Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2020

«Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ἡ θεωρία τῆς Τρίτης Ρώμης» Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου


Μεταφρασμένο στὰ ἀγγλικά: ‘The History of the Church of Russia: The Theory of the Third Rome’ 

«Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ἡ θεωρία τῆς Τρίτης Ρώμης»
Τὸ ἄρθρο σὲ pdf

Μέ ἀφορμή τό Οὐκρανικό ζήτημα πού μᾶς ἀπασχολεῖ τά τελευταῖα χρόνια, θέλησα νά διαβάσω κάποια ἐπιστημονικά κείμενα καί νά μάθω κάτι περισσότερο ἀπό ὅσα γνώριζα γιά τήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας καί τήν περίφημη θεωρία τῆς «Τρίτης Ρώμης».

Στήν ἀναζήτησή μου αὐτή βρῆκα τήν μεταπτυχιακή ἐργασία τοῦ Ἀναστασίου-Ἰωάννη Λάλλου μέ τίτλο «Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ἡ θεωρία τῆς Τρίτης Ρώμης» (Θεσσαλονίκη 2016), ἡ ὁποία ὑποβλήθηκε στό Πανεπιστήμιο τῆς Μακεδονίας καί συγκεκριμένα στό Τμῆμα Βαλκανικῶν, Σλαβικῶν καί Ἀνατολικῶν Σπουδῶν, στήν γενικότερη προοπτική τῶν «σπουδῶν στίς Γλῶσσες καί τόν πολιτισμό τῶν Χωρῶν τῆς Ν.Α. Εὐρώπης».

Πρόκειται γιά μιά ἐργασία πού εἶναι ἀποτέλεσμα ἔρευνας μέ διερεύνηση τῶν πηγῶν, καθώς ἐπίσης καί τῆς ὑπάρχουσας βιβλιογραφίας, ἀπό τήν ὁποία ἀντλῆται τό σημαντικό αὐτό ὑλικό καί προσφέρονται πληροφορίες τόσο γιά τήν ἱστορία τῆς Ρωσίας, ὅσο καί γιά τήν θεωρία τῆς «Τρίτης Ρώμης» πού ἄρχισε τόν 15ο αἰώνα καί ἀναπτύχθηκε κυρίως ἀπό τόν 16ο αἰώνα μέχρι τίς ἡμέρες μας.

Τήν μεταπτυχιακή αὐτή μελέτη ἐπέβλεψε ὁ καθηγητής Κωνσταντῖνος Νιχωρίτης καί τήν ἀξιολόγησαν ὁ Ἀναπληρωτής καθηγητής Σταῦρος Καμαρούδης καί ὁ Ἐπίκουρος καθηγητής Κυπριανός Σούτσιου.

Στήν συνέχεια θά κάνω μιά σύντομη παρουσίαση αὐτῆς τῆς μελέτης, διότι δέν γνωρίζω ἄν ἔχη ἀκόμη ἐκδοθῆ τύποις, ὥστε ὁ ἀναγνώστης νά λάβη μιά εἰκόνα τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἀκριβῶς γιατί πρόκειται γιά θέμα πολύ ἐπίκαιρο μέ ὅσα ἔγιναν καί γίνονται σχετικά μέ τήν αὐτοκεφαλία πού χορήγησε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο στήν Οὐκρανία, γιά τό ὁποῖο ἀντιδρᾶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Μόσχας.
1. Τά περιεχόμενα τῆς μεταπτυχιακῆς ἐργασίας

Μετά τά εἰσαγωγικά τό ὅλο θέμα διαρθρώνεται σέ τέσσερα κεφάλαια.

Τό πρῶτο κεφάλαιο μέ τίτλο «Ἱστορικό πλαίσιο-ἱστορική Ἀναδρομή» κάνει λόγο γιά τήν «προέλευση καί τήν ἐπέκταση τῶν Ρώσων» ἀπό τόν 5ο καί 6ο αἰώνα μ. Χ. κυρίως μέ κέντρο τό Κίεβο.

Τό δεύτερο κεφάλαιο μέ τίτλο «Ἐθνική καί Ἐκκλησιαστική ἱστορία τῆς Ρωσίας» παρουσιάζει τά ἱστορικά γεγονότα ἀπό τήν βάπτιση τῶν Ρώσων μέχρι τήν ἵδρυση τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας, δηλαδή ἐξετάζει τό χρονικό διάστημα ἀπό τό ἔτος 989 μέχρι τό 1589. Οἱ ἐπί μέρους ἑνότητες αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου εἶναι χαρακτηριστικές:

«Ἀπό τοῦ βαπτίσματος τῶν Ρώσων μέχρι τῆς Μογγολικῆς Κατακτήσεως (989-1240)»· «Ἡ Ἡγεμονία τοῦ Κιέβου»· «Τό Βάπτισμα τῶν Ρώσων (988-989) –ὁ ἅγιος ἰσαπόστολος Βλαδίμηρος ὁ Μέγας (1015)»· «Ἀπό τόν Μέγα Βλαδίμηρο (1015) στήν Ταταρική Κατάκτηση (1240)· «Ἡ Ἄνοδος τοῦ Βλαδιμήρ»· «Οἱ μητροπολίτες Κιέβου καί πάσης Ρωσίας»· «Μοναχισμός-Ἡ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου-Οἱ Ὅσιοι Ἀντώνιος καί Θεοδόσιος»· «Ἀπό τῆς Μογγολικῆς κατακτήσεως τῆς Ρωσίας μέχρι τῆς διαιρέσεως τῆς Μητροπόλεως τῆς Ρωσίας (1240-1462)-Κυριαρχία τῶν Τατάρων»· «Ἀπό τῆς διαιρέσεως τῆς Μητροπόλεως τῆς Ρωσίας μέχρι τῆς ἱδρύσεως τοῦ Πατριαρχείου (1462-1589)»· «Τό Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας».

Τό τρίτο κεφάλαιο ἔχει τίτλο «Ἐκκλησιαστική ἱστορία τῆς Ρωσίας: Περίοδος ἀναδιοργανώσεως-Διοικητική Αὐτονομία καί ἡ θεωρία τῆς Τρίτης Ρώμης».

Ὑποδιαιρεῖται στίς ἑξῆς ἑνότητες:
«Ἀπό τή Ρώμη στήν Νέα Ρώμη»· «Πρίν τήν πτώση»· «Περί τῆς θεωρίας τῆς Τρίτης Ρώμης»· «Ἡ Μητρόπολη Μόσχας καί ἡ ἀναδιοργάνωση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας»· «Ἱεραρχία καί Ἱεράρχες»· «Ὁ Κλῆρος»· «Μάξιμος ὁ Γραικός ὁ φωτιστής τῶν Ρώσων»· «Μάξιμος ὁ Γραικός ὡς Ἐκκλησιαστικός Μεταρρυθμιστής»· «Ἡ ἐπίδραση τοῦ Ἁγίου Ὄρους στόν πνευματικό βίο τῶν Σλάβων».

Τό τέταρτο κεφάλαιο ἔχει τίτλο «Ἡ ἀρχή, ἡ πορεία καί τό τέλος τῆς ‘’περί Τρίτης Ρώμης’’ θεωρίας -ἀναγωγή στό σήμερα». Ὑποδιαιρεῖται στίς ἀκόλουθες ἑνότητες:
«Ἡ ἀρχή, ἡ πορεία καί τό τέλος τῆς ‘’περί Τρίτης Ρώμης’’ θεωρίας-ἀναγωγή στό σήμερα»· «Ἡ θεωρία τοῦ Πανσλαβισμοῦ καί ὁ Σλάβικος Ἐθνοφυλετισμός»· «Ἡ γεωπολιτική τῆς πνευματικότητας, ἡ διπλωματία τῆς πίστης καί ἡ ἐλπίδα τῆς Τρίτης Ρώμης»· «Ἡ προοπτική τῆς Θεωρίας τῆς Τρίτης Ρώμης καί οἱ πολιτικές ἐπιπτώσεις της»· «Τό περιεχόμενο τῆς Θεωρίας τῆς Τρίτης Ρώμης καί οἱ ἐπιπτώσεις του»• «Συμπερασματικά περί Τρίτης Ρώμης».

Στό τέλος παρατίθεται ἡ ἑλληνόγλωσση καί ἡ ξενόγλωσση βιβλιογραφία πού χρησιμοποίησε ὁ ἐρευνητής γιά τήν ἀνάπτυξη τοῦ θέματός του, καθώς ἐπίσης παρατίθεται καί ἕνας χρονολογικός πίνακας τῶν βασικῶν γεγονότων τῆς ἱστορίας τῆς Ρωσίας, ὅπως καί ἕνας κατάλογος χαρτῶν καί εἰκόνων σχετικά μέ τό διερευνώμενο θέμα.

Παρέθεσα τά κεφάλαια καί τίς ὑποενότητές τους, καίτοι μπορεῖ νά φαίνεται ὡς κουραστικό, γιά νά γίνη ἀντιληπτό καί μέ μιά πρόχειρη καί γρήγορη ματιά ὅτι στήν μεταπτυχιακή αὐτή ἐργασία παρουσιάζεται συνοπτικά ἡ ἐθνική, πολιτική καί ἐκκλησιαστική ἱστορία τῶν Ρώσων ἀπό τόν 5ο καί 6ο αἰώνα μ.Χ. μέχρι τίς ἡμέρες μας, καθώς ἐπίσης παρουσιάζεται καί ἡ ἀνάπτυξη καί καλλιέργεια τῆς θεωρίας περί τῆς «Τρίτης Ρώμης».

Ἔτσι θά κατανοηθῆ ὅτι ἡ θεωρία περί τῆς «Τρίτης Ρώμης» εἶναι ἡ θρυαλίδα πού σιγοκαίει στό βάθος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας καί ὑπονομεύει τό κανονικό σύστημα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πού ἀποφασίστηκε ἀπό τούς Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί βεβαίως καί τήν Πρωτοκαθεδρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὁ ἀναγνώστης μελετώντας τήν ἐργασία αὐτή ἀποκτᾶ πλήρη εἰκόνα τῆς ἱστορίας τῆς Ρωσίας, ἐθνικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς, καί τίς ἐπιπτώσεις της στήν σύγχρονη ἐκκλησιαστική κατάσταση.
2. Εἰσαγωγικά

Στά «Εἰσαγωγικά» διαβάζει κανείς τήν μεγάλη σημασία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου πού διέδωσε τόν Χριστιανισμό στόν κόσμο τῶν Σλάβων καί ὅτι ὅλοι αὐτοί οἱ νότιοι, δυτικοί καί ἀνατολικοί Σλάβοι μεταστράφησαν στήν Ὀρθοδοξία καί προσέλαβαν τήν πολιτιστική παράδοση τοῦ Βυζαντίου-Ρωμανίας.

Γράφεται: «Τό ρωσικό κράτος ἐπηρεάστηκε βαθύτατα ἀπό τή βυζαντινή ἰδεολογία καί μετά τήν ἅλωση τῆς Βασιλεύουσας οἱ Ρῶσοι θεώρησαν καί πίστεψαν βαθιά μέσα τους ὅτι ἦταν οἱ μοναχικοί κληρονόμοι τῆς Βυζαντινῆς πνευματικῆς καί πολιτιστικῆς παράδοσης».

Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική ἀναπτύχθηκε ἀπό τόν 15ο αἰώνα, κυρίως δέ ἀπό τά μέσα τοῦ 16ου αἰώνα, ἡ θεωρία περί τῆς «Τρίτης Ρώμης» καί ὅτι ἡ Μόσχα πού ἦταν πρωτεύουσα τοῦ Ρωσικοῦ Κράτους ἔλαβε τόν τίτλο «Τρίτη Ρώμη» μετά τήν ἅλωση καί τήν πτώση τῆς Κωνσταντινούπολης τό 1453, σέ μιά συμβολική κίνηση πού ὁμοίαζε μέ τήν ἵδρυση ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο τῆς Κωνσταντινούπολης ὡς «Δεύτερης Ρώμης» σέ σχέση μέ τήν Πρώτη Ρώμη.

Συνέπεια τῆς θεωρίας περί τῆς «Τρίτης Ρώμης» εἶναι «ἡ τσαρική θεοκρατία βασισμένη στό ἰδεολόγημα τοῦ πανσλαβισμοῦ» πού εἶναι ἡ συγκρότηση «ἑνός πολιτικοῦ καί θρησκευτικοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ τῶν Σλάβων μέ βάση τήν Ὀρθοδοξία».

Μέ τέτοια νοοτροπία οἱ Ρῶσοι προσπάθησαν νά διεισδύσουν στό Ἅγιον Ὄρος καί τά Ἱεροσόλυμα, ὅπως αὐτό ἐκφράστηκε ἀπό τήν «τσαρική θεοκρατία» καί στήν συνέχεια ἀπό τήν «σταλινική ἀθεΐα». Καί τά δύο αὐτά καθεστῶτα «ὑπενθυμίζουν τό πανσλαβικό ἰδεολόγημα τοῦ παρελθόντος ἐπιχειρώντας νά ἑλκύσουν τά ὅποια δυνατά ὀφέλη».

Φυσικά, αὐτό παρατηροῦμε καί στίς ἡμέρες μας μέσα ἀπό σύγχρονες πρακτικές, πολιτικές καί ἐκκλησιαστικές, τίς ὁποῖες βλέπουμε καθημερινά.
Καί μόνον ἀπό αὐτήν τήν διάταξη τῶν περιεχομένων καί τήν εἰσαγωγή φαίνεται καθαρά τό πανόραμα τῆς ρωσικῆς πολιτικῆς πού ἐπηρεάζει πολύ τήν ἐκκλησιαστική ζωή, ἀφοῦ μέσα ἀπό τήν θεωρία περί «Τρίτης Ρώμης» ὑπονομεύεται τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ὡς πρωτόθρονη Ἐκκλησία καί στήν οὐσία διακυβεύεται τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας.
3. Βασικά-κομβικά σημεῖα τῆς ἐργασίας αὐτῆς

Ὅσα παρατέθηκαν προηγουμένως δείχνουν συνοπτικά τήν ἐθνική, πολιτική καί ἐκκλησιαστική ἱστορία τῆς Ρωσίας. Στήν συνέχεια θά προσπαθήσω νά παρουσιάσω μερικά βασικά σημεῖα τῆς μεταπτυχιακῆς αὐτῆς ἐργασίας, πού γράφηκε μέ τήν ἐπίβλεψη εἰδικῶν καθηγητῶν, ὥστε ὁ ἀναγνώστης νά ἐνημερωθῆ γιά τό θέμα πού μᾶς ἀπασχολεῖ καί στίς ἡμέρες μας.

α) Ὁ ἀρχέγονος ρωσικός λαός

Ἡ γεωγραφική περιοχή πού καλεῖται σήμερα Ρωσία καταλαμβάνεται ἀπό τόν 5ο-6ο αἰώνα μ. Χ. ἀπό τούς ἀνατολικούς Σλάβους, οἱ ὁποῖοι ἐμφανίσθηκαν κατ᾿ ἀρχάς τόν 3ο καί 4ο αἰώνα μ. Χ. μεταξύ τοῦ Δνείπερου καί τοῦ Δνείστερου καί ἀναφέρονται στήν βιβλιογραφία ὡς Ἄντες.
Οἱ Σλάβοι εἶχαν ἐγκατασταθῆ ἀρχικά στίς στέπες, βόρεια τοῦ Εὔξεινου Πόντου, ἐκεῖ πού πρίν ἀπό πολλά χρόνια εἶχαν ἀκμάσει ἄλλα Κράτη, ὅπως οἱ Κυμμέριοι, οἱ Σκύθες οἱ Σαρματοί. Ἔπειτα μετακινήθηκαν πρός δυσμάς, ὅπως προαναφέρθηκε, καί ἔδωσαν μάχες μέ τούς Γότθους, Οὔνους καί Ἄβαρους πού λυμαίνονταν αὐτές τίς περιοχές.

Οἱ Σλάβοι διαιροῦνται σέ τρεῖς μεγάλες ὁμάδες: «Στούς Νοτίους Σλάβους (οἱ ὁποῖοι περιλαμβάνουν Σλοβένους, Σέρβους, Κροάτες, ἀλλά καί Βουλγάρους οἱ ὁποῖοι κατέστησαν σλαβικό φύλο), στούς Δυτικούς Σλάβους (πού περιέχουν Πολωνούς Μοράβους, Πομεριανούς, Τσέχους καί Σλοβάκικες ὁμάδες) καί στούς Ἀνατολικούς Σλάβους (Ρώσους)».

Οἱ ἀνατολικοί Σλάβοι ἑνώθηκαν μέ ἕνα πολεμικό λαό πού ὀνομαζόταν Βίκινγκς, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται ὡς Σκανδιναβοί ἤ καί Νορμανδοί. Αὐτά τά σκανδιναβικά φύλα, πού χαρακτηρίζονταν Ρώς «ὑπέταξαν τά ἀνατολικά σλαβικά φύλα καί τούς προσέδωσαν μιά ἰσχυρή πολιτική δομή» οἱ δέ Σκανδιναβοί πού ἦταν λιγότεροι «ἀφομοιώθηκαν τόσο ἐθνολογικά ὅσο καί γλωσσολογικά ἀπό τούς ἀνατολικούς αὐτούς Σλάβους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν πολυάριθμοι». Ἔτσι, ὅλοι αὐτοί ἀπέκτησαν τό ὄνομα Ρῶσοι.

