτε νά φυλάσσεται διά τήν ἑπομένην.
Ὅσον δέ μέρος ἔχει κόκκαλα καί δέν ἠμπορεῖ νά φαγωθῇ οὔτε νά γίνῃ ἀπό ἡμᾶς κατανοητόν, δέν πρέπει νά θραυσθῇ (Ἐξ. 12, 46), διαμοιραζόμενον καί κατανοούμενον κατά τρόπον ἐσφαλμένον (διότι θά παραλείψω νά εἴπω ὅτι καί ἀπό τόν Ἰησοῦν, συμφώνως πρός τήν ἱστορίαν, δέν ἐθραύσθη τίποτε (Ἰω. 19, 36), ἄν καί οἱ σταυρωταί ἤθελαν νά ἐπισπεύσουν τόν θάνατόν Του ἐξ αἰτίας τοῦ Σαββάτου), οὔτε νά ἀπορριφθῇ καί νά συρθῇ ἐδῶ καί ἐκεῖ διά νά μήν δοθοῦν τά ἅγια εἰς τούς σκύλους, εἰς τούς κακούς κατασπαρακτάς τοῦ Λόγου, ὅπως δέν πρέπει ἐπίσης νά δοθῇ εἰς τούς χοίρους ἡ λαμπρότης καί τό μαργαριτάρι τοῦ Λόγου (Ματθ. 7, 6), ἀλλά θά πρέπει νά καταναλωθῇ ἀπό τήν φωτιάν ἡ ὁποία κατακαίει καί τά ὁλοκαυτώματα, νά ἐκλεπτυνθῇ καί νά διατηρηθῇ ἀπό τό Πνεῦμα τό ὁποῖον ἐρευνᾷ καί γνωρίζει τά πάντα, καί νά μήν χαθῇ μέσα εἰς τά ὕδατα, οὔτε νά διασπαρῇ, ὅπως συνέβη μέ τήν κεφαλήν τοῦ μόσχου τήν ὁποίαν ἐσχεδίασεν ὁ Μωϋσῆς διά τόν Ἰσραηλιτικόν λαόν διά νά κατακρίνῃ τήν σκληρότητά του (Ἐξ. 32, 19 ἑ.).
Ἀξίζει δέ νά μήν παραβλέψωμεν οὔτε τόν τρόπον κατά τόν ὁποῖον ἐτρώγετο τό ἀρνί, ἐπειδή αὐτό δέν τό ἔκαμεν οὔτε ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἀρέσκεται νά κρύβῃ τήν θεωρίαν (τό πνεῦμα) μέ τό γράμμα του. Διότι θά καταναλώσωμεν τό σφάγιον μέ ζῆλον καί θά φάγωμεν ἄζυμα μαζί μέ πικρά χόρτα καί θά σφίξωμεν μέ ζώνην τήν μέσην μας καί θά δέσωμεν τά ὑποδήματά μας καί θά κρατήσωμεν μπαστούνι (Ἐξ. 12, 8 ἑ) ὅπως οἱ γέροντες. Θά τά κάμωμεν δέ αὐτά μέ ζῆλον διά νά μήν πάθωμεν ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἔπαθεν ὁ Λώτ, ὁ ὁποῖος εἶχε δεχθῆ τήν ἀπαγορευτικήν ἐντολήν. Ἄς μήν κυττάξωμεν γύρω καί ἄς μήν σταματήσωμεν εἰς ὅλα τά περίχωρα.
Ἄς φθάσωμεν εἰς τό ὄρος, διά νά μήν καταστραφῶμεν ἀπό τό παράδοξον πῦρ τό ὁποῖον κατέφαγε τά Σόδομα καί διά νά μήν γίνωμεν στήλη ἅλατος (Γεν. 19, 12 ἑ.) ἀπό τήν ἐπιστροφήν εἰς τά χειρότερα πράγματα, πρᾶγμα τό ὁποῖον προκαλεῖ ἡ ἀργοπορία. Ἄς τό φάγωμεν δέ μέ πικρά χόρτα (Ἐξ. 12, 8), ἐπειδή ἡ σύμφωνος μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ζωή εἶναι δύσκολη καί ἀνηφορική, πρό παντός δι᾽ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἀκόμη εἰς τήν ἀρχήν, καί ἀπέχει πάρα πολύ ἀπό τήν ἡδονήν. Διότι, ἄν καί εἶναι καλός ὁ νέος ζυγός καί τό φορτίον ἐλαφρόν (Ματθ. 11, 30), ὅπως ἀκούεις, τοῦτο συμβαίνει λόγῳ τῆς ἐλπίδος καί τῆς ἀνταμοιβῆς, ἡ ὁποία εἶναι πολύ πιό πλουσιοπάροχη ἀπό τήν κακοπάθησιν εἰς τήν γῆν, ἐπειδή, ἀλλοιῶς, ποῖος δέν θά ἔλεγε ὅτι τό Εὐαγγέλιον εἶναι πολύ πιό κοπιαστικόν καί δύσκολον; Διότι, ἐνῷ ὁ νόμος ἀπαγορεύει τήν διάπραξιν τῶν ἁμαρτημάτων, ἐμεῖς κατηγορούμεθα καί διά τά αἴτια τῶν ἁμαρτημάτων, ὡσάν νά τά εἴχαμεν σχεδόν διαπράξει.
Ὁ νόμος λέγει: «Μή μοιχεύσῃς» (Ἐξ. 20, 13), ἐνῷ σύ παίρνεις τήν ἐντολήν νά μήν ἀποκτήσῃς οὔτε ἐπιθυμίαν (Ματθ. 5, 28), διά νά μήν δώσῃς εὐκαιρίαν μέ τό περίεργον καί πονηρόν βλέμμα νά ἀνάψῃ τό πάθος. Ἐκεῖνος λέγει: «μή φονεύσεις» (Ἐξ. 20, 15), ἐνῷ σύ παίρνεις τήν ἐντολήν ὄχι μόνον νά μήν ἀνταποδώσῃς τό κτύπημα, ἀλλά καί νά ἀφήσῃς τόν ἑαυτόν σου εἰς τήν διάθεσιν ἐκείνου ὁ ὁποῖος σέ ἐκτύπησε (Ματθ. 5, 39). Πόσον πιό φιλοσοφημένα εἶναι αὐτά ἀπό ἐκεῖνα! Ὁ νόμος λέγει: «μή παραβῇς τόν ὅρκον σου» (Ἐξ. 20, 7), ἐνῷ σύ παίρνεις τήν ἐντολήν νά μήν ὁρκισθῇς καθόλου (Ματθ. 5, 34), οὔτε μικρόν οὔτε μεγαλύτερον ὅρκον, ἐπειδή ὁ ὅρκος γεννᾷ τήν ἐπιορκίαν. Ἐκεῖνος λέγει νά μήν προσαρτίσῃς ἄλλην οἰκίαν εἰς τήν οἰκίαν σου καί ἄλλον ἀγρόν εἰς τόν ἀγρόν σου (Ἠσ. 5, 8) καταπιέζων τόν πτωχόν, ἐνῷ σύ παίρνεις τήν ἐντολήν νά ἀποχωρισθῇς μέ προθυμίαν καί ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἀπέκτησες δικαίως καί νά γυμνωθῇς πρός χάριν τῶν πτωχῶν, διά νά σηκώνῃς μέ εὐκολίαν τόν σταυρόν καί νά γίνῃς πλούσιος ἀπό ἀγαθά τά ὁποῖα δέν φαίνονται (Ματθ. 19, 21).