Τό πρῶτο κέντρο διοργανώθηκε στήν πόλη Νόβγοροντ καί στήν συνέχεια στό Κίεβο. Οἱ δύο αὐτές πόλεις συνδέθηκαν μεταξύ τους καί ἦταν δύο κύρια ἐμπορικά κέντρα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης «ἀπό τή βαλτική θάλασσα ἀπό τό βορρά μέχρι τή μαύρη θάλασσα πρός νότο».
Στήν μελέτη αὐτή, στήν ὁποία παρουσιάζεται ἡ συνοπτική ἱστορία γιά τήν προέλευση καί τήν ἐπέκταση τῶν Ρώσων συμπεραίνεται ὅτι «ἡ Ρωσία τοῦ Κιέβου ἦταν ἕνας πολυεθνικός συγκερασμός λαῶν πού ἀποτελεῖτο ἀπό Σλάβους, Βάλτους, Φίνες, Σκανδιναβούς καί διαφόρους ἄλλους λαούς καί μικρότερες πληθυσμιακές συνεκτικές ὁμάδες». Γράφεται:

«Οἱ Σκανδιναβοί ἦταν ἐκεῖνοι πού ἔδωσαν τήν ὤθηση, τήν ὁρμή καί ἀποτέλεσαν τό κατάλληλο καλλιεργήσιμο ὑπόστρωμα ἀποτελώντας τή βάση τῶν διεργασιῶν γιά συγκρότηση καί σύσταση τοῦ πρώτου ρωσικοῦ κράτους ἐκείνη τήν ἐποχή. Ἐν κατακλείδι καί λαμβανομένων ὅλων τῶν προαναφερθέντων ὑπόψη τό κράτος τοῦ Κιέβου δύναται νά θεωρηθεῖ πώς ἦταν τό ἀποτέλεσμα ἐνδογενῶν καί ἐξωγενῶν παραγόντων μέ τελικό ἀπαύγασμα τό δυναμικῆς τάσεως δημιούργημα τῶν σκανδιναβῶν καί τῶν ἀνατολικῶν Σλάβων».

Μετά τόν ἐκχριστιανισμό τῶν Ρώσων, πού θά δοῦμε στήν συνέχεια, ἡ Ρωσία κατακτήθηκε ἀπό τούς Τατάρους, μογγολικῆς καταγωγῆς, τό ἔτος 1240, καί αὐτή ἡ κυριαρχία κράτησε μέχρι τό ἔτος 1462, δηλαδή πάνω ἀπό διακόσια χρόνια. Ἡ περίοδος τῆς Ταταρομογγολικῆς κυριαρχίας ὑπῆρξε ὀδυνηρή γιά τήν Ρωσία, γιατί ὄχι μόνον ἀνέκοψε τήν ἀνάπτυξή της, ἀλλά ἀφοῦ τήν ἀπέκοψε ἀπό τό Βυζάντιο συντέλεσε στήν «πνευματική, πολιτιστική καί κοινωνική παρακμή της».

Οἱ Μογγόλοι, ὅταν κατέλαβαν μέ τήν βία τούς Ρώσους δέν κατήργησαν τό πολιτικό σύστημα διοικήσεώς τους, ἀλλά «κυβερνοῦσαν τίς ρωσικές ἡγεμονίες μέ Ρώσους ἡγεμόνες πού τούς ἐπιτράπηκε νά παραμείνουν, οἱ ὁποῖοι διοικοῦσαν, κληρονομοῦσαν καί κληροδοτοῦσαν τίς ἡγεμονίες τους».
Ὅταν οἱ Ρῶσοι τό 1462 ἐλευθερώθηκαν ἀπό τούς Τατάρους, τότε ἀναπτύχθηκαν πολιτικά καί ἐκκλησιαστικά.

β) Ἡ στροφή τῶν Σλάβων στόν Χριστιανισμό

Ὁ ρωσικός λαός κατέβαινε πρός νότο καί ἦταν μιά διαρκής ἀπειλή γιά τήν Κωνσταντινούπολη καί γενικά τήν Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, πράγμα πού ἀπασχόλησε τήν Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία. Ἡ προσπάθεια τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ τῶν Ρώσων, πού ἄρχισε μέ τήν βάπτιση τῶν ἡγεμόνων τοῦ Κιέβου Ἄσκολντ καί Ντίρ δέν εἶχε σημαντικά ἀποτελέσματα. Σημαντικό γεγονός γιά τόν ἐκχριστιανισμό τῶν Ρώσων ἦταν τό Βάπτισμα τῆς Ἰσαποστόλου ἁγίας Ὄλγας, τῆς συζύγου τοῦ ἡγέμονα τοῦ Κιέβου Ἰγωρ, ἤ Ἴγκορ τό 955, ἡ ὁποία θεωρήθηκε «ὁ πρόδρομος τῆς ἔλευσης τοῦ Χριστιανισμοῦ στή Ρωσία». Ὅμως «ὁ ἐγγονός τῆς Ὄλγας ὁ Μεγάλος Ἡγεμόνας Ἅγ. Βλαδίμηρος ἦταν ἐκεῖνος πού βαπτίσθηκε μέ ὅλους τούς Ρώσους τό 988».

Ὁ Βλαδίμηρος βαπτίσθηκε Χριστιανός στόν ναό τοῦ Ἁγίου Βασιλείου στήν Χερσώνα καί στήν συνέχεια παντρεύτηκε τήν Πριγκίπισσα τοῦ Βυζαντίου, τήν Πορφυρογέννητη Ἄννα, ἀδελφή τῶν αὐτοκρατόρων Βασιλείου Β’ καί Κωνσταντίνου τοῦ Η’. Τό ὄνομα Πορφυρογέννητη προῆλθε ἀπό τό γεγονός ὅτι γεννήθηκε στό ἰδιαίτερο δωμάτιο στό Παλάτι πού λεγόταν «πορφύρα». Ὁ Βλαδίμηρος ἀσπάσθηκε τόν Χριστιανισμό, ἀφοῦ προηγουμένως ἀπέρριψε ἄλλες δυνατότητες ἐπιλογῶν πού εἶχε, ὅπως νά ἀποδεχθῆ τόν Ἰουδαϊσμό, τόν Ἰσλαμισμό καί τόν Καθολικισμό.

Ὁ Βλαδίμηρος μετά τήν βάπτισή του διέταξε τούς κατοίκους τοῦ Κιέβου νά καταστρέψουν τά εἴδωλα, καί τούς προσκάλεσε νά ἀσπαστοῦν τόν Χριστιανισμό. Ὁ ἴδιος μέ τήν βοήθεια τῆς συζύγου του Ἄννης Παλαιολογίνας ἀνοικοδόμησε πολλούς νέους Ναούς. Ἀναφέρεται ὅτι κατά τό ἔτος 1124 στό Κίεβο λειτουργοῦσαν περίπου 600 Ναοί σέ διάφορες πόλεις. Σημαντικό κτίσμα ἦταν ὁ καθεδρικός Ναός τῆς Ἁγίας Σοφίας πού κτίσθηκε ἀπό τόν γιό τοῦ Βλαδίμηρου Γιαροσλάβου καί ἀπό βυζαντινούς τεχνίτες πού εἶχαν ὡς πρότυπο τόν Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως.

Τόν 12ο αἰώνα ἀποδυναμώθηκε τό Κίεβο, καί ἡ πρωτεύουσα τῆς Ρωσίας μεταφέρθηκε ἀπό τό Κίεβο στό Βλαδιμήρ (Vladimir) στό Suzdal στή Βορειοανατολική Ρωσία. Σέ αὐτό συνετέλεσε ὁ Μεγάλος Ἡγεμόνας Γεώργιος ὁ Α' ὁ Μακρόχειρας «πού ἦταν ὁ 6ος υἱός τοῦ μεγάλου ἡγεμόνα Βλαδιμήρου τοῦ Β’ τοῦ Μονομάχου καί τῆς Βυζαντινῆς πριγκίπισσας Ἀναστασίας», ἡ ὁποία «ἦταν κόρη τοῦ Βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ Μονομάχου». Ὁ ἴδιος ὁ Γεώργιος Μακρόχειρας ἵδρυσε καί ἄλλες πόλεις, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τήν Μόσχα ἡ ὁποία μέχρι τό 1156 ἦταν ἕνας ἀσήμαντος οἰκισμός καί ἔγινε τελικά «μιά ὀχυρωμένη πόλη μέ ἱκανό πληθυσμό» πού διεδραμάτισε σημαντικό ρόλο στήν μετέπειτα ἱστορία τῆς Ρωσίας.

Τό 1260 ἱδρύθηκε ἡ ἡγεμονία τῆς Μόσχας ἀπό τόν Ἀλέξανδρο Νέφσκι πού ἔπαιξε σημαντικό ρόλο στήν ἱστορία τῆς Ρωσίας, ἀλλά καί στήν παγκόσια ἱστορία. Ἀργότερα τήν 16η Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 1547 ὁ Μητροπολίτης Μόσχας Μακάριος ἔστεψε αὐτοκράτορα τόν Ἰβάν Δ' τόν Τρομερό.

γ) Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας ἀπό τό 988 μέχρι τό 1589

Μετά τόν ἐκχριστιανισμό τῶν Ρώσων ἀναπτύχθηκε στήν Ρωσία ἔντονη ἐκκλησιαστική ζωή. Ἀπό τό ἔτος 988 μέχρι τό 1240 πού τό Κίεβο κυριεύθηκε ἀπό τούς Τατάρους ὅλοι οἱ Μητροπολίτες Κιέβου καί Πάσης Ρωσίας «ἦταν βυζαντινοί καί οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν μάλιστα ἦταν ἑλληνικῆς καταγωγῆς». Ἀναπτύχθηκε ἔντονα ὁ μοναχισμός καί ἡ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου καί αὐτό ὀφείλεται κυρίως σέ δύο ρώσους μοναχούς τόν Ἀντώνιο καί τόν Θεοδόσιο.

Κατά κανόνα οἱ Μητροπολίτες Κιέβου καί Πάσης Ρωσίας ἀπό τό 988 ἕως τό 1448 ἦταν Ἕλληνες καί ἐκλέγονταν ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη καί μέ σύμφωνη γνώμη τοῦ Βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα. Ὕστερα ἀπό πολλά χρόνια ἔγινε μιά «ὁμαλή ἐναλλαγή στή διαδοχή καί τήν ἐπιλογή Ἑλλήνων καί Ρώσων στήν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας». Οἱ ὑποψήφιοι ἔπρεπε νά ταξιδεύσουν στήν Κωνσταντινούπολη καί ἐκεῖ νά ἐκλεγοῦν Μητροπολίτες καί ἔπειτα νά ἐπιστρέψουν στήν Ρωσία.

Τό ἔτος 1459 μέ διαταγή τοῦ Ἡγεμόνα Βασιλείου Βασίλιεβιτς ἔγινε Σύνοδος στήν Μόσχα καί ἀποφασίσθηκε ἡ διαίρεση τῆς Μητροπόλεως τῆς Ρωσίας στήν Μητρόπολη τῆς Μόσχας καί τήν Μητρόπολη τοῦ Κιέβου. Εἶναι ἡ περίοδος πού ἀνεξαρτητοποιήθηκε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας ἀπό τό Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ Μητροπολίτης Μόσχας θά ἐκλέγεται στό ἑξῆς ἀπό τήν Σύνοδο τῶν Ρώσων ἐπισκόπων «καί ἡ ἐκλογή του θά ἐπικυρώνεται μόνο ἀπό τήν κεφαλή τοῦ ρωσικοῦ κράτους, χωρίς τήν ἀναγκαία ἔγκριση ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη».

Σέ αὐτό συνετέλεσαν καί ἄλλα γεγονότα πού εἶχαν προηγηθῆ, ὅπως θά δοῦμε πιό κάτω, πού εἶχαν σχέση τόσο μέ τήν Σύνοδο τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας τό ἔτος 1438-1439 ὅσο καί μέ τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως στούς Ὀθωμανούς τό 1453. Ἔκτοτε, ὁ Τσάρος παρουσιάζεται ὡς προστάτης ὅλων τῶν ὀρθοδόξων. Σημειώνει ὁ συγγραφεύς:

«Ἡ ἀνάπτυξη τῆς δύναμης τῆς πολιτείας καί δή τοῦ Τσάρου ὁ ὁποῖος μετά τήν ἀπελευθέρωση τῆς Ρωσίας ὑπό τῶν Μογγόλων καί τήν ὑποταγή τῶν Σλάβων τῆς Βαλκανικῆς καί τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας εἰς τούς Τούρκους ἐμφανίζεται ὡς ὁ μόνος προστάτης τῶν ἁπανταχοῦ ὀρθοδόξων καί τοῦ ὀρθοδόξου πληθυσμοῦ στό σύνολό του».

Μέ τήν στέψη τοῦ Ἰβάν Δ' τοῦ Τρομεροῦ (1533-1584) ὡς αὐτοκράτορα ἀπό τόν Μητροπολίτη Μόσχας Μακάριο τήν 16η Ἰανουαρίου τοῦ 1547 ἀποκλείστηκαν καί οἱ Ἕλληνες ἱεράρχες ἀπό τίς ἐπισκοπές καί τό Μητροπολιτικό θρόνο τῆς Ρωσίας. Αὐτό τό γεγονός ἔκανε τήν ρωσική ἱεραρχία «καθαρῶς ἐθνική ὑπόθεση». Ταυτόχρονα, ὅμως, ἡ ἀποδέσμευση ἀπό τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως παραχωροῦσε στόν ἑκάστοτε Τσάρο «τή σχετική δυνατότητα καί ἐξουσία νά παρουσιάζεται ὡς ὁ ἀνώτατος ρυθμιστής τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων τῶν ἀφορούντων στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας καί σέ θέματα ἐκλογῶν καί διαδοχῆς». Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι καί Μητροπολίτες «ὄχι μόνο ἐκλέγονταν κατά διαταγή καί κατά τήν ἀπόλυτη προτίμηση τοῦ Τσάρου ἀλλά καί ἐκθρονίζονταν ὅταν αὐτός ἐπιθυμοῦσε σχετικά ἤ τούς ἀνάγκαζε σέ παραίτηση». Πρόκειται καθαρά γιά μιά τσαρική θεοκρατία.

Ὁ Τσάρος ἀπέκτησε μεγάλη ἐξουσία στήν Ἐκκλησία, ὥστε ἀπό τούς 14 διαδόχους τοῦ Μητροπολίτου Μόσχας Ἰωνᾶ «μόνο 5 ἀπεβίωσαν στό θρόνο τους, καθώς οἱ 9 εἶχαν ἐκθρονισθῆ ἤ εἶχαν ἀναγκασθῆ νά παραιτηθοῦν. Ἀναφέρεται καί περίπτωση τοῦ Φιλίππου ὁ ὁποῖος εἶχε φονευθῆ ἀπό ἐνέργειες τοῦ Τσάρου πού ὑπαγόρευσαν τήν τέλεση τῆς σχετικῆς πράξης».

Τό 1589 ἱδρύθηκε τό Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας. Εἶχαν προηγηθῆ ἀφ' ἑνός μέν ἡ ἀνεξαρτητοποίηση τοῦ Μητροπολίτου Μόσχας ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀφ' ἑτέρου δέ ἡ πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλά καί ὅλων τῶν περιοχῶν τῆς Ἀνατολῆς στούς Τούρκους, καί γι᾿ αὐτό ὅλα τά Ὀρθόδοξα Πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολῆς εἶχαν περιέλθει σέ δεινή κατάσταση, ἀκόμη καί οἰκονομική. Ἐπισημαίνεται χαρακτηριστικά:

«Σέ θέματα πού ἅπτονταν οἰκονομικῶν ζητημάτων ἤδη ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 16ου αἰώνα οἱ Πατριάρχες τῆς ἀνατολῆς καί κατ᾿ ἐπέκταση τό σύνολο τῶν Ἐκκλησιῶν πού περιέχονταν στά Πατριαρχεῖα τους βρίσκονταν σέ πολύ δυσχερῆ καί προβληματική οἰκονομική κατάσταση καί πολλές φορές ἀναγκάζονταν νά προστρέχουν στή Μόσχα γιά νά λάβουν χρηματικές ἐνισχύσεις καί οἰκονομικά βοηθήματα γιά νά ἀνταπεξέλθουν στίς ὑποχρεώσεις τους».

Ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Ἰωακείμ τό ἔτος 1586 μετέβηκε στήν Μόσχα καί ἄκουσε τήν πρόταση τοῦ Τσάρου Θεόδωρου γιά τήν ἵδρυση τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἀλλά ἀπάντησε ὅτι αὐτό ἀπαιτεῖ τήν σύμφωνη γνώμη ὅλων τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς. Ὑποσχέθηκε, ὅμως, ὅτι θά ἐνημερώση τούς ἄλλους Πατριάρχες.

Στήν συνέχεια, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας ὁ Β΄ μετέβη τό ἔτος 1588 στήν Μόσχα γιά οἰκονομική βοήθεια καί ἐκεῖ δέχθηκε τήν πρόταση τοῦ Τσάρου Θεόδωρου γιά ἵδρυση Πατριαρχείου τῆς Μόσχας. Ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας Β΄ συμφώνησε «καθώς εὐελπιστοῦσε μακροπρόθεσμα πώς θά ἦταν δυνατό νά καταστεῖ ὁ ἴδιος Πατριάρχης στό ἐν λόγω Πατριαρχεῖο». Μετά, ὅμως, ὑποχώρησε σέ αὐτές τίς πρῶτες σκέψεις του καί συμφώνησε νά καταστήση τόν Μητροπολίτη Ἰώβ σέ Πατριάρχη. Αὐτό ἔγινε τήν 26η Ἰανουαρίου τοῦ 1589. Συγχρόνως ἱδρύθηκαν 6 Μητροπόλεις στήν ρωσική ἐπικράτεια, 6 Ἀρχιεπισκοπές καί 6 ἐπισκοπικές ἕδρες.

Ὅταν ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας Β΄ ἐπέστρεψε στήν Κωνσταντινούπολη, συνεκάλεσε τό 1590 Σύνοδο ἀπό τούς Πατριάρχες Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων, γιατί ὁ θρόνος τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας τελοῦσε σέ χηρεία, γιά ἐξέταση τοῦ θέματος αὐτοῦ. Τελικά ἡ Σύνοδος τό 1593 μέ ὅλους τούς Πατριάρχες, καί τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας πού ἐν τῷ μεταξύ ἐξελέγη, δηλαδή τοῦ Μελετίου Πηγᾶ, ἐπικύρωσε τήν ἀπόφαση τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως νά δώση τήν Πατριαρχική τιμή καί ἀξία στόν Πατριάρχη Μόσχας καί νά καταλάβη τήν 5η θέση στήν σειρά κατάταξης μετά τόν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων.

Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἄποψη τοῦ συγγραφέως τῆς μελέτης αὐτῆς πού δείχνει τήν κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε τήν ἐποχή ἐκείνη:

«Στήν ἀνακήρυξη αὐτή καί στήν τελική ἐπικράτηση αὐτῆς τῆς νέας διαμορφωμένης κατάστασης ἔπαιξε ρόλο καί ἡ οἰκονομική δυσχέρεια στήν ὁποία εἶχαν ὑποπέσει πολλά πατριαρχεῖα τῆς ἀνατολῆς. Ἡ οἰκονομική ἀνέχεια τῶν πατριαρχείων τῆς ἀνατολῆς ἦταν ἕνα ἀδιαμφισβήτητο γεγονός πού τά κατέστησε εὐάλωτα καί τά ὁδήγησε νά ζητήσουν οἰκονομική στήριξη καθώς ἀδυνατοῦσαν νά ἐξυπηρετήσουν τίς ὑποχρεώσεις τους. Χαρακτηριστικά μπορεῖ νά ἀναφερθεῖ τό γεγονός τῆς ἐπίσκεψης στή Μόσχα τοῦ Πατριάρχη Ἰωακείμ προκαθημένου τοῦ πατριαρχείου τῆς Ἀντιοχείας, ὁ ὁποῖος ἔγινε δέκτης οἰκονομικῆς προσπάθειας ἐπηρεασμοῦ καί παρεμβολῆς ἀπό πλευρᾶς Μόσχας. Ὑπῆρχαν καί ἄλλες παρόμοιες περιπτώσεις ὅπως καί μέ τό πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως ὅπου ἔλαβαν χώρα ἀντίστοιχες οἰκονομικές προσεγγίσεις πού συνεπάγονταν οἰκονομικά ἀνταλλάγματα γιά τήν ἐξασφάλιση εὔνοιας καί συναλληλίας».

Κατά τίς διαβουλεύσεις τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμία Β΄ μέ τούς Ρώσους, ὅπως προαναφέρθηκε, τέθηκε καί ἡ πρόταση νά μετεγκατασταθῆ ὁ Ἱερεμίας στήν Μόσχα, πράγμα πού τελικά ἀπορρίφθηκε ἀπό τόν Πατριάρχη. Ὅμως, ἐκεῖνο πού φαίνεται εἶναι ὅτι ὁ Τσάρος ἤθελε ὁ Πατριάρχης Μόσχας νά καταλάβη τήν τρίτη θέση στήν ἱεραρχική τάξη τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν, μετά τόν Κωνσταντινουπόλεως καί Ἀλεξαδρείας, καί πρίν τόν Ἀντιοχείας καί τόν Ἱεροσολύμων, πράγμα πού δέν πραγματοποιήθηκε, γιατί δέν συμφώνησαν καί οἱ ἄλλοι Πατριάρχες, καί τελικά ὁ Πατριάρχης Μόσχας κατέλαβε τήν πέμπτη θέση μετά τόν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων.

Αὐτές οἱ κινήσεις ἔχουν σχέση μέ τήν θεωρία περί «Τρίτης Ρώμης» πού ἀναπτύχθηκε ἀπό τούς Ρώσους καί τήν ὁποία θά δοῦμε στήν ἑπόμενη ἑνότητα.

Ὅμως, ἐκεῖνο πού πρέπει νά τονισθῆ ἐδῶ εἶναι ὅτι κατά καιρούς ὑπῆρχε σύγκρουση μεταξύ τοῦ Πατριάρχου Μόσχας καί τοῦ Τσάρου, μέ χαρακτηριστική περίπτωση τήν σύγκρουση μεταξύ τοῦ Πατριάρχου Νίκωνα καί τοῦ Τσάρου Ἀλεξάνδρου Μιχαήλοβιτς. Τελικά, στά μέσα τοῦ 1700 μέ τήν διαταγή τοῦ Μεγάλου Πέτρου καταργήθηκε τό Ρωσικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο ἀνασυστάθηκε μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ Κομμουνισμοῦ στήν Ρωσία.

δ) Ἡ θεωρία περί τῆς Τρίτης Ρώμης

Ἐκεῖνο πού εἶναι σημαντικό στήν μελέτη αὐτή τήν ὁποία παρουσιάζω ἐδῶ μέ συντομία, καί μάλιστα καταλαμβάνει τό μεγαλύτερο μέρος τῆς μεταπτυχιακῆς αὐτῆς ἐργασίας εἶναι ἡ θεωρία περί τῆς «Τρίτης Ρώμης», πού ἄρχισε τόν 15ο αἰώνα καί ἀναπτύχθηκε κυρίως τόν 16ο αἰώνα, ὅτι δηλαδή στήν παλαιά ἐποχή ὑπῆρχε ἡ Πρώτη Ρώμη πού ἦταν ἡ πρωτεύουσα τῆς ἀρχαίας Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ἔπειτα μέ τήν μεταφορά τῆς Πρωτεύουσας τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους ἀπό τήν Ρώμη στήν Κωνσταντινούπολη δημιουργήθηκε ἡ Δεύτερη Ρώμη, καί στήν συνέχεια ἡ Μόσχα ἡ ὁποία εἶναι ἡ Πρωτεύουσα τῆς Νέας Χριστιανικῆς αὐτοκρατορίας εἶναι ἡ Τρίτη Ρώμη.

Ἡ θεωρία αὐτή δέν μπορεῖ κατ᾿ ἀρχήν νά εὐσταθήση, γιατί δέν ὑπῆρξε ποτέ Πρώτη καί Δεύτερη Ρώμη, ἀλλά Παλαιά καί Νέα Ρώμη, ὁπότε δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη καί Τρίτη Ρώμη.

Θά δοῦμε, ὅμως, μερικές πλευρές αὐτῆς τῆς θεωρίας, ὅπως παρουσιάζεται σέ αὐτήν τήν μεταπτυχιακή ἐργασία.
Κατ᾿ ἀρχάς θά δοῦμε τήν πολιτική πλευρά τῆς θεωρίας αὐτῆς πού ἀπετέλεσε τήν ἰδεολογία «γιά τήν σταθεροποίηση ἀφ᾿ ἑνός καί ἀφ᾿ ἑτέρου τή μετέπειτα πορεία τοῦ μετασχηματισμοῦ τοῦ Ρωσικοῦ κράτους».

Πρίν ἡ θεωρία αὐτή λάβη πολιτική ἰδεολογία στά γραπτά χειρόγραφα τοῦ 16ου αἰώνα εἶχε ἀναπτυχθῆ καί ἐπεξεργασθῆ ἀπό διαφόρους συγγραφεῖς πού διακατέχονταν ἀπό λογοτεχνικό καί ἰδεολογικό περιεχόμενο, ὅπως στά «Ρωσικά χρονικά». Σύμφωνα μέ αὐτές τίς παραδόσεις ὁ πρίγκιπας τῆς Μόσχας καταγόταν «ἀπό τήν οἰκογένεια τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Ρώμης Αὔγουστο».

Μετά τήν πτώση τῆς Κωνσταντινούπολης στούς Ὀθωμανούς ἀναπτύχθηκε ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Τσάρος Ἰβάν ὁ Γ΄ πού παντρεύτηκε τήν Ζωή-Σοφία Παλαιολογίνα, ἀνηψιά τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου «ἦταν αὐτοδίκαια ὁ μόνος διάδοχος καί συνεχιστής τῶν βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων». Ἔτσι, ὅπως ὑποστήριζε ὁ Μητροπολίτης Μόσχας Ζωσιμᾶς ἤ Ζώσιμος, ὁ Τσάρος Ἰβάν «ἦταν ὁ νέος Κωνσταντῖνος τῆς νέας βασιλεύουσας». Ἐπειδή ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι λαοί, πλήν τῆς Ρωσίας, εἶχαν «ὑποταχθῆ στούς Τούρκους, καί ἡ Ρωσία εἶχε ἀποτινάξει τόν ζυγό τῆς μογγολικῆς ἐπικυριαρχίας, αὐτή πρέπει νά εἶναι διάδοχος τοῦ Βυζαντίου καί ὄχι ἡ Ὀθωμανική αὐτοκρατορία».

Στά μέσα τοῦ 15ου αἰώνα «ἡ θεωρία περί ‘’Τρίτης Ρώμης’’ εἶχε διαδοθεῖ εὐρύτατα στό ρωσικό χῶρο καί εἶχε διεισδύσει στίς καρδιές καί στίς φιλοδοξίες λαϊκῶν καί κληρικῶν, μέσα ἀπό συναξάρια καί θρησκευτικές γραπτές ἀναφορές, ἐπιστολές καί κείμενα πού ἦσαν πολύ διαδεδομένα τήν ἐποχή ἐκείνη καί εἶχαν ἀπήχηση στό λαό ὁ ὁποῖος τά ἐμπιστευόταν καί τά διάβαζε». Αὐτή ἡ διαρκής συνείδηση κατέληξε στήν ἵδρυση τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας στό μισό τοῦ 16ου αἰώνα.

Κυρίως ὁ μοναχός τοῦ Πσκώφ Φιλόθεος (τέλη 15ου αἰώνα) ἦταν ἐκεῖνος πού ἀνέπτυξε περισσότερο καί διατύπωσε τήν θεωρία περί τῆς «Τρίτης Ρώμης». Σύμφωνα μέ τήν θεωρία αὐτή ἡ Πρώτη Ρώμη ὑπέπεσε στήν εἰδωλολατρία, καί ἡ Δεύτερη Ρώμη, ἡ Κωνσταντινούπολη, τιμωρήθηκε ἀπό τόν Θεό, ἐπειδή παρέκλινε ἀπό τήν ὀρθόδοξη πίστη, λόγῳ τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἕνωσης μέ τούς Λατίνους στήν Φερράρα–Φλωρεντία τό 1438-1439. Ὁ μοναχός Φιλόθεος ἔγραφε στόν Τσάρο:

«Εἶσαι ὁ μόνος Χριστιανός Τσάρος σέ ὅλη τήν οἰκουμένη, στά χέρια σου συγκρατεῖς τά ἡνία ὅλων τῶν θρόνων τῆς Ἁγίας Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δέν βρίσκεται πλέον μήτε στήν Εὐρώπη, μήτε στήν Κωνσταντινούπολη, ἀλλά στήν Μόσχα». Συμπλήρωνε δέ τίς ἀπόψεις του ὅτι ἡ Μόσχα εἶναι ἡ Τρίτη Ρώμη καί δέν θά ὑπῆρχε πλέον Τέταρτη Ρώμη, γι᾿ αὐτό ἡ Μόσχα «ἀποτελεῖ τήν ἔσχατη Ρώμη». «Ἡ Τρίτη Ρώμη σέ ἀντίθεση μέ τίς προηγούμενες στέκει ὄρθια καί θά εἶναι ἡ τελευταία, καθώς δέ θά ὑπάρξει τέταρτη στό μέλλον». Ὁ κόσμος ὑπάρχει γιατί ὑπάρχει ἡ Μόσχα καί ἄν ἡ Μόσχα παύση νά εἶναι τό κέντρο τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, τότε πλησιάζει τό τέλος τοῦ κόσμου.

Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική καί ὁ Τσάρος Ἰβάν ὁ Τρομερός θεωροῦσε ὅτι εἶναι ὁ ἀπόλυτος μονάρχης καί ὅτι ἡ ἐξουσία του αὐτή προέρχεται ἀπό τόν Θεό. Ὁ Ἰβάν ὁ Δ΄ θεωροῦσε ὅτι ὅποιος ἐμφανιζόταν ἀπέναντί του μέ διάθεση κριτικῆς τά ἔβαζε μέ τόν Θεό. Γενικά, «ὁ Τσάρος βίωσε τόν ἑαυτό του σάν ἕνα ἡγέτη πού ἐπιλέχθηκε καί ἀπεστάλη ἀπό τό Θεό».

Αὐτή ἡ νοοτροπία, σέ συνδυασμό μέ ὅσα θά ἀναφερθοῦν γιά τήν ἐκκλησιαστική προοπτική τῆς θεωρίας περί τῆς «Τρίτης Ρώμης», ἀπετέλεσε ἀπό τόν 16ο αἰώνα τήν ἔννοια τῆς «Ἁγίας Ρωσίας». Ἡ «Ἁγία Ρωσία» συνδεόταν στενά μέ τήν θεωρία τῆς «Τρίτης Ρώμης», καί αὐτή ἡ ἀνώτερη δόξα της δέν προερχόταν ἀπό μιά προσωπική κατάκτηση, ἀλλά ἀπό τό ὅτι «ἡ Τρίτη Ρώμη ἦταν ἕνα δημιούργημα τοῦ Θεοῦ διαλεγμένο ἀπό τόν Ἴδιο γιά τήν ὁλοκλήρωση τοῦ θελήματός Του». Αὐτή ἦταν ἡ ἰδεολογία τοῦ Ρωσικοῦ Κράτους κατά τήν διάρκεια τοῦ 16ου αἰώνα.

Στενά συνδεδεμένη μέ τήν πολιτική πλευρά τῆς θεωρίας περί «Τρίτης Ρώμης» εἶναι καί ἡ ἐκκλησιαστική της πλευρά. Στήν ἀρχή ἡ θεωρία περί «Τρίτης Ρώμης» εἶχε κυρίως πολιτική διάσταση καί δέν εἶχε προχωρήσει στήν ἐκκλησιαστική πλευρά, δηλαδή τήν ὑποτίμηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, γιατί δέν μποροῦσαν νά παραβιασθοῦν οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πού ἔκαναν λόγο γιά Παλαιά καί Νέα Ρώμη, καί ὄχι γιά Πρώτη καί Δεύτερη Ρώμη, ὥστε στήν συνέχεια νά ὑπάρξη καί Τρίτη Ρώμη. «Ἡ ἐκκλησιαστική προοπτική ἀγνοοῦσε τό ἀνυπόστατο καί τό πλασματικό τριαδικό σχηματισμό ‘’Πρώτη-Δεύτερη-Τρίτη Ρώμη’’ πού προέκυψε στό στερέωμα τῆς δεδομένης χρονικῆς στιγμῆς».

Ὅπως ἦταν ἑπόμενο μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἡ θεωρία περί «Τρίτης Ρώμης» πέρασε καί στήν ἐκκλησιαστική ζωή καί λειτούργησε «μέ σκοπό τήν ἀντιπαράθεση πρός τήν Κωνσταντινούπολη καί τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο». Σκοπός τῆς θεωρίας αὐτῆς ἦταν ὅτι «ἔπρεπε νά καταλυθεῖ ἡ πρωτοκαθεδρία τοῦ Πατριαρχείου» καί γιά νά γίνη αὐτό «ἔπρεπε μέ κάποιο τρόπο νά παραδεχθεῖ πώς τό Πατριαρχεῖο ὑπέπεσε σέ αἵρεση».

Ἔτσι, κατά τήν θεωρία αὐτή, ἡ Πρώτη Ρώμη ὑπέπεσε στήν αἵρεση τοῦ ἀπολιναρισμοῦ, ἐπειδή δέχθηκε τήν χρησιμοποίηση τῶν ἀζύμων στήν θεία Λειτουργία, καί ἡ Δεύτερη Ρώμη ἔχασε τήν πίστη μέ τήν ἕνωσή της μέ τούς Λατίνους, γι' αὐτό τιμωρήθηκε ἀπό τόν Θεό μέ τήν Ἄλωση ἀπό τούς ἀπίστους. Ὁπότε ἡ «Τρίτη Ρώμη» εἶναι «κάτι περισσότερο ἀπό ὅτι ἦταν ἡ δεύτερη Ρώμη (Κωνσταντινούπολη). Μάλιστα, κατά τόν 16ο αἰώνα οἱ περισσσότεροι Ρῶσοι «προσδοκοῦσαν πώς τά Ρωσικά ἔθιμα καί οἱ παραδόσεις εἶχαν φθάσει πολύ ψηλότερα ἀπό τά ἀντίστοιχα τῆς Κωνσταντινούπολης πού εἶχαν προηγηθεῖ».

Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική ἀναπτύχθηκαν καί ἄλλες θεωρίες, ὅπως ὅτι ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας ἀπό τό Τιχβίν, φιλοτεχνήθηκε ἀπό τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανό, ἀλλά φυγαδεύθηκε κατά τήν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας, ἔπειτα ἀπό πολλά ἔτη ἐπέστρεψε στήν Κωνσταντινούπολη, καί στήν συνέχεια μέ θαῦμα, μετά τήν πτώση τῆς Κωνσταντινούπολης, μετέβη στό Τιχβίν. Ἐπίσης, ἀναπτύχθηκε καί ὁ μύθος τῆς «λευκῆς Μίτρας» (τοῦ λευκοῦ καμηλαυκίου) ἡ ὁποία εἶχε δοθῆ στόν Πάπα Σίλβεστρο ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο, καί μετά τήν αἵρεση τοῦ ἀπολιναρισμοῦ πού ἐπικράτησε στήν Δύση (ἀποδοχή ἀζύμου ἄρτου στήν θεία Εὐχαριστία) μεταφέρθηκε στήν Κωνσταντινούπολη καί ἀπό ἐκεῖ πῆγε στήν Μόσχα.

«Ὅλες αὐτές οἱ παραδόσεις καί ἀναφορές πού ἀνακυκλώνονταν ἀδιάκοπα καί μέ ἐπιτήδευση στόχευαν τήν μείωση τοῦ κύρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου». Παράλληλα μέ αὐτήν τήν θεωρία περί τῆς «Τρίτης Ρώμης» ἦταν καί τό ὅραμα τῆς μεταφορᾶς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη στήν Ρωσία, ἀλλά κυκλοφοροῦσε καί ἕνα σενάριο νά ἐγκατασταθῆ στήν Κωνσταντινούπολη Πατριάρχης προερχόμενος ἀπό τήν Ρωσία.