Ἡ μέση δέ εἰς τά ἄλογα μέν ἄς μένῃ χαλαρή καί χωρίς περίδεσιν (πρβλ. Ἐξ. 12, 11), ἐπειδή δέν διαθέτουν τήν λογικήν ἡ ὁποία χαλιναγωγεῖ τάς ἡδονάς (δέν θά ἰσχυρισθῶ ὅτι καί ἐκεῖνα γνωρίζουν περιορισμόν τῆς φυσικῆς των ὁρμῆς), ἐνῷ σύ πρέπει νά χαλιναγωγῇς μέ ζώνην καί μέ τήν σύνεσιν τάς ἐπιθυμίας καί τήν διάθεσιν διά χρεμέτισμα (Ἰερεμ. 5,8) (ὅπως λέγει ἡ Γραφή, ἡ ὁποία διασύρει μέ τόν τρόπον αὐτόν τήν αἰσχρότητα τοῦ πάθους), διά νά τρώγῃς καθαρός τό Πάσχα, ἀφοῦ νεκρώσῃς τά γήϊνα μέλη σου (Κολ. 3,5) καί ἀφοῦ μιμηθῇς τήν ζώνην τοῦ Ἰωάννου (Ματθ. 3, 4) τοῦ ἐρημίτου, τοῦ Προδρόμου καί μεγάλου Κήρυκος τῆς ἀληθείας. Γνωρίζω καί ἄλλην ζώνην – ἐννοῶ τήν στρατιωτικήν καί ἀνδρικήν – ἀπό τήν ὁποίαν ὀνομάζονται ὡρισμένοι Σύροι εὔζωνοι ἤ μονόζωνοι (Δ’ Βασ. 5, 2), καί λόγῳ τῆς ὁποίας ὁ Θεός ἀπευθυνόμενος πρός τόν Ἰώβ λέγει: «δέσε μέ ζώνην ὡς ἄνδρας τήν μέσην σου καί δός μου ἀπάντησιν ἀνδρικήν» (Ἰώβ 38, 3).
Αὐτήν ὑπερηφανεύεται καί ὁ θεῖος Δαυίδ ὅτι ἔχει περιζωσθῇ ὡς δύναμιν ἐκ Θεοῦ (Ψαλμ. 17, 33) καί παρουσιάζει τόν Θεόν ὡς ἐνδεδυμένον καί περιζωσμένον μέ δύναμιν (Ψαλμ. 92, 1), ὡπλισμένον δηλαδή κατά τῶν ἀσεβῶν, ἐκτός ἄν προτιμᾷ κάποιος τήν δύναμιν, ἡ ὁποία τόν κυκλώνει καί σχηματίζει τρόπον τινά ζώνην, νά τήν παρομοιάζῃ μέ ἱμάτιον, ἐπειδή ὁ Θεός ἐνδύεται τό φῶς (Ψαλμ. 103, 2). Διότι ποῖος θά ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ δύναμις καί τό φῶς Του εἶναι ἄσχετα μεταξύ των; Ἀναζητῶ κάτι κοινόν μεταξύ τῆς μέσης τοῦ σώματος καί τῆς ἀληθείας; Πῶς πρέπει νά ἐννοήσωμεν ἐκεῖνο τό ὁποῖον λέγει ὁ ἅγιος Παῦλος: «σταθῆτε λοιπόν μέ θάρρος ἀφοῦ ζωσθῆτε εἰς τήν μέσην σας τήν ζώνην τῆς ἀληθείας» (Ἐφ. 6, 14); Μήπως τυχόν ἐπειδή τό πνευματικόν στοιχεῖον περισφίγγει τό ἐπιθυμητικόν καί δέν τό ἀφήνει νά παρασυρθῇ εἰς ἄλλα πράγματα; Διότι δέν θέλει, ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἀγαπᾷ κάτι, νά ἔχῃ τήν ἰδίαν δύναμιν καί πρός τάς ἄλλας ἡδονάς.
Τά ὑποδήματά του δέ, ἐκεῖνος μέν ὁ ὁποῖος πρόκειται νά ἐγγίσῃ τήν ἁγίαν καί θεοβάδιστον γῆν, ἄς τά λύῃ, ὅπως ἔκαμε καί ὁ Μωϋσῆς ἐκεῖνος ἐπάνω εἰς τό ὄρος (Ἐξ. 3, 5), διά νά μήν φέρῃ ἐπάνω του τίποτε τό νεκρόν, οὔτε τίποτε τό ὁποῖον νά παρεμβάλλεται μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Ὅπως ἐπίσης καί ἄν ἀποστέλλεται κάποιος μαθητής διά νά κηρύξῃ τό Εὐαγγέλιον, στέλλεται κατά τρόπον ἀσκητικόν καί ἁπλόν (Λουκ. 10, 3 ἑ. ). Ὀφείλει, ἐκτός ἀπό τό νά μήν ἔχῃ ἐπάνω του νομίσματα, οὔτε ράβδον καί ἐκτός ἀπό τό νά διαθέτῃ μόνον ἕνα χιτῶνα, νά κυκλοφορῇ ἀνυπόδητος, διά νά φανοῦν πόσον ὡραῖοι εἶναι οἱ πόδες ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κηρύττουν τήν εἰρήνην (Ἠσ. 52, 7), καί κάθε ἄλλο ἀγαθόν. Ἐκεῖνος δέ ὁ ὁποῖος ἀπομακρύνεται ἀπό τήν Αἴγυπτον καί ἀπό τά σχετικά μέ τήν Αἴγυπτον, ἄς φορέσῃ ὑποδήματα (Ἐξ. 12, 11), διά νά εἶναι ἀσφαλής ἀπό τά ἄλλα πράγματα καί ἐπιπροσθέτως ἀπό τούς σκορπιούς καί τά φίδια, ἀπό τά ὁποῖα ἔχει ἀφθονίαν ἡ Αἴγυπτος, διά νά μήν βλάπτεται ἀπό ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κεντοῦν τήν πτέρναν καί τούς ὁποίους ἔχομεν ἐντολήν νά συντρίβωμεν μέ τά πόδια μας (Λουκᾶ 10, 19). Διά τό μπαστούνι (Ἐξ. 12, 11) δέ καί διά τόν σχετικόν μέ αὐτό συμβολισμόν ἡ ἄποψίς μου εἶναι ἡ ἀκόλουθος: Ἀπό τήν μίαν πλευράν τό θεωρῶ σάν ὑποστήριγμα καί ἀπό τήν ἄλλην ὡς καθοδηγητικόν καί διδασκαλικόν, τό ὁποῖον ἐπαναφέρει εἰς τήν ὀρθήν πίστιν τά λογικά πρόβατα. Ἀλλά διά σέ τώρα παραγγέλλει ὁ νόμος ἐκεῖνο τό ὁποῖον χρησιμοποιεῖται σάν ὑποστήριγμα, διά νά μήν γονατίσῃ κάπου ὁ λογισμός σου ἀκούων δι᾽ αἷμα καί πάθος καί θάνατον Θεοῦ, καί διά νά μήν περιπέσῃς τυχόν εἰς ἀθεΐαν ἀπό τήν πρόθεσιν σου νά ὑπερασπισθῇς τάχα τόν Θεόν.