Τελικά, ὅπως προαναφέρθηκε, ἱδρύθηκε τό Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας. Μάλιστα, ὑποστηρίζεται ὅτι «στήν πραγματικότητα ὁ τίτλος (τοῦ Πατριάρχου) ἀποκτήθηκε ἀπό ἐκβιασμό καθώς ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εἶχε γίνει οἰκονομικά ἐξαρτώμενος ἀπό τήν Ρωσία καί τή δεδομένη περίοδο γιά νά ἐξασφαλίσει τή συνέχεια τῆς οἰκονομικῆς ὑποστήριξης προχώρησε σέ ἀντάλλαγμα τήν ἀναγνώριση τοῦ τίτλου τοῦ Πατριάρχη».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τοῦ πῶς ἐκφραζόταν ἡ θεωρία περί «Τρίτης Ρώμης» εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ, στήν πραγματικότητα τοῦ Βατοπαιδινοῦ ὁ ὁποῖος πῆγε στήν Μόσχα τό 1518, ὕστερα ἀπό πρόσκληση τοῦ ἡγεμόνα Βασιλείου Γ΄ γιά νά διορθώση τά μεταφρασθέντα κείμενα ἀπό τά ἑλληνικά στά ρωσικά. Ὁ ἅγιος Μάξιμος βρέθηκε μπροστά σέ μιά ἀνθελληνική ἀντίδραση πού ἦταν «ἔκφανση ρωσικοῦ σοβινισμοῦ» μέ ἀποτέλεσμα νά καταδικασθῆ, νά ὑποστῆ ἐγκλεισμό καί διωγμό καί τελικά νά ὑποκύψη ἀπό τίς πολλές ταλαιπωρίες πού ὑπέστη.

Κατά τήν ἀποστολή του αὐτή διαπίστωσε πολλές ἀλλοιώσεις στήν ρωσική κοινωνία, ἀλλά ἐκεῖνο πού πρέπει νά ἐπισημανθῆ εἶναι ὅτι ἀντιμετώπισε καί τήν θεωρία περί τῆς «Τρίτης Ρώμης».

Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὑπερασπίσθηκε τόν σεβασμό στήν κανονική τάξη καί ἄσκησε κριτική, ὅπως καί ἀντιστάθηκε στήν θεωρία τῆς «Τρίτης Ρώμης», ὅτι δηλαδή τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἐξέπεσε ἀπό τήν ὀρθόδοξη πίστη καί παραδόθηκε στήν ὀθωμανική πίεση καί γι' αὐτό τήν θέση του πρέπει νά καταλάβη τό Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας.

Ἔτσι, ὁ ἅγιος Μάξιμος «ἀμφισβητεῖ σφοδρά τήν θεωρία τῆς "Τρίτης Ρώμης" ἐν τῷ συνόλῳ της καί προσπαθεῖ νά διορθώσει τά κακῶς κείμενα πού ἔχουν δημιουργηθεῖ στούς Ἐκκλησιαστικούς κόλπους ἀνά τήν ρωσική ἐκκλησιαστική ἐπικράτεια». Τήν ἐποχή τοῦ ἁγίου Μαξίμου ὑπῆρχαν «ρωσικοί Ἐκκλησιαστικοί κύκλοι» πού προωθοῦσαν τήν ἀπόσχιση τῆς Ρωσίας ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ὁ ἅγιος Μάξιμος ἀντιστάθηκε σθεναρά σέ αὐτήν τήν ἐπιδίωξη.

Ἡ θεωρία τῆς «Τρίτης Ρώμης» πού, ὅπως προαναφέρθηκε, ἄρχισε τόν 15ο αἰώνα καί κυρίως ἀναπτύχθηκε τόν 16ο αἰώνα, θά μποροῦσε νά ὑποστηριχθῆ ὅτι κατέληξε στόν Πανσλαβισμό, δηλαδή «ἀποτέλεσε τόν προάγγελο τῆς θεωρίας τοῦ Πανσλαβισμοῦ καί ἑνός ἐκτεταμένου Σλάβικου Ἐθνοφυλετισμοῦ πού ἀκολούθησε στούς ἑπόμενους αἰῶνες καί πυροδότησε πολλές πολιτικές ἐξελίξεις καί στάθηκε ἀφορμή γιά ποικίλες ἐνέργειες καί δράσεις στή γενικότερη περιοχή».

Ὁ πανσλαβισμός ἦταν τό κίνημα πού ἀναπτύχθηκε τόν 19ο αἰώνα μέχρι τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα καί προσέβλεπε στήν «συνένωση ὅλων τῶν σλαβικῶν λαῶν σέ ἕνα ἑνιαῖο Ὁμοσπονδιακό Κράτος», κάτω ἀπό τόν ἔλεγχο τῆς Ρωσίας. Ἦταν στήν πράξη «ἕνα ἰδεολογικό θρησκευτικό πρόσχημα».

Ὁ Πανσλαβισμός «στόχευσε τήν ἀπελευθέρωση τῶν Σλάβων ἀπό τούς δυνάστες τους» καί στήν συνέχεια ἀπέβλεπε στήν συνένωσή τους. Διάφοροι ἐπιστήμονες διατύπωσαν τήν θεωρία γιά τήν ἐθνικιστική ἀφύπνιση τῶν Σλάβων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι ἡ ἀνακήρυξη τῆς Βουλγαρικῆς Ἐξαρχίας τό 1870 καί ἡ δημιουργία μιᾶς μεγάλης Βουλγαρίας.

Ἕνας ἀπό τούς χαρακτηριστικούς ἐκφραστές τοῦ Πανσλαβισμοῦ εἶναι ὁ Νικόλαος Ντανιλέφσκι ὁ ὁποῖος μέ τό βιβλίο του Ρωσία καί Εὐρώπη τόνιζε ὅτι «οἱ σλαβικοί πληθυσμοί δέν πρέπει νά στραφοῦν στή Δύση ἀλλά στήν Ρωσία ἡ ὁποία εἶναι ἡ προστάτης τους καί ἡ μόνη ὁδός βοηθείας νά πετύχουν τό σκοπό τους». Οἱ Ρῶσοι μέ τίς πανσλαβιστικές ἀπόψεις διείσδυσαν σέ ὅλα τά Βαλκάνια, στό Ἅγιον Ὄρος καί ἀλλοῦ.

Μπορεῖ νά φαίνεται «ἀντισυμβατικό», ἀλλά ἡ θεωρία περί τῆς «Τρίτης Ρώμης» «βρῆκε πρόσφορο πρός καλλιέργεια ἔδαφος καί στήν περίοδο τῆς ἀνόδου καί ἐξουσίας τοῦ κομμουνισμοῦ τήν ἐποχή τῆς Σοβιετικῆς ἕνωσης». Αὐτή τήν περίοδο στόν διεθνῆ χῶρο ὁ Ρῶσος Πατριάρχης μποροῦσε «μέ εὐκολία νά ἐπηρεάσει καί διαμορφώσει τάσεις καί ἀντιλήψεις ἀνάμεσα στά λοιπά Σλαβικά Πατριαρχεῖα» τῶν ὁποίων οἱ χῶρες τους ἦταν κάτω ἀπό τό κομμουνιστικό καθεστώς, καί βρίσκονταν σέ ἄμεση ἤ ἔμμεση ἐξάρτηση ἀπό τήν Μόσχα. Τό ἴδιο γινόταν καί στίς Πανορθόδοξες συναντήσεις. Μέ ὅλα αὐτά τήν περίοδο αὐτή «ἡ θεωρία τῆς Τρίτης Ρώμης ἔκανε τήν ἐπανεμφάνισή της στό προσκήνιο».

Στό Συνέδριο τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πού ἔγινε στήν Μόσχα τό 1948 μέ τήν εὐκαιρία τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν 500 χρόνων τῆς αὐτοκέφαλης Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἔγινε ἀναφορά τῆς θεωρίας τῆς «Τρίτης Ρώμης» ἀπό συνέδρους, ὅπως ἕναν πολωνό, ἕνα βούλγαρο καί ἕνα ρῶσο, πού σημαίνει ὅτι αὐτή ἡ θεωρία σιγοκαίει στούς σλαβικούς πληθυσμούς.

Στό κείμενο αὐτῆς τῆς μεταπτυχιακῆς ἐργασίας παρατίθενται καί διάφορες εἰκόνες οἱ ὁποῖες δείχνουν τήν Μόσχα ὡς «Τρίτη Ρώμη».
Συμπέρασμα

Προσπάθησα στό κείμενο αὐτό νά παρουσιάσω τά κεντρικά σημεῖα αὐτῆς τῆς μεταπτυχιακῆς ἐργασίας τοῦ Ἀναστασίου-Ἰωάννη Λάλλου. Ὅταν, ὅμως, διαβάση κανείς τήν μελέτη αὐτή, τότε βλέπει ὅλο τό πρόβλημα πού ὑπῆρχε στούς αἰῶνες πού πέρασαν, ἀλλά καί στήν ἐποχή μας σχετικά μέ τήν θεωρία τῆς «Τρίτης Ρώμης». Τά γεγονότα εἶναι στήν ἐπικαιρότητα, γι᾿ αὐτό ἡ ἱστορία πρέπει νά γίνεται ὁδηγός γιά τό παρόν καί τό μέλλον.

Φαίνεται, λοιπόν, καθαρά, ὅτι ἡ θεωρία περί «Τρίτης Ρώμης» ἄρχισε τόν 15ο αἰώνα, ἀναπτύχθηκε κυρίως τόν 16ο αἰώνα καί διαδιδόταν στούς ἑπόμενους αἰῶνες μέχρι σήμερα, μέ διάφορες μορφές καί ἀπό ὅλα τά ρωσικά καθεστῶτα, ἤτοι τήν Τσαρική θεοκρατία, τήν Σταλινική ἀθεΐα, τόν Πανσλαβισμό καί τήν σύγχρονη Ρωσική διπλωματία. Αὐτό συνεχίζεται καί στίς ἡμέρες μας, καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ὑπονομεύεται ποικιλοτρόπως τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο πού ἔχει καθιερωθῆ ἀπό τούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἀπό τήν ὅλη ἐκκλησιαστική πρακτική ὡς ἡ Πρωτόθρονη Ἐκκλησία.

Ὅποιος συμμετέχει στίς πανορθόδοξες Ἐπιτροπές ἤ παρατηρεῖ τό τί γίνεται στίς συναντήσεις τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, διαπιστώνει μέ εὐκολία τήν ὑπονομευτική αὐτή πολιτική ὅσων διακατέχονται ἀπό τήν θεωρία περί τῆς «Τρίτης Ρώμης». Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί θέλουν νά ἀνατρέψουν τήν καθιερωμένη κανονική τάξη ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης προεδρεύει στίς πανορθόδοξες συναντήσεις καί ἀναλαμβάνει πρωτοβουλίες πού τοῦ ἔχει δώσει ἡ κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ γενικότερη ἐκκλησιαστική προοπτική. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος τό γνωρίζει πολύ καλά αὐτό, γι᾿ αὐτό καί κινεῖται ἀνάλογα. Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά δοῦμε καί τήν χορήγηση τῆς αὐτοκεφαλίας στήν Οὐκρανία.

Διαβάζοντας μέ προσοχή αὐτήν τήν μεταπτυχιακή ἐργασία, αἰσθάνθηκα λύπη γιά ὅσους δέν βλέπουν αὐτήν τήν κατάσταση καί ὑποστηρίζουν τήν ἡγεσία τῶν Ρώσων στήν πολεμική ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Τελικά, ὅσοι δέν βλέπουν αὐτήν τήν κατάσταση στήν ὑπόθεση τῆς Οὐκρανίας πάσχουν ἤ ἀπό ἀφέλεια ἤ ἀπό μυωπία ἤ ἀπό ὑπερμετρωπία καί δαλτονισμό.

Συνήθως ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, ἔχοντας ρωμαίικη συνείδηση καί νοοτροπία, διαπνεόμαστε ἀπό ἕνα οἰκουμενικό πνεῦμα, χωρίς νά εἴμαστε ἐθνικιστές, ἀλλά ὅμως δέν πρέπει νά εἴμαστε ἀφελεῖς, γιατί τότε θά ἀποδειχθοῦμε καί ἐπικίνδυνοι ἀπέναντι στήν ἱστορία καί στόν θησαυρό τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως καί στήν κληρονομία τῶν Πατέρων μας χάριν ἀτομικῶν συμφερόντων καί ποικιλότροπων σκοπιμοτήτων.

Σέ ἑπόμενο κείμενό μου θά ἀναφερθῶ στό θέμα τῶν ἐκκλησιολογικῶν μεταπτώσεων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας.

Οἱ ἐκκλησιολογικές μετα-πτώσεις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου



Ὁ οἰκουμενισμός συνδέεται μέ τόν σχετικισμό ἤ σχετικοκρατία, ὅτι, δηλαδή, ὅλα εἶναι σχετικά καί ἔτσι δημιουργεῖται σύγχυση στά θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά θέματα. Ἄλλο, βέβαια, εἶναι ἡ οἰκουμενικότητα καί ἄλλο εἶναι ὁ οἰκουμενισμός, ὁ ὁποῖος διακρίνεται γιά σύγχυση μεταξύ ἀληθείας καί πλάνης, μεταξύ ἀληθείας καί αἱρέσεως.

Παρατηρῶ, ὅμως, ὅτι οἱ ἀντιοικουμενιστές στήν Ἑλλάδα κρίνουν καί ἐπικρίνουν ἔντονα τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἰδίως τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο, ἐνῶ ἀμνηστεύουν παράλληλα τίς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, κυρίως τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας. Νομίζω ὅτι αὐτό δέν εἶναι δίκαιο, οὔτε ἀντικειμενικό.

Γι’ αὐτό στήν συνέχεια θά θίξω τήν κατά καιρούς στάση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μόσχας, κυρίως ἔναντι τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν. Οὐσιαστικά, θά παρουσιάσω τίς μετα-πτώσεις της σέ ἐκκλησιολογικά θέματα, πού γίνεται ἀνάλογα μέ τίς ἑκάστοτε ἔξωθεν ἐπιδράσεις.
Πρέπει ἀπό τήν ἀρχή νά διευκρινίσω ὅτι ὅσα θά γραφοῦν στήν συνέχεια δέν ἀφοροῦν τόν ὀρθόδοξο ρωσικό λαό καί τούς ἁγίους πού ἔζησαν καί ζοῦν στήν Ρωσία, ἀλλά τήν κατά καιρούς ἡγεσία πού ἐπηρεάσθηκε ἀπό ἄλλους παράγοντες.
1. Ἡ ἀπόφαση τοῦ «Συνεδρίου»-Συνάξεως στήν Μόσχα τό 1948 κατά τοῦ Παπισμοῦ

Τό ἔτος 1948 (Αὔγουστος) θεωρεῖται ὡς σημαντικό γιά τήν οἰκουμενική κίνηση, γιατί τότε ἱδρύθηκε τό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν, καί διεξήχθη ἡ Α΄ Γενική Συνέλευσή του στό Ἄμστερνταμ τῆς Ὁλλανδίας.

Ἕνα μήνα πρίν καί συγκεκριμένα μεταξύ 8-18 Ἰουλίου τοῦ 1948, συνεκλήθη στήν Μόσχα ἕνα «Συνέδριο τῶν ἀρχηγῶν καί ἀντιπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν», μέ τήν εὐκαιρία τῶν 500 ἐτῶν ἀπό τήν ἀνεξαρτητοποίηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, πού ἔγινε τό ἔτος 1448.

Στό «Συνέδριο» αὐτό ἐξετάσθηκαν τά θέματα «Βατικανό καί Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», «Ἀγγλικανική Ἱεραρχία», «Οἰκουμενική Κίνησις καί Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία» καί «Ἐκκλησιαστικόν Ἡμερολόγιον».

Ὁ καθηγητής Ἰωάννης Καρμίρης δημοσίευσε τήν ἀπόφαση τοῦ «Συνεδρίου» αὐτοῦ γιά τό Βατικανό, τό ὁποῖο μέ ἐνδιαφέρει στό παρόν κείμενό μου, μέ θέμα «Βατικανό καί Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία», τήν ὁποία ὑπέγραψαν τέσσερεις Πατριάρχες (Ρωσίας, Σερβίας, Ρουμανίας καί Βουλγαρίας) καί οἱ ἀντιπρόσωποι ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Γεωργίας, Βουλγαρίας, Πολωνίας, Τσεχοσλοβακίας καί Ἀλβανίας).

Τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς προηγήθηκαν πέντε Εἰσηγήσεις, ἤτοι: α) τοῦ Ρώσου Ἀρχιεπισκόπου τοῦ Καζάν Ἑρμογένους μέ τίτλο «Παπωσύνη καί Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία», β) τοῦ Ρώσου Πρωτοπρεσβυτέρου Γαβριήλ Kostelnik μέ τίτλο «τό Βατικανόν καί ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία», γ) τοῦ ἰδίου μέ τίτλο «Ρωμαϊκή Ἐκκλησία καί ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας», δ) τοῦ Βούλγαρου Μητροπολίτου τοῦ Plovdiv Κυρίλλου μέ τίτλο «ἡ Ρώμη καί ἡ Βουλγαρία» καί ε) τοῦ Ρουμάνου καθηγητοῦ Th. Popescu μέ τίτλο «ἡ στάσις τοῦ Βατικανοῦ ἔναντι τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τά τελευταῖα 30 ἔτη».

Ὁ ἴδιος καθηγητής, πού παραθέτει τό κείμενο τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, γράφει ὅτι παραλείπει τό τελευταῖο τμῆμα τοῦ κειμένου «ἅτε περιλαβόν πολιτικολογίαν, ἐξηγουμένην ἐκ τῶν συνθηκῶν τῆς ἐκδόσεως αὐτῆς». Αὐτή ἡ παρατήρηση γιά τήν παράλειψη τοῦ τελευταίου τμήματος τοῦ κειμένου τῆς ἀποφάσεως, νομίζω ὅτι δείχνει καί τήν στοχοθεσία τοῦ ὅλου Συνεδρίου καί τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, γιατί ἡ Ρωσία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καί ἀπό τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἔπρεπε νά διαφοροποιηθῆ ἀπό τήν Δύση γιά πολιτικούς λόγους, ὅπως θά δοῦμε πιό κάτω.

Θά κάνω μιά περίληψη κατά ἑνότητες τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς γιά τό Βατικανό, γιά νά φανῆ τό περιεχόμενό της.