Ἀλλά χωρίς ἐντροπήν καί χωρίς ἐνδοιασμούς φάγε τό Σῶμα καί πίε τό Αἷμα, ἐάν ἐπιθυμῇς νά ζήσῃς, χωρίς νά ἀπιστῇς εἰς τούς λόγους τούς σχετικούς μέ τήν σάρκα, καί χωρίς νά σέ ἐνοχλοῦν οἱ λόγοι οἱ σχετικοί μέ τό πάθος. Νά στέκεσαι γερά στηριγμένος, σταθερός καί ἀκλόνητος, χωρίς νά ἠμπορῇ νά σέ μετακινήσῃ κανείς ἀπό τούς ἀντιπάλους, καί χωρίς νά παρασύρεσαι ἀπό λόγους οἱ ὁποῖοι φαίνονται πειστικοί. Σταμάτησε εἰς τό ὕψος σου, στῆσε τά πόδια σου εἰς τάς αὐλάς τῆς Ἰερουσαλήμ (Ψαλμ. 121, 2) καί στηρίξου εἰς τήν πέτραν, διά νά μήν ἠμπορῇ νά κλονισθῇ ἡ πορεία σου πρός τόν Θεόν.
Τί λέγεις; Ἔτσι τυχαίως ἐθεωρήθη καλόν νά ἐξέλθῃς ἀπό τήν Αἴγυπτον, ἀπό τό σιδερένιο αὐτό καμίνι (Δευτ. 4, 20), νά ἐγκαταλείψῃς τήν πολυθεΐαν ἡ ὁποία ἐπικρατοῦσε ἐκεῖ, νά ὁδηγηθῇς ἀπό τόν Μωϋσῆ καί ἀπό τήν νομοθεσίαν καί τήν στρατηγικήν του καθοδήγησιν; Θά σοῦ παρουσιάσω μίαν ἑρμηνείαν ὄχι ἰδικήν μου, ἤ καλύτερα, πολύ ἰδικήν μου, ἄν ἐξετάσῃς τό θέμα πνευματικῶς. Δανείσου ἀπό τούς Αἰγυπτίους σκεύη χρυσᾶ καί ἀσημένια (Ἐξ. 11, 2), καί πάρε τα μαζί σου εἰς τήν πορείαν. Πάρε ὡς ἐφόδια τά ξένα πράγματα, ἤ καλύτερα, τά ἰδικά σου, ἐπειδή σοῦ ὀφείλεται μισθός διά τήν ἐργασίαν καί τήν κατασκευήν τῶν πλίνθων. Χρησιμοποίησε τέχνασμα διά νά ἱκανοποιήσῃς τήν ἀπαίτησίν σου καί ἀφαίρεσέ τα, ὅπως εἶναι δίκαιον. Ἔστω, ἔχεις ταλαιπωρηθῆ ἐδῶ, ἀγωνιζόμενος μέ τόν πηλόν, τό πονηρόν αὐτό καί ἀκάθαρτον σῶμα, καί οἰκοδομῶν πόλεις ξένας καί ἐπισφαλεῖς, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάμνησις θά ἐξαφανισθῇ μέ κρότον. Τί λοιπόν; Φεύγεις ἀφοῦ ἐδούλεψες δωρεάν καί χωρίς νά πάρῃς μισθόν;
Τί λοιπόν; θά ἀφήσῃς εἰς τούς Αἰγυπτίους καί εἰς τάς ἀντιπάλους δυνάμεις ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἀπέκτησαν ἄδικα καί τά ὁποῖα θά καταναλώσουν κατά τρόπον ἀκόμη χειρότερον; Δέν εἶναι ἰδικά των. Τά ἔκλεψαν καί τά ἅρπαξαν ἀπό ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶπεν: «ἰδικόν μου εἶναι τό ἀσῆμι καί ἰδικόν μου εἶναι τό χρυσάφι» (Ἀγγ. 2, 8) καί θά τό δώσω εἰς ὅποιον θέλω (Δαν. 4, 17). Χθές ἀνῆκεν εἰς ἐκείνους, ἐπειδή αὐτός τό εἶχεν ἐπιτρέψει. Σήμερα τό φέρει ὁ Κύριος καί τό δίνει εἰς σέ, ὁ ὁποῖος θά τό χρησιμοποιήσῃς σωστά διά νά σωθῇς. Ἄς ἀποκτήσωμεν φίλους ἀπό τά ἄδικα πλούτη μας, διά νά μᾶς ἀνταποδώσουν τάς εὐεργεσίας μας ὅταν ἀποθάνωμεν, κατά τήν μέλλουσαν κρίσιν (Λουκ. 16, 9).
Ἐάν μέν εἶσαι κάποιος ὅμοιος μέ τήν Ραχήλ ἤ τήν Λείαν, ψυχή δηλαδή ὁμοία μέ ἐκείνας τῶν προπατόρων τῆς Παλ. Διαθήκης καί μεγάλη, κλέψε καί τά εἴδωλα τά ὁποῖα θά εὕρῃς ἀπό τόν πατέρα σου, ὄχι διά νά τά διαφυλάξῃς, ἀλλά διά νά τά καταστρέψῃς (Γεν. 31, 19). Ἐάν δέ εἶσαι σοφός Ἰσραηλίτης, μετάφερέ τα εἰς τήν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, διά νά στενοχωρηθῇ δι᾽ αὐτά ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος σέ καταδιώκει καί νά σκεφθῇ καί νά κατανοήσῃ ὅτι ἄδικα κατεδυνάστευε καί μετεχειρίζετο ὡς δούλους ἀνθρώπους καλυτέρους ἀπ᾽ αὐτόν. Ἄν πράξῃς κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπον καί φύγῃς ἔτσι ἀπό τήν Αἴγυπτον, γνωρίζω καλά ὅτι θά σέ ὁδηγήσῃ στήλη ἀπό φωτιάν καί ἀπό σύννεφον κατά τήν νύκτα καί κατά τήν ἡμέραν (Ἐξ. 13, 21 ἑ.), ἡ ἔρημος θά ἡμερώσῃ, ἡ θάλασσα θά χωρισθῇ πρός χάριν σου, ὁ Φαραώ θά πνιγῇ μέσα εἰς αὐτήν, ὁ ἄρτος θά πέσῃ ὡς βροχή ἀπό τόν οὐρανόν, ὁ βράχος θά ἀναβλύσῃ νερό, οἱ Ἀμαληκῖται θά κατανικηθοῦν (ὄχι μέ ὅπλα μόνον ἀλλά καί μέ τάς ἐχθρικάς διά τούς ἀντιπάλους χεῖρας τῶν δικαίων, αἱ ὁποῖαι συμβολίζουν ταυτοχρόνως δέησιν καί τό ἀνίκητον τρόπαιον τοῦ Σταυροῦ), ὁ ποταμός θά ἀνακόψῃ τόν ροῦν του (Ἰησ. Ναυῆ 3, 15), ὁ ἥλιος θά σταματήσῃ, ἡ σελήνη θά ἀναχαιτισθῇ (Ἰησ. Ναυῆ 10, 12), τά τείχη θά κατακρημνισθοῦν χωρίς τήν χρῆσιν κανενός πολεμικοῦ μηχανήματος, πλήθη (ἀγγέλων) θά τρέξουν μπροστά διά νά ἀνοίξουν δρόμον εἰς τούς Ἰσραηλίτας καί νά ἐμποδίσουν τούς ἀλλοφύλους, καί θά σοῦ δοθοῦν καί ὅλα τά ἄλλα, τά ὁποῖα ἀναφέρει ἡ Γραφή ὅτι συνέβησαν μαζί καί μετά ἀπ᾽ αὐτά, διά νά μήν μακρύνω ἀκόμη περισσότερον τόν λόγον. Τέτοιαν ἑορτήν ἑορτάζεις σήμερα.