Στήν ἀρχή γίνεται λόγος γιά τό ὅτι «ἡ Ρωμαϊκή Κούρια μετά τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης ἐπί κεφαλῆς ἐν τῇ ροῇ τῶν αἰώνων, διέφθειρεν, ὑπό τήν ἐπίδρασιν κοσμικῆς καί ὑπερφιάλου οἰήσεως καί ἄλλων καθαρῶς ἀνθρωπίνων αἰτίων, τήν ἀληθῆ εὐαγγελικήν διδασκαλίαν». Ἀναφέρεται ἡ ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ ὁποία ἀποφαίνεται ὅτι πρέπει νά φυλάττουμε «ἀκαινοτόμητόν τε καί ἀπαράτρωτον τήν παραδοθεῖσαν ἡμῖν πίστιν ὑπό τῶν αὐτοπτῶν καί ὑπηρετῶν τοῦ Λόγου τῶν θεοκρίτων Ἀποστόλων». Ἔπειτα, γράφεται ὅτι «οἱ Ἐπίσκοποι Ρώμης» παρέβλεψαν αὐτήν τήν ἀπόφαση τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί «παρέφθειραν τήν καθαρότητα τῆς διδασκαλίας τῆς ἀρχαίας Οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας». Ἀναφέρει τά «νεοεισαχθέντα δόγματα» περί τοῦ Filioque, τῆς ἀσπίλου συλλήψεως τῆς Θεοτόκου, «ἰδίως τῆς παντελῶς ἀντιχριστιανικῆς διδασκαλίας περί τοῦ πρωτείου τοῦ Πάπα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καί τοῦ ἀλαθήτου αὐτοῦ». Μέ τήν ἀντιχριστιανική αὐτήν καινοτομία οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Ρώμης προξένησαν «τεραστίαν ζημίαν εἰς τήν ἑνότητα τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί γενικῶς εἰς τό ἔργον τῆς προσοικειώσεως τῆς σωτηρίας ὑπό τῶν ἀνθρώπων ἐπί τῆς γῆς».

Στήν συνέχεια, στό κείμενο τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ἀναφέρεται ὁ πρῶτος κανόνας τῆς ΣΤ΄ (τῆς Πενθέκτης) Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅτι δέν πρέπει οἱ Χριστιανοί νά προσθέτουν ἤ νά ἀφαιροῦν κάτι ἀπό ὅσα ἀποφάσισαν οἱ ἕξι Οἰκουμενικές Σύνοδοι, καθώς ἐπίσης ὅτι οἱ Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων «καταδικάζουσι νῦν τόν ρωμαϊκόν Παπισμόν δι’ ὅλα τά καινοφανῆ ρωμαϊκά δόγματα, τά ὁποῖα εἶναι καθαρῶς ἀνθρώπινοι ἐπινοήσεις, οὐδέν ἔχοντα ἔρεισμα οὔτε ἐν τῇ ἁγίᾳ Γραφῇ, οὔτε ἐν τῇ ἱερᾷ παραδόσει, οὔτε ἐν τῇ πατερικῇ Φιλολογία καί τῇ ἐκκλησιαστικῇ Ἱστορίᾳ».

Τονίζεται, ἀκολούθως, ὅτι ἡ ἀπόφαση αὐτή πού ἔλαβαν στό «Συνέδριο» αὐτό «δέν εἶναι τυχαία», γιατί ἀπορρέει ἀπό τίς θεμελιώδεις ἀρχές τῆς ἀρχαίας Καθολικῆς Ὀρθοδοξίας, καθώς ἐπίσης «δέν εἶναι νέα» γιατί ἐπαναλαμβάνει παλαιότερες ὁμολογίες τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς.

Ἀναφέρεται ὅτι τό Βατικανό ξέχασε τίς παραδόσεις τῆς καθολικῆς Ὀρθοδοξίας καί ἔτσι «ὡδηγήθη τό πλοῖον τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν ἀνοίκειον διά τήν Χριστιανικήν Ἐκκλησίαν αὔλακα τοῦ ἀντιχριστιανικοῦ Παπισμοῦ», μέ τήν εἰσαγωγήν «τοιούτων καινοφανῶν δογμάτων», ὅπως εἶναι ἡ διδασκαλία περί τοῦ πρωτείου καί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ Πάπα στήν Ἐκκλησία. Ἔτσι, διαφθείρεται ἡ καινοδιαθηκική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἀπό τούς Παπιστές καί «ἡ Ἐκκλησία τοῦ ζῶντος Θεοῦ» μεταβλήθηκε ἀπό τούς Παπιστές «εἰς μίαν γηΐνην πολιτικήν ὀργάνωσιν».

Ἔπειτα, γίνεται λόγος γιά τό ὅτι ὁ «Παπισμός» μέσα στήν ἱστορία ἐπιχείρησε «εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως διά τῆς Οὐνίας» νά προσηλυτίση τούς Ὀρθοδόξους στόν Ρωμαιοκαθολικισμό καί αὐτό τό ἔκανε «δι’ αἱματηρῶν πολέμων καί παντοειδῶν βιαιοπραγιῶν», καί ἐκθέτει συγκεκριμένα παραδείγματα. Ὕστερα ἀπό τά ἀνωτέρω τονίζεται ὅτι «ὅλος ὁ χριστιανικός κόσμος καί ὅλοι οἱ ἀληθῶς πιστοί ρωμαιοκαθολικοί» ὀφείλουν νά γνωρίζουν «εἰς ποῖον βάραθρον ὁδηγεῖ ὁ σύγχρονος Παπισμός». Ὅλοι οἱ Χριστιανοί «ἀδιακρίτως ἐθνικότητος καί ὁμολογίας, δέν δύνανται νά μή στιγματίζωσι διά τοῦτο τήν πολιτικήν τοῦ Βατικανοῦ ὡς ἀντιχριστιανικήν, ἀντιδημοκρατικήν καί ἀντεθνικήν».

Στό τέλος ἡ ἀπόφαση αὐτή κλείνει μέ προσευχή στόν μέγα Ἀρχιερέα, τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, γιά νά φωτίση «τήν ρωμαιοκαθολικήν Ἱεραρχίαν» μέ τό φῶς τῆς θείας διδασκαλίας, καί νά τήν βοηθήση γιά νά γνωρίση «τό βάραθρον τῆς ἁμαρτωλοῦ πτώσεως, εἰς τό ὁποῖον ὡδήγησε τήν Δυτικήν Ἐκκλησίαν διά τε τῶν καινοφανῶν διδασκαλιῶν αὐτῆς περί τοῦ πρωτείου καί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ Πάπα, ὡς ἐπίσης καί διά τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς Ἐκκλησίας εἰς τά συμφέροντα τοῦ πολιτικοῦ ἀγῶνος».

Τήν ἀπόφαση αὐτή, πού εἶναι ἀντιοικουμενιστική, ὅπως καί οἱ ἀποφάσεις στά ἄλλα θέματα μέ τά ὁποῖα ἀσχολήθηκε τό «Συνέδριο» αὐτό, τήν ὑπογράφουν: «ὁ Μόσχας Ἀλέξιος, ὁ Σερβίας Γαβριήλ, ὁ Ρουμανίας Ἰουστινιανός, ὁ Βουλγαρίας Στέφανος, ὁ Ἐμέσσης Ἀλέξανδρος καί ὁ Λιβάνου Ἠλίας, ὡς ἀντιπρόσωποι τῶν Πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας καί Ἀντιοχείας, ὁ Bialystok (Πολωνίας) Τιμόθεος, ὁ Κορυτσᾶς Παΐσιος, ὁ Πράγας Ἐλευθέριος».

Πρέπει δέ νά σημειωθῆ ὅτι στό «Συνέδριο» αὐτό ἀπό μερικούς συνέδρους ἀναφέρθηκε ἡ θεωρία ὅτι ἡ Μόσχα εἶναι ἡ «Τρίτη Ρώμη».
2. Ἡ σκοπιμότητα τοῦ «Συνεδρίου»-Συνάξεως στήν Μόσχα τό 1948

Ἡ συνάντηση αὐτή στήν Μόσχα τό 1948 τελικά χαρακτηρίσθηκε, ὅπως φαίνεται στά κείμενα τῶν ἀποφάσεων, ὡς «Συνέδριο τῶν ἀρχηγῶν καί ἀντιπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν».

Ὅμως, αὐτή ἡ Συνάντηση ξεκίνησε νά πραγματοποιηθῆ ὡς «Οἰκουμενική Σύνοδος» μέ σκοπό νά προσδώση στόν Πατριάρχη τῆς Μόσχας τόν τίτλο τοῦ «Οἰκουμενικοῦ» καί νά ἀναλάβη ἀντιοικουμενιστικές πρωτοβουλίες, παρακάμπτοντας τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Ἦταν μιά «πανσλαβιστική» Σύναξη. Ὁ καθηγητής Ἰωάννης Καρμίρης τήν ἀποκαλεῖ «Ὀρθόδοξο Συνέδριο».

Ἡ ἀπόφαση τήν ὁποία εἴδαμε προηγουμένως ἐναντίον τοῦ Βατικανοῦ ἦταν μέσα στήν προοπτική τῶν ἐπιδιώξεων τοῦ καθεστῶτος τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

Ὁ Μιχαήλ Ἀρτέεφ συνέγραψε ἕνα ἄρθρο μέ σκοπό νά ἀποδείξη ὅτι οἱ ἀποφάσεις τοῦ «Συνεδρίου» τοῦ 1948 δέν ἦταν πανορθόδοξες, ἀλλά προέκυψαν κάτω ἀπό τήν πίεση τοῦ Σοβιετικοῦ καθεστῶτος. Τό ἄρθρο αὐτό στήν πραγματικότητα θέλει νά ἀποσείση τήν κατηγορία τῶν κριτικῶν πού ἔγιναν γιά τό ὅτι στά μετέπειτα χρόνια ἡ ἴδια ἡ Ρωσική Ἐκκλησία διαφοροποιήθηκε ἀπό τίς ἀποφάσεις στήν Μόσχα τό 1948 καί συμμετεῖχε στό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν.

Συγκεκριμένα, στό ἄρθρο του μέ τίτλο «Οἱ ἀναγκαστικές λύσεις τῆς συνεδρίασης τῶν Προκαθημένων καί ἀντιπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στήν Μόσχα τό 1948» παρουσιάζονται οἱ συνθῆκες κάτω ἀπό τίς ὁποῖες ἔγινε αὐτή ἡ συνδιάσκεψη, ἀλλά καί ὁ ρόλος τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης στήν διοργάνωση καί τήν διεξαγωγή τῆς Συνεδρίασης στήν Μόσχα τό 1948. Γι' αὐτό στήν ἀρχή ἐρωτᾶ: «Ἀλλά ἦταν πράγματι ἡ συνδιάσκεψη τῆς Μόσχας μιά Πανορθόδοξη Σύνοδος; Κατά πόσο, στήν πραγματικότητα, ἦταν ἀναξάρτητες οἱ ἀποφάσεις καί οἱ ἀξιολογήσεις της;».

Γιά τόν σκοπό αὐτόν παρατίθενται ἀποκλειστικά στοιχεῖα γιά τά δύο αὐτά ζητήματα, ἀλλά ἐδῶ θά ἀρκεσθῶ στήν παρουσίαση μερικῶν συγκεκριμένων σημείων.

Πρῶτον. Ὁ Στάλιν, ὅπως γράφεται στό ἄρθρο αὐτό, «στίς 4 Σεπτεμβρίου τοῦ 1943 προγραμμάτισε μιά ἀναπάντεχη νυκτερινή συνάντηση μέ τούς τρεῖς Μητροπολίτες οἱ ὁποῖοι ἡγοῦνταν τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας». Πρόκειται γιά τόν Τοποτηρητή τοῦ Πατριαρχικοῦ θρόνου Μητροπολίτη Σέργιο Στραγκορόντσκι, τόν Μητροπολίτη Λένινγκραντ Ἀλέξιο Σιμάνσκι καί τόν Μητροπολίτη Κιέβου καί Γαλικίας Νικόλαο Γιαρουσέβιτς.

Ἡ συνάντηση αὐτή κατέληξε στήν ἀπόφαση νά δημιουργηθῆ ἕνας κρατικός φορέας, δηλαδή ἕνα Συμβούλιο ἁρμόδιο γιά τίς ὑποθέσεις τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, πού θά ὑπάγεται στό Συμβούλιο τῶν Ὑπουργῶν τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης, τό ὁποῖο θά συντονίζη τίς σχέσεις τοῦ Κράτους μέ τήν Ἐκκλησία. Ἔτσι, ἡ Ρωσική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βρέθηκε σέ ἐπιτήρηση ἀπό τό Συμβούλιο αὐτό καί βέβαια κάτω ἀπό τόν ἄμεσο ἔλεγχο τοῦ Σοβιετικοῦ Κράτους.

Αὐτοῦ τοῦ Συμβουλίου ἡγήθηκε ὁ συνταγματάρχης τῆς NKVD Γ. Κάρποφ, πού εἶχε σπουδάσει σέ ἱερατική Σχολή, ὅπως εἶχε κάνει καί ὁ Στάλιν, εἰσῆλθε στόν Κόκκινο Στρατό καί τό Κομμουνιστικό Κόμμα, ἦταν «ἕνας ἀπό τούς τακτικούς δημίους τοῦ Στάλιν», καί ἐκτελοῦσε ἀθώους πολίτες «μέ μαζικούς τουφεκισμούς», «χρησιμοποιοῦσε διεφθαρμένες μεθόδους ἔρευνας καί παραποιοῦσε τά πρακτικά τῶν ἀνακρίσεων».
Νά σημειωθῆ ὅτι ἡ NKVD, τῆς ὁποίας Συνταγματάρχης ἦταν ὁ Κάρποφ, ἦταν πρόδρομος τῆς Κα Γκε Μπε (KGB) καί συνδέεται μέ τήν «Ἑλληνική ἐπιχείρηση» πού διατάχθηκε ἀπό τόν Στάλιν γιά τήν καταδίωξη τῶν πολιτῶν ἑλληνικῆς καταγωγῆς καί Ἑλλήνων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν στήν Σοβιετική Ἕνωση.

Πάντως, μία ἀπό τίς πρῶτες δραστηριότητες τοῦ Συμβουλίου ἦταν ἡ προετοιμασία γιά τήν σύγκληση προσυνοδικῆς συνεδρίασης στήν Μόσχα τό 1947, πού εἶχε σκοπό τήν συνάντηση ὅλων τῶν Προκαθημένων καί Ἐκπροσώπων τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέ εὐκαιρία τήν 500ή ἐπέτειο τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τό 1448. Ἡ Σύνοδος αὐτή θά ἀνέπτυσσε θέματα γιά τό Βατικανό, πού ἦταν «πνευματικό κέντρο τοῦ ἀντικομμουνισμοῦ τοῦ ἐλεύθερου κόσμου», τήν ἵδρυση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν μέ τό οἰκουμενικό κίνημα, τήν Ἀγγλικανική ἱεραρχία καί τό ἐκκλησιαστικό ἡμερολόγιο.

Αὐτή ἡ Σύναξη ἐπρόκειτο νά εἶναι Πανορθόδοξη ἤ Οἰκουμενική Σύνοδος, πού εἶχε νά συγκληθῆ αἰῶνες καί νά ἐξετάση τό θέμα στό νά ἀποδοθῆ στόν Πατριάρχη Μόσχας ὁ τίτλος τοῦ «Οἰκουμενικοῦ».

Δεύτερον. Στό ἄρθρο αὐτό δημοσιεύεται ἐμπιστευτικό ἔγγραφο, πού ὑπογράφεται ἀπό τόν Μπέλισεφ, ἀντιπρόεδρο «τοῦ Συμβουλίου γιά τίς ὑποθέσεις τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ Συμβουλίου τῶν Ὑπουργῶν τῆς ΕΣΣΔ».

Σύμφωνα μέ τό ἔγγραφο αὐτό, τό Συμβούλιο Ὑπουργῶν τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης μέ τήν ἀπόφασή του Ν1132-465/cc3 τῆς 29η Μαΐου 1946 ἔδωσε τήν συναίνεσή του «στό Πατριαρχεῖο Μόσχας νά πραγματοποιήση στή Μόσχα τήν Οἰκουμενική Προσυνοδική Συνδιάσκεψη, μέ τήν συμμετοχή ὅλων τῶν προκαθημένων τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τοῦ κόσμου, γιά τήν συζήτηση ζητημάτων γιά τήν ἐκπόνηση μιᾶς κοινῆς γραμμῆς στόν ἀγώνα μέ τό Βατικανό, γιά τήν στάση πρός τό λεγόμενο Οἰκουμενικό κίνημα, γιά τήν σύγκληση τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί μερικά ἄλλα». Ἡ Προσυνοδική Διάσκεψη χαρακτηρίστηκε «Οἰκουμενική» καί θά γινόταν στίς ἀρχές τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ τρέχοντος, τότε, ἔτους. Ὅμως, ἡ Προσυνοδική διάσκεψη ἀποδείχθηκε προβληματική, γιατί ἀρνήθηκαν νά συμμετάσχουν οἱ Ἑλληνόγλωσσες Ἐκκλησίες.

Τρίτον. Στό ἄρθρο αὐτό δημοσιεύεται καί τό ἀπό 3 Αὐγούστου τοῦ 1948 ἔγγραφο Νο 642/c τοῦ Συμβουλίου γιά τίς ὑποθέσεις τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, πού ὑπογράφεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Πρόεδρο τοῦ Συμβουλίου Κάρποφ, πρός τό Συμβούλιο τῶν Ὑπουργῶν τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης, τήν Κεντρική Ἐπιτροπή τοῦ κόμματος τῶν Μπολσεβίκων, πρός τόν σύντροφο Μαλεντόφ Γ.Μ.  Στό ἔγγραφο αὐτό ἀναφέρονται τά τέσσερα θέματα μέ τά ὁποῖα ἀσχολήθηκε τό «Συνέδριο» τίς 6 ἡμέρες, ἤτοι τό Βατικανό καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό (παγκόσμιο) Κίνημα καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, περί τῆς Ἀγγλικανικῆς ἱεραρχίας, καί περί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου.