Μέ τέτοια πράγματα σέ φιλοδωρεῖ ἡ γέννησις Ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη πρός χάριν σου καί ὁ ἐπιτάφιος Ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἔπαθεν. Τέτοιο εἶναι διά σέ τό μυστήριον τοῦ Πάσχα. Αὐτά ἐσκιαγράφησεν ὁ νόμος καί τά ὡλοκλήρωσεν ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος κατέλυσε τό γράμμα καί ὡλοκλήρωσε τό πνεῦμα, καί ὁ Ὁποῖος, ἐνῷ μέ ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔπαθεν ἐδίδαξε τό πάθος, μέ ἐκεῖνα μέ τά ὁποῖα ἐδοξάσθη μᾶς χαρίζει τήν δυνατότητα νά δοξασθῶμεν μαζί Του.
Ἠμποροῦμεν λοιπόν νά ἐξετάσωμεν τό πρᾶγμα καί τό δόγμα, τό ὁποῖον ἀπό τούς περισσοτέρους μέν παραβλέπεται, ἀλλά ἀπό ἐμέ ἐξετάζεται ἐκτενέστατα. Διότι, εἰς ποῖον ἐδόθη τό αἷμα τό ὁποῖον ἐχύθη πρός χάριν μας καί διά ποῖον πρᾶγμα ἐχύθη τό μεγάλο καί περιβόητον Αἷμα τοῦ Θεοῦ καί ἀρχιερέως καί θύματος ταυτοχρόνως; Διότι εὑρισκόμεθα μέν ὑπό τήν ἐξουσίαν τοῦ πονηροῦ εἰς τόν ὁποῖον εἴχαμεν πωληθῆ ἀπό τήν ἁμαρτίαν μέ ἀντίτιμον τήν ἀπόλαυσιν τῆς κακίας. Ἐάν δέ τό λύτρον δέν ἀνήκει εἰς κανένα ἄλλον παρά εἰς τόν κάτοχον τοῦ δούλου, ἐρωτῶ νά μάθω εἰς ποῖον προσεφέρθη τοῦτο καί διά ποῖον λόγον. Ἐάν μέν προσεφέρθη εἰς τόν πονηρόν, μακρυά ἀπό ἐμέ τέτοια βλασφημία! (ἐάν ὄχι μόνον ἀπό τόν Θεόν, ἀλλά καί τόν ἴδιον τόν Θεόν παίρνῃ ὡς λύτρον ὁ ληστής, καί παίρνῃ τόσον ὑψηλόν μισθόν διά τήν δουλείαν τῶν ἀνθρώπων τό θέλημά του, γεγονός διά τό ὁποῖον θά ἦτο δίκαιον νά λυπηθῇ καί νά ἀφήσῃ ἐλευθέρους καί ἡμᾶς). Ἐάν δέ εἰς τόν Πατέρα, κατ᾽ ἀρχήν πῶς ἔγινεν αὐτό; Διότι δέν ἐκρατούμεθα αἰχμάλωτοι ἀπό ἐκεῖνον.
Κατά δεύτερον δέ λόγον, διατί τάχα θά εὐχαριστοῦσε τό Αἷμα τοῦ Μονογενοῦς τόν Πατέρα, ὁ Ὁποῖος δέν ἐδέχθη οὔτε τόν Ἰσαάκ, ὅταν τοῦ εἶχε προσφερθῆ ὡς θυσία ἀπό τόν Πατέρα του, ἀλλά ἄλλαξε τήν θυσίαν καί ἐτοποθέτησε κριάρι εἰς τήν θέσιν τοῦ λογικοῦ θύματος (Γεν. 22, 13); Εἶναι ἑπομένως φανερόν ὅτι τό λαμβάνει μέν ὁ Πατήρ, ἀλλά διά νά ἐκπληρωθῇ τό σχέδιον τῆς σωτηρίας καί ἐπειδή ἔπρεπε νά ἁγιασθῇ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ἀνθρωπίνην φύσιν τοῦ Θεοῦ, διά νά μᾶς ἐλευθερώσῃ ὁ Ἴδιος, ἀφοῦ κατενίκησε μέ τήν βίαν τόν τύραννον, καί διά νά μᾶς ἐπαναφέρῃ κοντά Του μέ τήν μεσιτείαν τοῦ Υἱοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔδωσε τό Αἷμα Του διά νά μᾶς σώσῃ πρός τιμήν τοῦ Πατρός, εἰς τόν Ὁποῖον φαίνεται ὅτι παραχωρεῖ τά πάντα.
Αὐτά μέν λοιπόν τά σχετικά μέ τόν Χριστόν καθώς καί ὅλα τά ἄλλα ἄς τά τιμῶμεν μέ σιωπήν. Ὁ δέ χάλκινος ὄφις κρεμᾶται μέν ἐναντίον τῶν ὄφεων οἱ ὁποῖοι δαγκώνουν, ἀλλά σάν ἀντίθετος εἰκών καί ὄχι σάν εἰκών Ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἔπαθε πρός χάριν μας, διότι ὁ ὄφις σώζει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τόν βλέπουν, ὄχι ἐπειδή τυχόν πιστεύουν ὅτι εἶναι ζωντανός, ἀλλά ἐπειδή εἶναι νεκρός καί νεκρώνει μαζί του τάς δυνάμεις αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ὑπό τήν ἐξουσίαν του, ἀφοῦ ἔχει καταργηθῆ καί ὁ ἴδιος, ὅπως τοῦ ἄξιζε (πρβλ. Ἀριθμ. 21, 8-9). Ποῖον λοιπόν ἐπιτάφιον λόγον ἁρμόζει νά τοῦ ἀπαγγείλωμεν; «Ποῦ εἶναι, θάνατε, τό κεντρί σου; Ποῦ εἶναι, ἅδη, ἡ νίκη σου;» (Ὀσ. 13, 14, Κορ. 15, 55). Ἔχεις πληγωθῆ ἀπό τόν Σταυρόν καί ἔχεις θανατωθῆ ἀπό Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δίδει ζωήν. Εἶσαι χωρίς πνοήν, νεκρός, ἀκίνητος, χωρίς ἐνέργειαν, ἔστω καί ἄν διατηρῇς τήν μορφήν τοῦ ὄφεως, καθώς ἔχεις τοποθετηθῆ ὑψηλά διά νά στιγματισθῇς.
Θά γίνωμεν δέ μέτοχοι τοῦ Πάσχα, τώρα μέν τυπικά ἀκόμη καί, ἄν αὐτό εἶναι τό παλαιόν, ἀκόμη πιό ἀνεπίσημα (διότι τό Πάσχα τοῦ νόμου, τολμῶ νά τό εἴπω, ἦτο ἀκόμη πιό ἀμυδρός τύπος τοῦ τύπου), ὕστερα δέ ἀπό λίγο πολύ τελειότερα καί καθαρώτερα, ὅταν θά τό πίνῃ μαζί μας νέον ὁ Λόγος εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Πατρός (Ματθ. 26, 29) καί θά μᾶς ἀποκαλύπτῃ καί θά μᾶς διδάσκῃ ἐκεῖνα τά ὁποῖα μᾶς ἔχει δείξει τώρα ὄχι τόσον καθαρά. Διότι εἶναι πάντοτε νέον ἐκεῖνο τό ὁποῖον γνωρίζομεν τώρα. Ποία δέ εἶναι ἡ πόσις καί ἡ ἀπόλαυσις, ἐμεῖς μέν πρέπει νά τό μάθωμεν, Ἐκεῖνος δέ νά τό διδάξῃ καί νά ἀνακοινώσῃ εἰς τούς μαθητάς Του τόν λόγον. Διότι ἡ διδασκαλία εἶναι τροφή καί δι᾽ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τρέφει.
Ἀλλά ἐμπρός ἄς γίνωμεν καί ἡμεῖς μέτοχοι τοῦ νόμου, κατά τρόπον ὅμως πνευματικόν καί ὄχι κατά γράμμα, κατά τρόπον τέλειον καί ὄχι ἀτελῆ, αἰωνίως καί ὄχι προσωρινῶς. Ἄς κάμωμεν πρωτεύουσάν μας ὄχι τήν κάτω Ἰερουσαλήμ, ἀλλά τήν οὐράνιον μητρόπολιν.Ὄχι ἐκείνην ἡ ὁποία καταπατεῖται τώρα ἀπό στρατεύματα, ἀλλά ἐκείνη ἡ ὁποία δοξάζεται ἀπό τούς Ἀγγέλους. Ἄς θυσιάσωμεν ὄχι νοερά μοσχάρια, οὔτε ἀρνία «τά ὁποῖα ἔχουν κέρατα καί νύχια» (Ψαλμ. 68, 32), τό μεγαλύτερον μέρος τῶν ὁποίων εἶναι νεκρόν καί δέν αἰσθάνεται τίποτε, ἀλλά «ἄς προσφέρωμεν εἰς τόν Θεόν εὐχαριστήριον θυσίαν» (Ψαλμ. 49, 14) εἰς τό οὐράνιον θυσιαστήριον μαζί μέ τούς χορούς τῶν ἀγγέλων.
Ἄς διασχίσωμεν τό πρῶτον χώρισμα (τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου), ἄς προχωρήσωμεν εἰς τό δεύτερον καί ἄς πλησιάσωμεν μέ σεβασμόν εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων. Θά εἴπω τό μεγαλύτερον, ἄς προσφέρωμεν τούς ἑαυτούς μας θυσίαν εἰς τόν Θεόν, ἤ καλύτερα, ἄς Τοῦ προσφέρωμεν θυσίαν κάθε ἡμέραν καί μέ κάθε κίνησίν μας. Ἄς δεχώμεθα τά πάντα χάριν τοῦ Λόγου, ἄς μιμούμεθα μέ τά πάθη μας τό πάθος Του, ἄς τιμῶμεν τό αἷμά Του μέ τό αἷμά μας καί ἄς ἀνερχώμεθα μέ προθυμίαν εἰς τόν σταυρόν. Τά καρφιά εἶναι γλυκά, ἔστω καί ἄν προκαλοῦν φοβερούς πόνους. Διότι τό νά ὑποφέρῃ κανείς μαζί μέ τόν Χριστόν καί χάριν τοῦ Χριστοῦ εἶναι προτιμώτερον ἀπό τό νά ζῇ ζωήν ἀπολαύσεων κοντά σέ ἄλλους.
Ἄν εἶσαι Σίμων Κυρηναῖος (Λουκ. 23, 26), σήκωσε τόν Σταυρόν καί ἀκολούθησέ Τον. Ἄν σταυρωθῇς μαζί Του ὡς ληστής (Λουκ. 23, 40 ἑ.), δεῖξε καλήν προαίρεσιν καί γνώρισε τόν Θεόν. Ἐάν Ἐκεῖνος ἐτοποθετήθη μεταξύ τῶν παρανόμων ἐξ αἰτίας σου καί ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας σου, σύ νά γίνῃς πρός χάριν Του πιστός εἰς τόν νόμον Του.
Προσκύνησε Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ὑψώθη πρός χάριν σου εἰς τόν Σταυρόν, ἀκόμη καί ἄν ἔχῃς ὑψωθῆ καί σύ. Κέρδισε κάτι καί ἀπό τήν κακίαν. Ἐξαγόρασε μέ τόν θάνατον τήν σωτηρίαν. Εἴσελθε εἰς τόν Παράδεισον μαζί μέ τόν Ἰησοῦν, διά νά μάθῃς ἀπό ποῖα ἀγαθά ἔχεις ἀπομακρυνθῆ. Παρατήρησε τά κάλλη τά ὁποῖα ὑπάρχουν ἐκεῖ. Τόν ληστήν ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεται καί ὑβρίζει, ἄφησέ τον νά ἀποθάνῃ ἔξω μαζί μέ τήν βλασφημίαν του. Καί ἄν εἶσαι ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας (Λουκ. 23, 50), ζήτησε τό Σῶμα ἀπό ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τόν σταυρώνει. Ἄς γίνῃ ἰδικόν σου τό Σῶμα ἐκεῖνο τό ὁποῖον καθαρίζει τόν κόσμον. Καί ἄν εἶσαι ὁ Νικόδημος, ὁ θεοσεβής ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος Τόν ἐπεσκέφθη τήν νύκτα (Ἰω. 19, 39), ἐνταφίασέ Τον μέ μύρα. Καί ἄν εἶσαι κάποια Μαρία, ἤ ἡ ἄλλη Μαρία, ἤ ἡ Σαλώμη, ἤ ἡ Ἰωάννα, πήγαινε πρωί-πρωί νά Τόν θρηνήσῃς (Μάρκ. 16,1). Δές πρώτη κυλισμένον τόν λίθον, ἐνδεχομένως καί τούς ἀγγέλους καί τόν ἴδιον τόν Ἰησοῦν. Πές Του κάτι καί ἄκουσε τήν φωνήν Του. Ἄν ἀκούσῃς «μή μέ ἐγγίζῃς» (Ἰω. 20, 17), σταμάτησε μακρυά, δεῖξε σεβασμόν πρός τόν Λόγον, ἀλλά μή λυπηθῇς. Διότι γνωρίζει εἰς ποίους θά ἐμφανισθῇ πρῶτα.