Γιά τό πρῶτο θέμα γράφεται ὅτι «ἡ συνεδρίαση κατέκρινε τόν ἐνεργό ρόλο τοῦ Βατικανοῦ, "γιά τήν ὑποκίνηση ἑνός νέου πολέμου καί ἐν γένει γιά τόν πολιτικό ἀγώνα κατά τῆς παγκόσμιας δημοκρατίας". Οἱ πάπες τῆς Ρώμης "ἦταν πάντα στό πλευρό τῶν ἰσχυρῶν αὐτοῦ τοῦ κόσμου"», γι’ αὐτό καταδικάζεται ἡ πολιτική τοῦ Βατικανοῦ «ὡς ἀντιχριστιανική, ἀντιδημοκρατική καί ἀντιλαϊκή». Γιά τό δεύτερο θέμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Κινήματος, δηλαδή τό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν, πού θά συγκαλεῖτο μετά ἀπό λίγες ἡμέρες, ὅπως γράφεται στό ἔγγραφο, «ἡ συνεδρίαση ἀναγνώρισε τήν ἀνάγκη νά ἀρνηθεῖ τή συμμετοχή της τόν Αὔγουστο τοῦ τρέχοντος ἔτους, στό Ἄμστερνταμ, στή Γενική Συνέλευση πού συγκαλεῖται ἀπό τό "Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν", θεωρῶντας τό οἰκουμενικό κίνημα ὄχι ὡς ἐκκλησιαστικό, ἀλλά ὡς ἕνα πολιτικό καί ἀντιδημοκρατικό». Στήν συνέχεια γράφεται ὅτι στό θέμα τοῦ οἰκουμενικοῦ κινήματος «δέν ὑπῆρχε ἑνότητα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν». Ἀκολουθοῦν διάφοροι σκληροί χαρακτηρισμοί γιά τόν Βούλγαρο Ἔξαρχο, καί ὅτι μερικοί ἐκπρόσωποι ὅταν ἔφθασαν στήν Μόσχα σκόπευαν ἤ ζήτησαν ὑψηλές ἐπιχορηγήσεις σέ ρούβλια τῆς τάξεως τοῦ ἑνός ἑκατομμυρίου, ἀλλά τούς ἐδόθηκαν λιγότερα.

Ἔπειτα, στό ἔγγραφο αὐτό τῆς Κρατικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης καταγράφησαν τά συμπεράσματα καί οἱ συστάσεις πού προέκυψαν ἀπό τό Συνέδριο τῆς Μόσχας τό 1948. Πρόκειται γιά ἑπτά συμπεράσματα καί συστάσεις, πού εἶναι σημαντικά καί δείχνουν τήν πολιτική καί ἐκκλησιαστική σκοπιμότητα αὐτῶν πού διοργάνωσαν αὐτό τό «Συνέδριο» καί αὐτῶν πού συμμετεῖχαν σέ αὐτό, πού εἶναι τά ἑξῆς.

1. Ἡ Συνέλευση τῆς Μόσχας ἦταν ἐπιτυχής παρά τό ὅτι ὁρισμένες προσπάθειες ὁρισμένων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, τῆς Ἑλληνικῆς καί τῆς Ἀλεξανδρινῆς προσπάθησαν νά τήν διακόψουν.

2. Ἐπετεύχθη «ἡ ἑνότητα καί ἡ συσπείρωση γύρω ἀπό τό Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τῆς Γεωργίας, τῆς Σερβίας, τῆς Ρουμανίας, τῆς Βουλγαρίας, τῆς Ἀλβανίας, τῆς Πολωνίας καί τῆς Ἀντιοχείας». Ἐπίσης, ὑπῆρχε συντονισμός στήν λήψη τῶν ἀποφάσεων στά θέματα πού συζητήθηκαν, καί στήν «ἐνίσχυση τῆς ἐπιρροῆς καί τοῦ κύρους στή διεθνῆ ἐκκλησιαστική ζωή τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας».

3. Ἡ συνεδρίαση αὐτή «ἐκπόνησε μία ἑνιαία γραμμή τῆς στάσης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας πρός τό Βατικανό καί τό Οἰκουμενικό Κίνημα καί ἀπέτρεψε τή συμμετοχή τῆς πλειοψηφίας τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στή ἐπερχόμενη Συνέλευση, τόν Αὔγουστο τοῦ τρέχοντος ἔτους στό Ἄμστερνταμ, ἀνατρέποντας ἔτσι τά σχέδια τῆς ἀγγλο-ἀμερικανικῆς ἀντίδρασης, ἡ ὁποία προσπαθοῦσε νά προσελκύσει στό Οἰκουμενικό Κίνημα τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες».

4. Καταδείχθηκε ἡ ἐπείγουσα ἀνάγκη νά γίνονται περιοδικές συναντήσεις τῶν ἐπικεφαλῆς τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιά τήν ἐφαρμογή τῶν ἀποφάσεων τῶν συνεδριάσεων τῆς Μόσχας καί γιά «τόν συντονισμό τῶν δραστηριοτήτων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στόν ἀγώνα μέ τό Βατικανό, τό Οἰκουμενικό Κίνημα καί ἄλλα κοινά ἐκκλησιαστικά θέματα».

5. Ἀποφασίσθηκε: «Γιά νά παραλύσουμε τίς προσπάθειες γιά τήν δημιουργία ἑνός μπλόκ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τῆς Ἐγγύς Ἀνατολῆς καί νά περιοριστεῖ τό πεδίο δράσεως τῆς Ἐλληνικῆς Ἐκκλησίας, εἶναι σκόπιμο νά παρασχεθεῖ ἡ περιοδική χρηματική βοήθεια στίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες: τῆς Ἀντιοχείας, τῆς Ἀλεξανδρείας καί τῆς Ἱερουσαλήμ ἀπό τήν Ρωσική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία».

6. Ἀποφασίσθηκε «νά θεωρηθεῖ ἐπιθυμητή στό μέλλον ἡ διεξαγωγή τῶν διαβουλεύσεων μέ τούς ἐκπροσώπους τῶν Κρατικῶν ὀργάνων πού ἀσχολοῦνται μέ τά ἐκκλησιαστικά θέματα στίς χῶρες τῆς νέας δημοκρατίας».

7. Ἐπειδή διαπιστώθηκε ὅτι οἱ Ρῶσοι μετανάστες, ἐκτός Ρωσίας, βρίσκονταν, γιά διαφόρους λόγους, σέ ἀχρηστία καί ἀδυναμία «στό εὑρύ ἱεραποστολικό ἔργο», γι’ αὐτό «ἄν ὑπάρχει ἀνάγκη γιά τήν ἐνίσχυση τῆς θέσεως τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας στό ἐξωτερικό, μέ κάθε σοβαρότητα, τίθεται ἕνα ζήτημα σχετικά μέ τή προετοιμασία εἰδικοῦ προσωπικοῦ κλήρου στήν ἡγετική ἐξωτερική δουλειά ἀπό τούς κληρικούς καί φοιτητές τῶν θρησκευτικῶν ἀκαδημιῶν στή Σοβιετική Ἕνωση». Ἔτσι, ἡ προετοιμασία «εἰδικοῦ προσωπικοῦ κλήρου» γιά τό ἔργο στό ἐξωτερικό, δείχνει τό ἐνδιαφέρον τοῦ Κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος γιά ἄσκηση ἐκκλησιαστικῆς διπλωματίας στό ἐξωτερικό.

Μάλιστα δέ γιά τό σοβαρό αὐτό ἔργο καταγράφεται καί συγκεκριμένη πρόταση:
«Ἡ προετοιμασία αὐτοῦ τοῦ προσωπικοῦ θά ἀπαιτήσει τόσο τήν ἀναθεώρηση τῶν διατάξεων τῆς Ἐξαρχίας καί τῶν ἀντιπροσωπειῶν τοῦ Πατριαρχείου (ἐννοεῖται τῆς Μόσχας) ὅσο καί τήν ἐνίσχυσή τους, τήν χορήγηση σ’ αὐτούς πολύ μεγαλύτερης οἰκονομικῆς βοήθειας γιά τήν ἐκτέλεση τῶν καθηκόντων τους».

Ἀπό τό ἔγγραφο αὐτό τοῦ Συμβουλίου τοῦ Σοβιετικοῦ Καθεστῶτος γιά τίς ὑποθέσεις τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας φαίνεται πασιφανέστατα ὅτι τό Σοβιετικό Καθεστώς ἐνδιαφέρθηκε γιά τήν ἐκκλησιαστική διπλωματία τῆς Ρωσίας, ὅτι τό Θεολογικό Συνέδριο τῆς Μόσχας τό 1948 ἐκινεῖτο στήν προοπτική τοῦ πανσλαβισμοῦ, εἶχε καθαρά πολιτικό σκοπό πού χρησιμοποίησε τήν ἐκκλησιαστική γλώσσα καί θεολογία καί ὅτι γιά τόν σκοπό αὐτό καί δαπανήθηκαν καί ἀποφασίσθηκε νά δαπανηθοῦν ὑπέρογκα χρηματικά ποσά, τά ὁποῖα θά δίνονταν σέ διάφορες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, γιά νά τίς ἐπηρεάζουν, ἀλλά καί γιά τήν δημιουργία «εἰδικοῦ προσωπικοῦ κλήρου» γιά εἰδική ἀποστολή.

Ὁ Μιχαήλ Ἀρτέεφ, κατακλείοντας τό ἄρθρο αὐτό, ὕστερα ἀπό τήν παράθεση τῶν δύο κειμένων τοῦ Συμβουλίου τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης γιά τίς ὑποθέσεις τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, καταλήγει:
«Ἔτσι, ἡ συνδιάσκεψη τῆς Μόσχας τό 1948 δέν ἦταν οὔτε Πανορθόδοξη Σύνοδος οὔτε ἐλεύθερη φωνή τῆς Οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά ἦταν μιά ἐκδήλωση γιά ἀνταλλαγή ἀπόψεων τῶν ἐκπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὑπό τό ἄγρυπνο ἔλεγχο τοῦ ἄθεου καθεστῶτος».

Φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ ἀρθρογράφος αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου προσπαθεῖ νά ἀποδείξη ὅτι οἱ ἀποφάσεις τοῦ Συνεδρίου τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1948 ἦταν «ἀναγκαστικές» ὕστερα ἀπό πίεση τοῦ Σοβιετικοῦ Καθεστῶτος καί, ἑπομένως, δέν πρέπει νά κατηγορῆται τό Πατριαρχεῖο Μόσχας, πού ἀργότερα συμμετεῖχε στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν καί ἀπέκτησε σχέσεις μέ τό Βατικανό.

Δέν παύει, ὅμως, νά εἶναι ἀποφάσεις μιᾶς Συνόδου μερικῶν Πατριαρχῶν καί Ὀρθοδόξων ἀντιπροσώπων αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν μέ σαφεῖς πανσλαβιστικούς στόχους καί ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μόσχας εἶναι δεδομένη.

Ἄλλωστε, δέν γνωρίζω ἄν ἔγινε ἄλλη νέα Σύνοδος μέ τούς ἴδιους Πατριάρχες καί Ἀρχιερεῖς τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν γιά νά ἀνατρέψουν τίς ἀποφάσεις τῆς Συνδιασκέψεως τοῦ 1948.

Θά ἤθελα νά θυμίσω καί πάλι ὅτι ἡ συνδιάσκεψη αὐτή, πού στήν ἀρχή οἱ ἐμπνευστές της εἶχαν σκοπό νά τήν χαρακτηρίσουν ὡς «Οἰκουμενική Σύνοδο», ἡ ὁποία θά προσέδιδε στόν Πατριάρχη Μόσχας τόν τίτλο τοῦ «Οἰκουμενικοῦ» καί ἔπειτα ὀνομάσθηκε «Θεολογικό Συνέδριο» ἤ ἁπλῶς «Συνέδριο» καί ἀκολούθως «συνδιάσκεψη», ἔγινε στήν Μόσχα 8-18 Ἰουλίου τοῦ 1948, κάτω ἀπό τήν παρακολούθηση τοῦ Κομμουνιστικοῦ Καθεστῶτος, πού κατέθεσε καί ἰδιαίτερες προτάσεις γιά τήν ἐκκλησιαστική ἐξωτερική διπλωματία καί πολιτική.

Ὑποθέτω ὅτι αὐτό θορύβησε ἐκκλησιαστικούς καί μή παράγοντες καί τέσσερεις μῆνες μετά, ἤτοι 1η Νοεμβρίου τοῦ 1948, ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Ἀθηναγόρας, ὕστερα ἀπό παραίτηση τοῦ Πατριάρχου Μαξίμου. Ὁ νέος Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἄσκησε μιά οἰκουμενική πολιτική, ἐνδεχομένως ὡς ἀντίβαρο στίς ἐπιδιώξεις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, πού δεχόταν τήν ἐπίδραση τῆς πολιτικῆς τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης. Αὐτό δείχνει ἡ συσχέτιση τῶν γεγονότων καί τῶν χρονολογιῶν - ἡμερομηνιῶν.
3. Ἡ οἰκουμενιστική δραστηριότητα τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας

Στίς προηγούμενες ἑνότητες παρέθεσα καί τήν ἀπόφαση τοῦ «Συνεδρίου» τῆς Μόσχας τοῦ ἔτους 1948 γιά τό Βατικανό, ἀλλά καί τίς ἀπόψεις τοῦ Μιχαήλ Ἀρτέεφ γιά τό «Συνέδριο» αὐτό, ὅτι οἱ ἀποφάσεις του «ὑπαγορεύτηκαν ἀπό τή βούληση τῆς κομμουνιστικῆς ἡγεσίας».

Στήν συνέχεια, ὅμως, διαφοροποιήθηκαν οἱ στόχοι καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μόσχας καί τοῦ Καθεστῶτος τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης, καί ἐλήφθησαν ἄλλες ἀποφάσεις. Γράφει ὁ ἀρθρογράφος:
«Μετά ἀπό 13 χρόνια κατά τά ὁποῖα ὑπῆρξε ἀλλαγή τῶν ἐποχῶν σέ σχέση μέ τό θάνατο τοῦ Ἰωσήφ Στάλιν, ἐνώπιον τῶν οἰκουμενικῶν πρωτοβουλιῶν τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτη Νικόδημου Ρότοφ, ὁ ὁποῖος ἀνέδειξε μιά πλειάδα λαμπρῶν ἐπισκόπων τῆς Ρωσίας, ἡ Ρωσική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προσχώρησε στό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν. Ὁ Ἁγιώτατος Πατριάρχης Ἀλέξιος Α' ὑπέγραψε ἐπίσημη αἴτηση γιά ἔνταξη στό Συμβούλιο. Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι αὐτή ἡ ὑπογραφή τοῦ Πατριάρχη ἦταν μιά σφραγίδα, πού -μαρτύρησε τόν προσωρινό καί πολιτικά αἰτιολογημένο χαρακτήρα τῶν ἀποφάσεων τῆς συνεδρίασης τῆς Μόσχας τοῦ 1948».

Ἔτσι, ἡ Τοπική Κληρικολαϊκή Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τόν Ἰούλιο τοῦ 1961, εἶχε δέ προηγηθῆ ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς 30ῆς Μαρτίου 1961, ἀποφάσισε νά ἐνταχθῆ ἡ Ρωσική Ἐκκλησία στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν. Ἡ ἔνταξή της καί ἡ πρώτη συμμετοχή της ἔγινε τόν Δεκέμβριο τοῦ 1961 στήν Γ' Γενική Συνέλευση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν στό Νέο Δελχί. Ἔκτοτε, τό Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας συμμετέχει ἐνεργῶς στό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν καί ὑπογράφει τά κείμενα, ἔχει ἐπικοινωνία μέ τό Βατικανό καί, βέβαια, διακρίνεται ἀπό ὅλη τήν οἰκουμενιστική νοοτροπία.

Στήν συνέχεια θά ἀναφερθῶ στήν περίπτωση τοῦ Μητροπολίτου Λένινγκραντ Νικοδήμου, τόν ὁποῖον μνημονεύει ὁ Ἀρτέεφ, πού ἦταν Πρόεδρος τοῦ Τμήματος Ἐξωτερικῶν Ἐκκλησιαστικῶν Σχέσεων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, πού εἶναι πολύ χαρακτηριστική.

Στό περιοδικό «30 Days» (Ἰούνιος-Ἰούλιος 2006) δημοσιεύθηκε μιά συνέντευξη πού παρεχώρησε ὁ Ἱσπανός Ἰησουΐτης μοναχός Miguel Arranz στήν Stefania Falasca, μέ τίτλο «Ποτέ δέν εἶχα ἀκούσει τόσο ὡραῖα λόγια», πού εἶπε ὁ νεοεκλεγείς τότε Πάπας Ἰωάννης-Παῦλος Α', ὁ Luciani, ὕστερα ἀπό τήν συνάντησή του μέ τόν Μητροπολίτη Λένινγκραντ (Πετρουπόλεως) Νικόδημο.

Ὁ Μητροπολίτης Λένινγκραντ Νικόδημος ἦταν τότε Πρόεδρος τοῦ Τμήματος Ἐξωτερικῶν Ἐκκλησιαστικῶν Σχέσεων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, τό ὁποῖο ἱδρύθηκε τό 1946. Πῆγε στήν Ρώμη ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας γιά τήν κηδεία τοῦ Πάπα Παύλου ΣΤ΄ καί παρευρέθηκε καί στήν ἐκλογή τοῦ Νέου Πάπα Ἰωάννου-Παύλου Α΄ τοῦ Luciani. Κατά τήν συνάντηση πού εἶχε ὁ Μητροπολίτης Λένινγκραντ Νικόδημος μέ τόν νεοεκλεγέντα Πάπα, ὁ Ἰησουΐτης μοναχός Miguel Arranz ἐκετελοῦσε χρέη μεταφραστοῦ.

Ἡ δημοσιογράφος Stefania Falasca στό εἰσαγωγικό σχόλιο τῆς συνεντεύξεώς της γράφει ὅτι ὁ Μητροπολίτης Λένινγκραντ Νικόδημος, πού τότε ἦταν ἡλικίας 49 ἐτῶν, ἦταν «ἕνας ἐκ τῶν λαμπροτέρων προσωπικοτήτων τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά πρό πάντων ἕνας ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων μορφῶν στήν ἱστορία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Εἶχε λεπτή οἰκουμενική συνείδηση, πού τόν ὁδήγησε νά ἐντείνη τήν ἐπικοινωνία του μέ τήν Καθολική Ἐκκλησία καί νά μπῆ κάμποσες φορές στό Βατικανό γιά νά συναντήση τόν Πάπα Ρώμης στήν ἐποχή μετά τήν Σύνοδο (τήν Β΄ Βατικανή) στίς δεκαετίες τοῦ ’60 καί τοῦ ’70, ὅταν συχνά διασταυρώθηκαν οἱ δρόμοι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς πολιτικῆς».