Βοήθησε τήν Εὔαν, ἡ ὁποία ἔπεσε πρώτη, νά χαιρετήσῃ καί πρώτη τόν Χριστόν καί νά τό ἀνακοινώσῃ εἰς τούς μαθητάς (Ἰω. 20, 14 καί 18). Γίνε Πέτρος ἤ Ἰωάννης καί σπεῦσε εἰς τόν τάφον, τρέχων μαζί ἤ προπορευόμενος (Ἰω. 20, 4) καί συναγωνιζόμενος εἰς τόν καλόν συναγωνισμόν. Καί ἄν σέ προλάβῃ εἰς τήν ταχύτητα, νίκησέ τον μέ τήν συστηματικότητά σου καί μήν ἀρκεσθῇς μόνον νά πλησιάσῃς τό μνημεῖον, ἀλλά νά εἰσέλθῃς καί μέσα (Ἰω. 20, 5-6). Καί ἄν λείψῃς, ὅπως ὁ Θωμᾶς, ἀπό τήν συγκέντρωσιν τῶν μαθητῶν εἰς τούς ὁποίους ἐμφανίζεται ὁ Ἰησοῦς, ὅταν Τόν ἴδῃς, ἄς μήν ἀπιστήσῃς (Ἰω. 20, 24 ἑ.). Καί ἄν ἀπιστήσῃς, πίστευσε εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι σοῦ τό λέγουν. Ἐάν δέ δέν τούς πιστεύσῃς οὔτε αὐτούς, ἄς πεισθῇς ἀπό τά σημάδια τῶν καρφιῶν. Ἄν κατεβαίνῃ εἰς τόν Ἅδην, κατέβα μαζί Του. Γνώρισε καί τά ἐκεῖ μυστήρια τοῦ Χριστοῦ, ποῖον εἶναι τό σωτηριῶδες σχέδιον τῆς διπλῆς καταβάσεως καί ποῖος ὁ λόγος της: Σώζει μέ τήν ἐμφάνισίν Του ἐκεῖ τούς πάντας, ἤ καί ἐκεῖ σώζει μόνον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι Τόν πιστεύουν;
Καί ἄν ἀνεβαίνῃ εἰς τούς οὐρανούς, ἀνέβα μαζί Του. Ἐντάξου εἰς τούς ἀγγέλους οἱ ὁποῖοι Τόν προπέμπουν ἤ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι Τόν ὑποδέχονται. Πρόσταξε νά σηκωθοῦν αἱ πύλαι καί νά γίνουν ὑψηλότεραι (Ψαλμ. 23, 7), διά νά ὑποδεχθοῦν πιό μεγαλόπρεπα Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐπιστρέφει ἀπό τό πάθος. Ἀπάντησε εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀποροῦν διά τό σῶμα καί τά σύμβολα τοῦ Πάθους, μέ τά ὁποῖα ἀνέρχεται, ἐνῷ δέν τά εἶχε μαζί Του ὅταν εἶχε κατέβει, καί οἱ ὁποῖοι διά τόν λόγον αὐτόν ἐρωτοῦν νά μάθουν «ποῖος εἶναι αὐτός ὁ βασιλεύς τῆς δόξης;», ὅτι εἶναι «Κύριος κραταιός καί δυνατός» (Ψαλμ. 23, 7-8) μέ ὅλα ὅσα ἀνέκαθεν ἔχει κάνει καί μέ ὅσα κάνει καί μέ τόν τωρινόν πόλεμον καί τήν περίλαμπρον νίκην Του πρός χάριν τῆς ἀνθρωπότητος, καί δῶσε εἰς τήν διπλῆν ἐρώτησιν διπλῆν τήν ἀπάντησιν. Καί ἄν ἀποροῦν λέγοντες, συμφώνως πρός τήν δραματικήν προφητείαν τοῦ Ἠσαΐου, «ποῖος εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος ἔχει ἔλθει ἀπό τήν Ἐδώμ (Ἠσ. 63, 1) καί ἀπό τά γήϊνα πράγματα;», ἤ «διατί εἶναι κόκκινα τά ἐνδύματα ἐκείνου ὁ ὁποῖος δέν ἔχει οὔτε αἷμα οὔτε σῶμα, ὡσάν νά ἔχῃ ἔλθει ἀπό πατητῆρι καί νά ἔχῃ πατήσει ὁλόκληρον πατητῆρι γεμᾶτον ἀπό σταφύλια;»(Ἠσ. 63, 2),νά τούς ἐκθειάσῃς τήν ὡραιότητα τῆς στολῆς τοῦ σώματος τό ὁποῖον ἔχει πάθη καί τό ὁποῖον ἔχει καλλωπισθῆ ἀπό τό Πάθος καί ἔχει ἀποκτήσει ἀπό τήν Θεότητα τήν λαμπρότητα ἐκείνην ἀπό τήν ὁποίαν δέν ὑπάρχει τίποτε πιό ἐπιθυμητόν καί πιό ὡραῖον.
Τί θά μᾶς εἴπουν δι᾽ αὐτά οἱ συκοφάνται, οἱ πικρόχολοι ἐλεγκταί τῆς Θεότητος, οἱ κατήγοροι ἐκείνων τά ὁποία ἐπαινοῦνται, οἱ σκοτεινοί ἐν σχέσει πρός τό φῶς, οἱ ἀστοιχείωτοι ἐν σχέσει πρός τήν σοφίαν, ἐκεῖνοι χάριν τῶν ὁποίων ἀπέθανεν ὁ Χριστός χωρίς νά ζητήσῃ ἀντάλλαγμα, τά ἀχάριστα δημιουργήματα, τά πλάσματα τοῦ πονηροῦ; Κατηγορεῖς τόν Θεόν διά τήν εὐεργεσίαν Του; Διά τοῦτο εἶναι μικρός, ἐπειδή ἐταπεινώθη πρός χάριν σου; Ἐπειδή ὁ καλός Ποιμήν, ὁ Ὁποῖος δίνει καί τήν ψυχήν Του διά τά πρόβατα (Ἰω. 10, 11), ἦλθε πρός τό πρόβατον τό ὁποῖον εἶχε χαθῆ (βλ. Λουκ. 15, 4-10), ἐπάνω εἰς τούς λόφους καί τά βουνά εἰς τά ὁποῖα ἐθυσίαζες (πρβλ. Ὠσ. 4, 13), καί ἀφοῦ τό εὗρε τό ἐσήκωσεν ἐπάνω εἰς τούς ὤμους Του, ἐπάνω εἰς τούς ὁποίους ἐσήκωσε καί τόν Σταυρόν, καί τό ἐπανέφερεν εἰς τήν οὐρανίαν ζωήν καί ἀφοῦ τό ἀνύψωσεν ἐκεῖ τό ἔβαλεν εἰς τήν ἰδίαν θέσιν μέ ἐκεῖνα τά ὁποῖα εἶχαν μείνει ἐκεῖ;