Ἤδη, ἦταν ἐποχή, μετά τήν Βατικανή Σύνοδο (1962-1965), πού, ὅπως γράφει ὁ Miguel Arranz στόν πρόλογο τῆς συνεντεύξεως «χωρίς νά τό διακηρύσσουν ἀνοικτά, οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Ἀνατολῆς στήν πραγματικότητα ἀναγνωρίζουν τότε τήν θέση τοῦ Πάπα ὡς διαδόχου τοῦ Πέτρου... Τά Κράτη τούς πίεζαν καί ἔρχονταν στόν Πάπα μέ τήν πίστη τῶν υἱῶν, ὡς υἱοί μίας ἀδελφῆς Ἐκκλησίας».

Τήν 5η Σεπτεμβρίου, λοιπόν, τοῦ 1978 ὁ Μητροπολίτης Λένινγκραντ Νικόδημος συνάντησε τόν Πάπα, πού εἶχε ἐκλεγεῖ λίγες ἡμέρες πρίν, ἤτοι τήν 26η Αὐγούστου τοῦ 1978. Κατά τήν διάρκεια τῆς συζητήσεως ὁ Μητροπολίτης Νικόδημος πέθανε μπροστά στά πόδια τοῦ Πάπα. Τότε «γονάτισε ὁ Πάπας καί τοῦ ἔδωσε ἄφεση στήν λατινική γλῶσσα»!

Ὕστερα ἀπό δύο ἡμέρες ὁ Πάπας εἶπε δημοσίως:
«Πρίν 2 ἡμέρες πέθανε ὁ Μητροπολίτης Ἅγιος Πετρουπόλεως Νικόδημος στά χέρια μου. Ἀπαντοῦσα στήν προσφώνησή του. Μπορῶ νά σᾶς βεβαιώσω ὅτι ποτέ στήν ζωή μου δέν εἶχα ἀκούσει τόσο ὡραῖα λόγια γιά τήν Ἐκκλησία ὅσο τά λόγια πού εἶπε ἐκεῖνος. Δέν μπορῶ νά τά ξαναπῶ, παραμένει μυστικό».

Εἶναι ἀρκετά ἐνδιαφέρον νά μάθουμε ποιά ἦταν τά λόγια αὐτά γιά τήν Ἐκκλησία, τά ὁποῖα ὁ Πάπας δέν εἶχε ξανακούσει. Ὅμως καί ὁ ἴδιος ὁ Πάπας, ὕστερα ἀπό λίγες ἡμέρες πέθανε κάτω ἀπό ἀδιευκρίνιστες συνθῆκες. Προφανῶς, φαίνεται ὅτι ὁ Πάπας δέν εἶχε ξανακούσει ἀπό Ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο, ἀντιπρόσωπο μιᾶς Ἐκκλησίας τέτοια λόγια γιά τήν Ἐκκλησία καί αὐτά τά χαρακτήρισε ὡς «μυστικό».

Ὁ Ἰησουΐτης μοναχός Arranz πού μετέφραζε τήν συνομιλία αὐτή μεταξύ Πάπα καί Μητροπολίτου Λένινγκραντ, σέ ἐρώτηση τῆς δημοσιογράφου εἶπε: «Δέν ἐπιτρέπεται νά τό πῶ∙ εἶναι μυστικό». Ὅμως στήν συνέχεια μέ ὅσα εἶπε διευκρίνισε κάπως αὐτό τό «μυστικό». Εἶπε: «Ἀλλά τά λόγια του ἦταν ἔκφραση πλήρους ἐμπιστοσύνης. Σάν νά πηγαίνει κάποιος στόν πατέρα του». Καί ὅταν ἐρωτήθηκε πῶς συμπεριφερόταν ὁ Νικόδημος στόν Πάπα, εἶπε: «Καί θυμᾶμαι ἀκόμα ὅτι μιλοῦσε μέ χαμηλή φωνή στόν Πάπα Luciani. Μάλιστα ἦταν μερικές στιγμές πού μιλοῦσε καί χαμηλότερα σάν νά μήν ἤθελε νά τόν ἀκούσουν ἀδιάκριτα αὐτιά. Δέν ἤθελε νά τόν κρυφακούση κανείς».

Ἦταν ὡραῖα τά λόγια τοῦ Μητροπολίτου Νικοδήμου περί Ἐκκλησίας, πού ἐνθουσίασαν τόν Πάπα, τά ὁποῖα παρέμειναν ἕνα μυστικό, φαινόταν σάν νά πηγαίνη ὁ Ὀρθόδοξος Μητροπολίτης Νικόδημος στόν πατέρα του καί τό ἔλεγε χαμηλόφωνα γιά νά μήν τόν ἀκούσουν ἄλλοι. Μπορεῖ κανείς νά κάνη πολλές ὑποθέσεις γιά τά «τόσο ὡραῖα λόγια γιά τήν Ἐκκλησία». Νομίζω ὅτι τό «μυστικό» κάπως προσδιορίζεται.

Καί στήν συνέχεια εἶπε ὁ μεταφραστής πιό φανερά:
«Δέν ἦρθε ὁ Νικόδημος νά συμβουλεύση τόν Πάπα. Εἶχε σαφῆ ἀντίληψη τῆς θέσεως τοῦ κάθε ἀνθρώπου μέσα στήν Ἐκκλησία. Ὁ Νικόδημος μιλοῦσε πολύ ἔντονα γιά τήν Ἐκκλησία, τήν ὅλη Ἐκκλησία... ἕνα νέο ὅραμα».

Προφανῶς τό λεγόμενο «μυστικό» ἦταν ἕνα οἰκουμενιστικό νέο ὅραμα γιά τήν ὅλη Ἐκκλησία, πού ἦταν πλήρης ἀνατροπή τῶν ὅσων ἀποφασίσθηκαν στό Συνέδριο, στήν Συνάντηση στήν Μόσχα τό 1948.

Ὁ Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης Ἀντώνιος-Αἰμίλιος Ταχιάος γνώρισε τόν Μητροπολίτη Λένινγκραντ Νικόδημο καί ἔγραψε γι’ αὐτόν, ἐπειδή τόν συνόδευσε στό Ἅγιον Ὄρος, τόν Ἰούνιο τοῦ 1962, καί τόν συνάντησε στό Λένινγκραντ (Ἁγία Πετρούπολη) τό 1968 καί εἶχαν πολύωρη συνομιλία γιά ἐκκλησιαστικά θέματα. Ὁ καθηγητής γράφει πολλά γιά τό θέμα αὐτό στό βιβλίο του μέ τίτλο «Ὁ ρωσικός κόσμος μου» καί ὑπότιτλο «ἀναμνήσεις-βιώματα-ἐμπειρίες».

Μάλιστα, στό κεφάλαιο μέ τίτλο «Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Γιαροσλάβ καί Ροστώβ καί μετέπειτα Λένινγκραντ Νικόδημος Ρότοβ, Πρόεδρος τοῦ Τμήματος Ἐξωτερικῶν Ἐκκλησιαστικῶν Σχέσεων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας», γράφει πολλά γεγονότα ἀπό τήν ἐπικοινωνία τους καί χαρακτηρίζει τήν προσωπικότητά του. Ἐκεῖνο πού μέ ἐνδιαφέρει ἐδῶ εἶναι κάτι ἀπό τήν συνάντηση πού εἶχε μαζί του στήν ἕδρα τῆς Μητροπόλεώς του, τό Λένινγκραντ (Ἁγία Πετρούπολη). Γράφει:

«Πραγματικά, παρά τό πολύ φορτωμένο πρόγραμμά του, ὅρισε μία συνάντηση στό γραφεῖο του. Περάσαμε 3,5 ὧρες μαζί, συζητώντας καί ἀναλύοντας τήν πραγματικότητα τῶν ἑλληνορωσικῶν ἐκκλησιαστικῶν σχέσεων. Σχεδόν κάθε μισή ὥρα μᾶς ἔφερνε τσάι ἕνας νεαρός εὐγενικός καί χαριτωμένος ἱεροδιάκονος∙ ἦταν ὁ σημερινός ἁγιώτατος πατριάρχης Κύριλλος, ὁ ὁποῖος τότε ἦταν στήν ὑπηρεσία τοῦ μητροπολίτη Νικοδήμου, ἀπό τόν ὁποῖο πιστεύω ὅτι ἔλαβε πολλά διδάγματα γιά τόν τρόπο διαχειρίσεως τῶν διεκκλησιαστικῶν σχέσεων».

Οἱ ἀπόψεις τοῦ Μητροπολίτου Λένινγκραντ Νικοδήμου, τήν δεκαετία τοῦ 1970, πού ἦταν Πρόεδρος τῆς σημαντικῆς αὐτῆς Ἐπιτροπῆς, δείχνουν ὅτι τό Πατριαρχεῖο Μόσχας εἶχε διαφοροποιηθῆ ἀπό τήν ἀπόφαση τοῦ «Θεολογικοῦ Συνεδρίου» τοῦ 1948, τήν ὁποία εἶχαν ὑπογράψει τέσσερεις Πατριάρχες καί ἄλλοι ἐκπρόσωποι ἄλλων Πατριαρχείων καί Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν. Καί βέβαια, πρέπει νά σκεφθῆ κανείς ὅτι ὁ σημερινός Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος ἦταν δική του χειροτονία καί διάκονός του.

Οἱ νέες ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μόσχας γιά τούς Ρωμαιοκαθολικούς καί τίς ἄλλες Χριστιανικές Ὁμολογίες φαίνονται ἀπό διάφορες δηλώσεις πού ἔχουν γίνει ἀπό ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μόσχας, μέ τίς ὁποῖες ἀναιροῦνται βασικές ὀρθόδοξες ἐκκλησιολογικές ἀρχές, ἀκόμη καί οἱ ἀποφάσεις τοῦ «Συνεδρίου τῆς Μόσχας» τό 1948.

Γιά παράδειγμα, τό Πατριαρχεῖο Μόσχας δέχεται Ρωμαιοκαθολικούς στήν Ὀρθοδοξία χωρίς βάπτιση καί χωρίς νέα χειροτονία, γιατί ἀποδέχεται τήν ἀποστολική διαδοχή σέ αὐτούς. Ἐπίσης, συμμετἐχουν σέ συμπροσευχές καί σέ διακοινωνία.

Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι, ὅπως γράφει ὁ π. Πέτρος Χίρς, ὁ Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Ἱλαρίων (Ἀλφέγιεφ) «εὐθέως δήλωσε δέν πιστεύει ὅτι ὑπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές ἀνάμεσα στήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ρωμαιοκαθολικισμό». Παραθέτει δήλωσή του: «Οὐσιαστικά καί στήν πράξη ὑπάρχει ἤδη ἀνάμεσά μας ἀμοιβαία ἀναγνώριση τῶν Μυστηρίων μας. Ἄν ἕνας Ρωμαιοκαθολικός ἱερέας μεταστραφεῖ στήν Ὀρθοδοξία (στήν Ρωσία) τόν δεχόμαστε ὡς ἱερέα καί δέν τόν ξαναχειροτονοῦμε ξανά... καί αὐτό σημαίνει ὅτι ἀναγνωρίζουμε de facto τά Μυστήρια τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας» (Πρωτοπρεσβύτερος Πέτρος Χίρς «Ἡ ἀναγνώριση τοῦ Βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων ὡς βάση μιᾶς νέας ἐκκλησιολογίας» εἰς «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος», τόμ. Β', ἐκδ. Ἀγαθός Λόγος, Ἀθήνα 2016, σελ. 53-54).

Μάλιστα σέ ὑποσημείωση ἀναφέρει τίς δηλώσεις πού ἔκανε σέ περιοδικά, ἤτοι: «The differences between Orthodoxy and Catholicism are not fundamental. We recognize the Sacraments of the Catholic Church. If a Catholic priest moves over to Orthodoxy we accept him as priest», καί σέ μετάφραση: «Οἱ διαφορές μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί Καθολικισμοῦ δέν εἶναι θεμελιώδεις. Ἀναγνωρίζουμε τά Μυστήρια τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἐάν ἕνας καθολικός ἱερέας μεταστραφῆ στήν Ὀρθοδοξία, τόν δεχόμαστε ὡς ἱερέα» (Der Spiegel, issue No, 51, 2009, βλ. ἀνωτ. ὑποσ. 36). Καί «We do not have communion in the Mysteries, but we do recognize each other's Mysteries», καί σέ μετάφραση: «Δέν ἔχουμε κοινωνία στά Μυστήρια, ἀλλά ἀναγνωρίζουμε τά Μυστήρια ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου» (Vertograd Orthodox Journal, Newsletter, No. 76, Oct. 21, 2009, βλ. ἀνωτ. ὑποσ. 37).
Ὑποθέτω ὅτι μιά τέτοια Ἐκκλησία εἶχε ὁραματισθῆ ὁ Μητροπολίτης Λένινγκράντ Νικόδημος καί τήν εἶχε ἀναπτύξει στόν νεοεκλεγέντα τότε Πάπα, τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1978, λίγο πρίν ἀποβιώσει στά πόδια του.

Δέν θά ἀναφέρω ἄλλα γεγονότα καί ἄλλες δηλώσεις, γιατί ὑπάρχει τό μεῖζον, ὅτι ἡ Ρωσική θεολογία ἐξέκλινε ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ὅπως φαίνεται στίς ἀπόψεις πού ἔχουν διατυπωθῆ ἀπό ὀρθοδόξους ρώσους θεολόγους περί ὑπερβάσεως τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἡ βάση τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας, περί «τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου» μέ τίς κακόδοξες προεκτάσεις μέ τίς ὁποῖες ἀνατρέπονται οἱ βασικές ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, περί εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας, κλπ. Ὁ Ρῶσος θεολόγος π. Γεώργιος Φλωρόφσκι ἀντέκρουσε πολλές πτυχές τῆς ἀντιπατερικῆς θεολογίας τῶν Ρώσων θεολόγων. Τό ἴδιο ἔκανε καί ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης.

Ἐπίκειται ἡ ἔκδοση νέου βιβλίου μου μέ τίτλο «Πατερική καί Σχολαστική Θεολογία», ὅπου ὑπάρχει εἰδικό κεφάλαιο μέ τίτλο «Ρωσική θεολογία», ὅπου ἀποδεικνύω τήν ἀπόκλιση τῆς Ρωσικῆς θεολογίας ἀπό τήν θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας σέ βασικά σημεῖα.

Ὅμως, οἱ νέες οἰκουμενιστικές βασικές ἀπόψεις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας περιλαμβάνονται συνοπτικά στήν «Κοινή Δήλωση» πού ὑπογράφηκε ἀπό τόν Πάπα Φραγκίσκο καί τόν Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο, τό 2016 στήν Ἀβάνα τῆς Κούβας, ὅπου φαίνονται ὅλες οἱ ἐκκλησιολογικές καί πολιτικές ἐκτροπές τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας. Γιά τό θέμα αὐτό θά ἀναφερθῶ στήν συνέχεια.
4. «Κοινή Δήλωση» τοῦ Πάπα καί τοῦ Πατριάρχου Μόσχας στήν Ἀβάνα

Ἐνῶ στό τέλος τοῦ Ἰανουαρίου 2016 εἶχε ἀποφασισθῆ στήν Γενεύη ἀπό ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί τήν Ἐκκλησία τῆς Μόσχας νά συγκληθῆ ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στήν Ὀρθόδοξη Θεολογική Ἀκαδημία τῆς Κρήτης τόν Ἰούνιο τοῦ ἰδίου ἔτους, ἐν τούτοις ὕστερα ἀπό λίγες ἡμέρες καί συγκεκριμένα στίς 12 Φεβρουαρίου 2016, ὁ Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος συναντήθηκε μέ τόν Πάπα Φραγκίσκο στήν Ἀβάνα τῆς Κούβας.

Κατά τήν συνάντηση αὐτή ὁ Πάπας Φραγκίσκος καί ὁ Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος ὑπέγράψαν μιά «Κοινή Δήλωση» πού βρίθει οἰκουμενιστικῶν ἀπόψεων καί, μάλιστα, κινεῖται καί πέρα ἀπό τίς ἀποφάσεις πού ἔλαβε ἡ Σύνοδος τῶν δέκα Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στήν Ὀρθόδοξη Ἀκαδημία τῆς Κρήτης στό Κολυμπάρι Χανίων. Ἐνῶ ἡ «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» στήν Κρήτη ἔκανε λόγο γιά τό ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ' αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων Χριστιανικῶν Ἐκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν», ἐν τούτοις ἡ «Κοινή Δήλωση» μεταξύ τοῦ Πάπα Φραγκίσκου καί τοῦ Πατριάρχου Μόσχας Κυρίλλου προχώρησε πιό πέρα καί κάνει λόγο γιά Ἐκκλησίες, ὅπως θά δοῦμε στήν συνέχεια.

Παραδόξως, οἱ διάφοροι ἀντιπατριαρχικοί κύκλοι στήν Ἑλλάδα, ἐνῶ ἐξασκοῦν αὐστηρότατη κριτική στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο γιά θέματα ἐκκλησιολογικά, ἐν τούτοις ὄχι μόνον δέν κρίνουν αὐτήν τήν «Κοινή Δήλωση» μεταξύ τοῦ Πατριάρχου Μόσχας Κυρίλλου καί τοῦ Πάπα Φραγκίσκου, ἀλλά καί λαμβάνουν θέση ὑπέρ τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας σέ βάρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Συγχρόνως θεωροῦν δευτερεύοντα τά οἰκουμενιστικά θέματα, πού εἶναι ἀλλοίωση τοῦ δόγματος!

Στήν συνέχεια θά κάνω μιά σύντομη θεολογική ἀνάλυση αὐτῆς τῆς «Κοινῆς Δηλώσεως», γιά νά φανοῦν οἱ οἰκουμενιστικές ἀπόψεις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας. Χρησιμοποιῶ τήν μετάφραση τοῦ κειμένου στήν ἑλληνική γλώσσα, ὅπως δημοσιεύθηκε στήν ἐπίσημη ἱστοσελίδα τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας.