Τόν κατηγορεῖς ἐπειδή ἤναψε λύχνον, τήν ἰδίαν τήν σάρκα Του, καί ἐσκούπισε τήν οἰκίαν (καθαρίζων τόν κόσμον ἀπό τήν ἁμαρτίαν) καί ἀνεζήτησε τήν δραχμήν, τήν εἰκόνα δηλαδή τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία εἶχε καταχωνιασθῆ ἀπό τά πάθη, καί ἐπειδή συγκεντρώνει διά τήν εὕρεσιν τῆς δραχμῆς τάς φιλικάς πρός Αὐτόν δυνάμεις, τάς ὁποίας εἶχε μυήσει καί εἰς τό μυστήριον τῆς σωτηρίας, καί τάς κάνει μετόχους εἰς τήν χαράν Του; Τόν κατηγορεῖς ἐπειδή τόν λύχνον, ὀ ὁποῖος ἑτοιμάζει τόν δρόμον, καί ὁ ὁποῖος ἑτοιμάζει εἰς τόν Κύριον λαόν ἐκλεκτόν καί καθαρίζει καί προετοιμάζει διά τό Πνεῦμα μέ τό ὕδωρ, τόν ἀκολουθεῖ τό ὑπέρλαμπρον Φῶς, τήν φωνήν τήν ἀκολουθεῖ ὁ Λόγος καί τόν ὁδηγόν τοῦ νυμφίου ὁ Νυμφίος; Δι᾽ αὐτό κατηγορεῖς τόν Θεόν; Δι᾽ αὐτά Τόν θεωρεῖς κατώτερον, ἐπειδή βάζει εἰς τήν μέσην Του τήν ποδιάν καί πλύνει τά πόδια τῶν μαθητῶν Του (Ἰω. 13, 4) καί δείχνει τόν καλύτερον τρόπον νά ὑψωθῇ κανείς, δηλαδή τήν ταπείνωσιν; Ἐπειδή ταπεινώνεται χάριν τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἔχει κυρτώσει πρός τά κάτω διά νά ἀνυψώσῃ μαζί του ἐκεῖνο τό ὁποῖον κλίνει πρός τά κάτω ἀπό τήν ἁμαρτίαν; Πῶς δέ δέν τόν κατηγορεῖς διά τό ὅτι γευματίζει μαζί μέ τούς τελώνας (Λουκᾶ 5, 27 ἑ.) καί εἰς τάς οἰκίας τελωνῶν, καί ὅτι κάνει μαθητάς Του τελώνας διά νά κερδίσῃ καί Αὐτός κάτι; Τί δηλαδή; Τήν σωτηρίαν τῶν ἁμαρτωλῶν. Ὡσάν νά ἠμποροῦσε κανείς νά κατηγορήσῃ τόν ἰατρόν, ὅτι σκύβει μέ κατανόησιν ἐπάνω εἰς τάς πληγάς καί ἀνέχεται τήν δυσωδίαν, διά νά δώσῃ τήν ὑγείαν εἰς τούς ἀσθενεῖς, ἤ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος σκύβει ἀπό εὐσπλαγχνίαν ἐπάνω ἀπό τόν βόθρον διά νά βγάλῃ ἀπό ἐκεῖ τό ζῶον τό ὁποῖον ἔχει πέσει μέσα (πρβλ. Δευτερον. 22, 4, Ματθ. 12, 11), ὅπως λέγει ὁ νόμος.
Ἀπεστάλη μέν, ἀλλά ὡς ἄνθρωπος (ἐπειδή ἦτο διπλοῦς τήν φύσιν), ἐπειδή καί ἔνιωσε κούρασιν καί ἐπείνασε καί ἐδίψασε καί ἐδάκρυσε κατά τούς φυσικούς νόμους. Ἐάν δέ ἐστάλη καί ὡς Θεός, τί σέ ἐνοχλεῖ αὐτό; Τήν θέλησιν τοῦ Πατρός, ἀπό τόν Ὁποῖον προέρχεται, καί τόν Ὁποῖον τιμᾷ ὡς ἀρχήν ἄχρονον, νά τήν θεωρῇς ὡς ἀποστολήν, καί νά μή πιστεύῃς ὅτι εἶναι κάτι τό ἀταίριαστον διά τόν Θεόν. Ἐπειδή λέγεται καί ὅτι ἔχει παραδοθῆ, ἀλλά ἔχει γραφῆ ἐπίσης ὅτι ἔχει παραδώσει τόν Ἑαυτόν του. Καί ὅτι ἔχει ἀναστηθῆ ἀπό τόν Πατέρα καί ἔχει ἀναληφθῆ, ἀλλά καί ὅτι ἔχει ἀναστήσει τόν Ἑαυτόν του καί ὅτι θά ἔλθῃ πάλιν. Ἐκεῖνα προέρχονται ἀπό τήν θέλησιν τοῦ Πατρός, αὐτά ἀπό τήν δύναμίν του. Σύ δέ τά μέν πρῶτα τά θεωρεῖς μειωτικά, τά δέ ἄλλα, τά ὁποῖα ἐξυψώνουν, τά παραβλέπεις. Καί τό ὅτι μέν ἔπαθε, τό ὑπολογίζεις. Τό ὅτι δέ ἔπαθε μέ τήν θέλησίν Του, δέν τό ἀναφέρεις.
Τί παθαίνει ἀκόμη καί τώρα ὁ Λόγος! Ἀπό ἄλλους μέν τιμᾶται ὡς Θεός καί ταυτίζεται μέ αὐτόν, ἀπό ἄλλους δέ περιφρονεῖται, ἐπειδή εἶναι ἄνθρωπος, καί χωρίζεται ἀπό τόν Θεόν. Ἐναντίον ποίων νά ὀργισθῇ περισσότερον; Ἤ, καλύτερα, ποίους νά συγχωρήσῃ; Ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἑνώνουν λανθασμένα, ἤ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι χωρίζουν; Διότι καί ἐκεῖνοι ἔπρεπε νά διαχωρίζουν καί τοῦτοι νά ἑνώνουν. οἱ μέν μέ τόν ἀριθμόν, οἱ δέ μέ τήν Θεότητα. Ἐμποδίζεσαι ἀπό τήν σάρκα; Αὐτό κάνουν καί οἱ Ἰουδαῖοι. Μήπως τυχόν Τόν ὀνομάζεις καί Σαμαρείτην; Τήν συνέχειαν ὅμως δέν θά τήν ἀναφέρω (πρβλ. Ἰω. 8, 48).
Δέν πιστεύεις εἰς τήν Θεότητα; Αὐτό δέν συμβαίνει οὔτε μέ τούς δαίμονας. Δύστυχε, πόσον πιό ἄπιστος εἶσαι ἀκόμη καί ἀπό τούς δαίμονας, καί πόσον πιό ἀχάριστος ἀπό τούς Ἰουδαίους! Ἐκεῖνοι τήν ὀνομασίαν τοῦ Υἱοῦ τήν ἐθεώρησαν ὡς ἔκφρασιν ἰσοτιμίας (πρβλ. Ἰω. 8, 19), διότι δέν ἐγνώριζαν ἀκόμη τόν Θεόν ὁ ὁποῖος τόν εἶχε στείλει. Διότι ἐπίστευαν μόνον ἀφοῦ ἐπάθαιναν. Σύ δέ δέν δέχεσαι οὔτε τήν ἰσότητα, οὔτε καί ἀναγνωρίζεις τήν Θεότητα. Θά ἦταν καλύτερα διά σέ νά εἶσαι περιτετμημένος καί νά εὑρίσκεσαι ὑπό τήν ἐπήρειαν τοῦ δαίμονος, διά νά ἐκφρασθῶ κατά τρόπον ἀστεῖον, παρά νά κατέχεσαι ἀπό πονηρίαν καί ἀθεΐαν, ἐνῷ εἶσαι ὑγιής καί ἀπερίτμητος. Ἀλλ᾽ ὅμως ὁ πόλεμος ἐναντίον τούτων ἤ ἄς σταματήσῃ, ἐάν βεβαίως θά ἤθελαν νά συνετισθοῦν ἔστω καί τήν τελευταίαν στιγμήν, ἤ ἄς ἀναβληθῇ, ἐάν δέν θέλουν νά συνετισθοῦν καί παραμένουν ὅπως ἔχουν. Πάντως ἐμεῖς δέν θά φοβηθοῦμεν τίποτε ἐνῷ θά ἀγωνιζώμεθα διά τήν Τριάδα, μέ σύμμαχόν μας τήν ἰδίαν τήν Τριάδα.
Τώρα δέ εἴμεθα πλέον ἀναγκασμένοι νά ἀνακεφαλαιώσωμεν ὡς ἑξῆς τόν λόγον. Ἔχομεν δημιουργηθῆ διά νά εὐεργετηθοῦμεν. Ἔχομεν εὐεργετηθῆ ἐπειδή ἔχομεν δημιουργηθῆ. Μᾶς παρεδόθη ὁ Παράδεισος διά νά εὐτυχήσωμεν. Ἐλάβαμεν τήν ἐντολήν, διά νά δοξασθῶμεν ἀφοῦ τήν φυλάξωμεν, ὄχι ἐπειδή τυχόν ἀγνοοῦσε ὁ Θεός ἐκεῖνο τόν ὁποῖον θά ἐγίνετο, ἀλλά ἐπειδή ἤθελε νά μᾶς παραχωρήσῃ τό αὐτεξούσιον. Ἔχομεν ἐξαπατηθῆ, ἐπειδή μᾶς ἐφθόνησαν.
Ἔχομεν πέσει, ἐπειδή ἔχομεν παραβῆ τήν ἐντολήν, ἔχομεν ἀναγκασθῆ εἰς νηστείαν ἐπειδή δέν ἐνηστεύσαμεν καί μᾶς κατανίκησεν ἡ ἐπιθυμία τῆς γεύσεως τοῦ καρποῦ τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως. Διότι ἡ ἐντολή ἦτο παλαιά καί σύγχρονος μέ ἡμᾶς, ἕνα μέσον διαπαιδαγωγήσεως τῆς ψυχῆς καί σωφρονισμοῦ ἀπό τάς ἀπολαύσεις. Τήν ἐλάβαμεν δέ εὐλόγως διά νά ἀπολαύσωμεν, ἀφοῦ τήν τηρήσωμεν, ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἐχάσαμεν ἐπειδή δέν τήν ἐτηρήσαμεν. Εἴχαμεν ἀνάγκην ἀπό Θεόν ὁ Ὁποῖος ἐσαρκώθη καί ἀπέθανε, διά νά ζήσωμεν. Ἔχομεν ἀποθάνει μαζί Του διά νά καθαρισθῶμεν. Ἔχομεν ἀναστηθῆ μαζί Του ἐπειδή ἔχομεν συναποθάνει καί ἔχομεν δοξασθῆ ἐπειδή ἔχομεν συναναστηθῆ.
Πολλά μέν λοιπόν εἶναι τά θαύματα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Ὁ Θεός σταυρώνεται, ὁ ἥλιος σκεπάζεται ἀπό σκότος καί κατόπιν ἀνατέλλει πάλιν (διότι ἔπρεπε καί τά δημιουργήματα νά συμπάσχουν μέ τόν Δημιουργόν), τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ σχίζεται (Λουκ. 23, 44-45, Ματθ. 27, 51), αἷμα καί ὕδωρ χύνεται ἀπό τήν πλευράν (Ἰω. 19, 34) (τό μέν ἐπειδή ἦτο ἄνθρωπος, τό δέ ἐπειδή ἦτο ἀνώτερος ἀπό τόν ἄνθρωπον), ἡ γῆ συγκλονίζεται, αἱ πέτραι σχίζονται πρός χάριν τῆς Πέτρας (Ματθ. 27, 51, Α’ Κορ. 10, 4), οἱ νεκροί ἀνασταίνονται (Ματθ. 27, 52), ὡς ἀπόδειξις διά τήν τελευταίαν καί κοινήν Ἀνάστασιν. Τά σημεῖα δέ τά ὁποῖα ἔγιναν εἰς τόν τάφον καί τά μετά τήν ταφήν (Ματθ. 28, 1 ἑ., Μάρκ. 16, 1 ἑ., Λουκ. 24, 1 ἑ. καί Ἰω. 20, 1 ἑ.), ποῖος θά ἠμποροῦσε νά τά ἐξυμνήσῃ ἐπαξίως; Τίποτε δέ δέν εἶναι ἰσάξιον μέ τό θαῦμα τῆς σωτηρίας μου. Ὀλίγαι σταγόνες αἵματος αἱ ὁποῖαι ἀναδημιουργοῦν ὁλόκληρον τόν κόσμον καί γίνονται ὡσάν χυμός γάλακτος δι᾽ ὅλους τούς ἀνθρώπους καί μᾶς συνδέουν καί μᾶς συγκεντρώνουν εἰς ἕνα σύνολον.
Ἀλλά, ὦ Πάσχα, τό μέγα καί ἱερόν, τό ὁποῖον καθαρίζεις ὁλόκληρον τόν κόσμον! Διότι θά σοῦ ὁμιλήσω ὡσάν νά ἤσουν ἔμψυχον. Ὦ Λόγε τοῦ Θεοῦ καί Φῶς καί Ζωή καί Σοφία καί Δύναμις! Διότι χαίρομαι μέ ὅλα Σου τά ὀνόματα. Ὦ γέννημα καί κίνησις καί σφραγίς τοῦ μεγάλου νοῦ! Ὦ Λόγε, ὁ ὁποῖος κατανοεῖσαι καί, ἄνθρωπε, ὁ ὁποῖος φαίνεσαι, καί ὁ ὁποῖος φέρεις τά πάντα συγκεντρωμένα εἰς τόν λόγον τῆς δυνάμεώς σου! Τώρα μέν ἄς δεχθῇς τόν λόγον αὐτόν ὄχι ὡς τόν πρῶτον καί καλύτερον καρπόν τῆς καρποφορίας μας, ἀλλά ὡς συμπλήρωμά της ἴσως, εὐχαριστήριον ἀλλά καί συγχρόνως παρακλητικόν, διά νά μήν ὑποφέρωμεν διά τάς ἐντολάς Σου τίποτε περισσότερον ἐκτός ἀπό τά ἀναγκαῖα καί τούς ἱερούς κόπους καί πόνους, μέ τούς ὁποίους ἔχομεν ζήσει μέχρι σήμερον.
Καί ἄς σταματήσῃς τήν τυραννίαν τοῦ σώματος ἐναντίον μας (βλέπεις πόσον μεγάλη εἶναι, Κύριε, καί πόσον μᾶς γονατίζει!), ἤ τήν κρίσιν Σου, ἐάν πρόκειται νά καθαρισθῶμεν ἀπ᾽ αὐτό. Ἐάν δέ φθάσωμεν ἐπαξίως εἰς τό ποθούμενον τέρμα καί γίνωμεν δεκτοί εἰς τάς οὐρανίους σκηνάς, θά Σοῦ προσφέρωμεν μέ προθυμίαν θυσίας δεκτάς εἰς τό ἅγιόν Σου θυσιαστήριον, ὦ Πάτερ καί Λόγε καί Ἅγιον Πνεῦμα, ἐπειδή εἰς Σέ ὀφείλεται κάθε δόξα, τιμή καί ἐξουσία εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.
----------
Πηγή: www.imaik.gr
Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: Λόγος στό Πάσχα Εκτύπωση