1. Ὅπως εἴδαμε στήν πρώτη ἑνότητα τοῦ κειμένου αὐτοῦ, τό «Θεολογικό Συνέδριο» στήν Μόσχα τό 1948 ἔκανε λόγο γιά τό «Βατικανό», γιά «ἀντιχριστιανικόν Παπισμόν», γιά τήν «ἀντιχριστιανικήν, ἀντιδημοκρατικήν καί ἀντεθνικήν» «πολιτικήν τοῦ Βατικανοῦ». Στήν συνάντηση, ὅμως, πού ἔγινε μεταξύ τοῦ Πατριάρχου Μόσχας καί τοῦ Πάπα Φραγκίσκου «ἡ ὁποία εἶναι ἡ πρώτη στήν ἱστορία», ὅπως γράφεται στήν «Κοινή Δήλωση», ξεχάσθηκαν ὅλα αὐτά καί γίνεται λόγος γιά Ἐκκλησία, γιά «ἀμοιβαῖες σχέσεις μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν» (σημ. 1), γιά «ἀδελφούς ἐν Χριστιανικῇ πίστει», γιά «καίρια ζητήματα τῶν ποιμνίων μας» (σημ. 1) κλπ.

2. Στήν «Κοινή δήλωση» στήν Ἀβάνα τῆς Κούβας γίνεται λόγος γιά κοινή παράδοση τῆς πρώτης χιλιετίας. «Μετέχουμε τῆς κοινῆς παραδόσεως τῆς πρώτης χιλιετίας τοῦ Χριστιανισμοῦ» (σημ. 4), «θέλουμε νά ἑνώσουμε τίς προσπάθειές μας γιά τήν μαρτυρία τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ καί τῆς κοινῆς κληρονομιᾶς τῆς Ἐκκλησίας τῆς πρώτης χιλιετίας» (σημ. 7), σάν νά ὑπάρχη καί σήμερα ἡ ἴδια κληρονομιά.

Βεβαίως, ὑπῆρχε κάποτε μιά «κοινή κληρονομιά τῆς πρώτης χιλιετίας», ἡ ὁποία σήμερα δέν ὑπάρχει, διότι ἡ Παλαιά Ρώμη ἀπομακρύνθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία καί προσέθεσε νέες αἱρέσεις. Ἔτσι, δέν μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά τό ὅτι μετέχουμε «τῆς κοινῆς παραδόσεως τῆς πρώτης χιλιετίας», ἀλλά μετείχαμε στό παρελθόν.

Ἄλλωστε τό «Συνέδριο» στήν Μόσχα τό 1948 ἔκανε λόγο γιά ἀντιευαγγελικά, ἀντιχριστιανικά δόγματα τοῦ filioque, τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ ἀλαθήτου. Πῶς μποροῦν νά ξεχασθοῦν ὅλα αὐτά καί νά μιλᾶμε γιά τό ὅτι «μετέχουμε τῆς κοινῆς παραδόσεως τῆς πρώτης χιλιετίας τοῦ Χριστιανισμοῦ» καί «γιά κοινή κληρονομιά τῆς Ἐκκλησίας τῆς πρώτης χιλιετίας»; Αὐτό πολλές φορές εἶναι τό ζητούμενο, δυστυχῶς ἀκόμη καί σέ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες δέχθηκαν ποικίλες καί ἀλλότριες θεολογικές ἐπιδράσεις ἀπό ἑτεροδόξους.

Ἐπίσης, πῶς μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά τό ὅτι στήν Λατινική Ἀμερική διαπιστώνεται «ἡ δυναμική ἀνάπτυξη τῆς Χριστιανικῆς πίστεως» καί γιά «μακραίωνες Χριστιανικές παραδόσεις» της; (σημ. 3). Ποιές εἶναι οἱ «μακραίωνες χριστιανικές παραδόσεις», ἀφοῦ εἰσήχθησαν διάφορες αἱρέσεις στόν Ρωμαιοκαθολικισμό;

3. Στήν «Κοινή Δήλωση» γίνεται λόγος γιά τό ὅτι «παρά τή κοινή παράδοση τῶν δέκα πρώτων αἰώνων, ἐπί σχεδόν μία χιλιετία οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί οἱ Ὀρθόδοξοι στερούμεθα τῆς Εὐχαριστιακῆς κοινωνίας». Αὐτή ἡ στέρηση τῆς «Εὐχαριστιακῆς κοινωνίας» προέρχεται ἀπό τό ὅτι «μᾶς χωρίζουν οἱ πληγές τῶν συγκρούσεων τοῦ μακρινοῦ καί τοῦ προσφάτου παρελθόντος, μᾶς χωρίζουν καί οἱ διαφορές ὡς πρός τήν κατανόηση καί τήν ἑρμηνεία τῆς πίστεώς μας στόν Θεό, Ἕνα ἐν Τρισί Προσώποις, τόν Πατέρα, τόν Υἱό καί τό Ἅγιον Πνεῦμα»( σημ. 5).

Πρέπει, ὅμως, νά ἐπισημανθῆ ὅτι δέν μᾶς χωρίζουν μόνον «οἱ πληγές τῶν συγκρούσεων» γιά τό Τριαδικό δόγμα, ἀλλά καί γιά ἄλλα θεολογικά θέματα, πού εἶναι αἰρέσεις, ὅπως τό actus purus, τό πρωτεῖο, τό ἀλάθητο τοῦ Πάπα, τά ἄζυμα στήν θεία Λειτουργία, καί ἄλλα, γιά τά ὁποῖα ἐσκεμμένως δέν γίνεται κάποιος λόγος στήν «Κοινή Δήλωση».

Συγχρόνως, γίνεται λόγος γιά τό ὅτι «μετά χαρᾶς ἔχουμε συναντηθῆ ὡς ἀδελφοί ἐν χριστιανικῇ πίστει» (σημ. 3), χαρακτηρίζονται ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς «Χριστιανικές Ἐκκλησίες» (σημ. 18), γράφεται ὅτι «τούς Ὀρθοδόξους καί τούς Ρωμαιοκαθολικούς δέν τούς ἑνώνει μόνο ἡ κοινή παράδοση τῆς Ἐκκλησίας τῆς πρώτης χιλιετίας, ἀλλά καί ἡ ἀποστολή νά κηρύσσουμε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ στόν σύγχρονο κόσμο» (σημ. 24), καί «δέν εἴμαστε ἀνταγωνιστές, ἀλλά ἀδελφοί» (σημ. 24). Ἐπίσης, βεβαιώνεται ὅτι «τό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητας ἐξαρτᾶται ἐν πολλοῖς ἀπό τό ἐάν σέ αὐτή τήν κρίσιμη ἐποχή μπορέσουμε ἀπό κοινοῦ νά καταθέτουμε τήν μαρτυρία τοῦ Πνεύματος τῆς ἀληθείας» (σημ. 28).

Ἔτσι, πρόκειται γιά σοβαρές ἀντιφατικότητες στήν «Κοινή Δήλωση», ἀφοῦ ἀπό τήν μιά πλευρά μᾶς χωρίζουν θεολογικές διαφορές, καί ἀπό τήν ἄλλη πλευρά εἴμαστε ἀδελφοί στήν πίστη καί καταθέτουμε «τήν μαρτυρία τοῦ Πνεύματος τῆς ἀληθείας».

4. Παρά τίς «διαφωνίες» πού ὑπάρχουν μεταξύ τῶν δύο «Ἐκκλησιῶν» καί παρά τήν κοινή κληρονομιά τῆς πρώτης χιλιετίας καί τήν ἔλλειψη ἑνότητας, ἐν τούτοις γίνονται προσπάθειες γιά τήν ἑνότητα τῶν «Ἐκκλησιῶν».

Στήν «Κοινή Δήλωση» γίνεται λόγος γιά τό ὅτι πρέπει «μέ τήν ἀποφασιστικότητά μας νά καταβάλουμε κάθε ἀπαραίτητη προσπάθεια πρός ἀντιμετώπιση τῶν διαφωνιῶν, τίς ὁποῖες κληρονομήσαμε ἀπό τήν ἱστορία» (σημ. 7). Δηλαδή, δέν φαίνεται νά ὑπάρχουν σημαντικές θεολογικές διαφορές, ἀλλά «διαφωνίες», δέν εὐθυνόμαστε ἐμεῖς γι' αὐτές, ἀλλά μᾶς τίς κληρονόμησε ἀφηρημένα ἡ ἱστορία! Τί εἶναι τελικά αὐτή ἡ ἱστορία;

Τό ἐκπληκτικό εἶναι ὅτι σέ ἄλλο σημεῖο γράφεται ὅτι οἱ δογματικές διαφορές στό Τριαδικό δόγμα, καί προφανῶς ἐννοεῖ περισσότερο τήν αἵρεση τοῦ filioque, «τίς κληρονομήσαμε ἐκ τῶν προκατόχων μας» (σημ. 5). Ποιοί εἶναι οἱ προκάτοχοί μας πού εὐθύνονται γι' αὐτό πού μᾶς κληρονόμησαν; Ἀσφαλῶς ἐννοοῦνται ἐξ ἴσου τόσο οἱ αἱρετικοί Πάπες καί ἄλλοι Λατίνοι θεολόγοι, ὅσο καί οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὅπως ὁ Μέγας Φώτιος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἀντιμετώπισαν ὅλους τούς Λατίνους καί Φράγκους θεολόγους, τούς λεγομένους Σχολαστικούς θεολόγους.

Κάνει, ἐπίσης, ἐντύπωση τό ὅτι μέ τόση εὐκολία ἀποδοκιμάζονται τοὐλάχιστον ἀπό πλευρᾶς Πατριαρχείου τῆς Μόσχας οἱ «προκάτοχοί μας» ἅγιοι Πατέρες καί ἀμνηστεύονται οἱ αἱρετικοί Λατίνοι καί Φράγκοι θεολόγοι.

5. Στήν «Κοινή Δήλωση» γράφεται ὅτι οἱ σύγχρονοι θεολόγοι, Ὀρθόδοξοι καί Ρωμαιοκαθολικοί, πρέπει νά ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό τίς διαμάχες τοῦ «Παλαιοῦ κόσμου» καί νά δώσουμε τήν ἀπολογία μας «ἐνώπιον τοῦ κόσμου περί τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος» μέ πραότητα καί φόβο (Α' Πετρ. 3, 15). Γι' αὐτό «συναντηθέντες μακράν τῶν παλαιῶν διαμαχῶν τοῦ "Παλαιοῦ κόσμου" αἰσθανόμαστε κατά τρόπον ἰδιαίτερον τήν ἀνάγκην καταβολῆς κοινῶν προσπαθειῶν ἀπό τούς Ὀρθοδόξους καί τούς Ρωμαιοκαθολικούς» (σημ. 3).

Οἱ ἀντιρρητικοί λόγοι τῶν μεγάλων ἁγίων Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας θεωροῦνται διαμάχη τοῦ «Παλαιοῦ κόσμου», ἐνῶ σήμερα οἱ νέοι Κληρικοί καί θεολόγοι πρέπει νά καταβάλουμε προσπάθειες γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στήν ἀντιμετώπιση τῶν πολλῶν προβλημάτων!

Σέ ἄλλο σημεῖο τῆς «Κοινῆς Δηλώσεως» γράφεται: «Οἱ Ὀρθόδοξοι καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ὀφείλουμε νά μάθουμε νά καταθέτουμε τήν συμπεφωνημένη μαρτυρία τῆς ἀληθείας στούς τομεῖς ὅπου αὐτή καθίσταται ἐφικτή καί ἀναγκαία» (σημ. 7).

Εἶναι βασική ὀρθόδοξη θεολογική ἀρχή ὅτι ἡ ἀντιμετώπιση τῶν κοινωνικῶν καί ἀνθρωπίνων πραγμάτων εἶναι ἀπόρροια τῆς ἀποκεκαλυμένης ὀρθοδόξου θεολογίας. Ὅταν ἡ θεολογία ἐκτρέπεται ἀπό τήν Ἀποκάλυψη, τότε καί ἡ ἀντιμετώπιση τῶν ἀνθρωπίνων καί τῶν κοινωνικῶν πραγμάτων ἀλλοιώνεται, ἀφοῦ ὑπάρχει στενή σχέση μεταξύ δόγματος καί ἤθους. Μόνον «ἡ συμπεφωνημένη μαρτυρία τῆς ἀληθείας» περί τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας, τῶν ἀνθρώπων, τῆς κτίσεως μπορεῖ νά δώση λύσεις σέ διάφορα προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει ὁ Χριστιανός καί γενικά ὁ ἄνθρωπος. Δέν μπορεῖ νά ἀποδεσμευθῆ τό δόγμα ἀπό τό ἦθος.

Οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες, οἱ αὐθεντικοί μάρτυρες καί θεολόγοι τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁμίλησαν γιά τό ὅτι πηγή ὅλων τῶν προβλημάτων πού ἀντιμετωπίζει ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ διάβολος, ἡ ἁμαρτία (μέ τά πάθη) καί ὁ θάνατος. Ὁ Χριστός ἐνηνθρώπησε γιά νά νικήση αὐτά τά τρία κακά. Γι' αὐτό, ὅταν σέ «Κοινές Δηλώσεις» καί σέ Ἀποφάσεις δέν γίνεται λόγος γιά τό πῶς θά νικήσουμε καί ἐμεῖς τόν διάβολο, τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο στήν ζωή μας, τότε αὐτές δέν εἶναι ὀρθόδοξες καί δέν ἐκφράζουν «τήν συμπεφωνημένη μαρτυρία τῆς ἀληθείας».

6. Ἡ οἰκουμενιστική κίνηση πού ἀναπτύχθηκε τόν 20ό αἰώνα γιά τήν λεγομένη «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν» χρησιμοποίησε ὑπερβολικά καί παραπλανητικά τό αἴτημα τῆς Ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ πρός τόν Πατέρα Του «ἵνα πάντες ἕν ὦσι, καθώς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν» (Ἰω. 17, 21).

Γράφω «παραπλανητικά», γιατί ἡ ἑρμηνεία τοῦ χωρίου αὐτοῦ τόσο στήν ἑνότητα τῆς ὅλης Ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ, ὅσο καί στήν Πατερική ἑρμηνευτική παράδοση ἔχει ἄλλη σημασία, δηλαδή ἀναφέρεται στήν ἑνότητα τῶν Ἀποστόλων, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, κατά τήν ὁποίαν οἱ Μαθητές τοῦ Χριστοῦ ἔλαβαν τό Ἅγιον Πνεῦμα καί ἑνώθηκαν μέ τόν Χριστό καί μεταξύ τους. Πρόκειται, δηλαδή, γιά τήν ἕνωση μέσα στήν θεοπτία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, καί ὄχι σέ μιά ἑνότητα ἐξωτερική καί «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν», κατά τρόπο κοινωνιολογικό καί ἀνθρωπιστικό.

Στήν «Κοινή Δήλωση» γράφεται: «Λυπούμεθα διά τήν ἐξαιτίας τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας καί ἁμαρτωλότητας ἀπώλεια ἑνότητας, γενομένη ἀσυμφώνως πρός τήν Ἀρχιερατική Προσευχή τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ: "ἵνα πάντες ἕν ὦσι, καθώς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν"» (σημ. 5).

Σέ ἄλλο σημεῖο τῆς «Κοινῆς Δηλώσεως» γράφεται: «Ἔχοντας ἐπίγνωση τῶν πολλαπλῶν ἐμποδίων, τά ὁποῖα πρόκειται νά ξεπεράσουμε, ἐλπίζουμε ὅτι ἡ συνάντησή μας θά συμβάλει στήν ἐπίτευξη τῆς ἐντεταλμένης ἀπό τόν Θεό ἑνότητας, περί τῆς ὁποίας προσεύχεται ὁ Χριστός» (σημ. 6).

Ἐπαναλαμβάνω ὅτι, κατά τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἡ ἑνότητα, κατά τόν λόγο τῆς Ἀρχιερατικῆς προσευχῆς, γίνεται μέ μετάνοια, μέ ἀπόθεση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, μέ ταπείνωση, προσευχή, κάθαρση τῆς καρδίας, φωτισμό τοῦ νοῦ καί θεωρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ «ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Μέσα ἀπό τήν ἡσυχαστική παράδοση μπορεῖ κανείς νά φθάση στήν Πεντηκοστή καί μέσα ἀπό τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, ἀντιμετωπίζοντας τόν διάβολο, τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο, μπορεῖ νά παραμείνη ὁ ἄνθρωπος στήν προοπτική τῆς Πεντηκοστῆς. Ἡ κοινωνικοποίηση τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀλλοίωσή του.

7. Ἡ «Κοινή Δήλωση» ἀναφέρεται καί στήν ἐπίκληση ἑνός συγχρόνου γεγονότος, δηλαδή τοῦ μαρτυρίου πολλῶν Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων καί ἑτεροδόξων, πού συμβαίνει στήν Μέση Ἀνατολή καί ἀλλοῦ.

Φυσικά, αὐτό τό γεγονός εἶναι ἀξιοπρόσεκτο καί στέκεται κανείς μπροστά του μέ σεβασμό, ἀλλά δυστυχῶς αὐτό ἐντάσσεται στήν σύγχρονη νοοτροπία τοῦ «οἰκουμενισμοῦ». Γίνονται δηλώσεις γιά τόν λεγόμενο «οἰκουμενισμό τοῦ αἵματος» καί διοργανώνονται Συνέδρια γιά τήν οἰκουμενιστική χρησιμοποίηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος.

Μέ ἄλλα λόγια, ἐπιχειρεῖται σήμερα μιά «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν», χωρίς ταυτότητα θεολογίας καί δόγματος, ἀλλά μέ τήν «ταυτότητα τοῦ αἵματος», ἐπειδή Χριστιανοί ὅλων τῶν Ὁμολογιῶν θυσιάζονται σέ διάφορα μέρη τοῦ κόσμου, κυρίως στήν Μέση Ἀνατολή, καί χάνουν τό αἷμα τους. Γράφεται στήν «Κοινή Δήλωση»:

«Θαυμάζουμε τό θάρρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τήν ζωή τους διά νά μαρτυρήσουν περί τῆς ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου, προτιμώντας νά πεθάνουν, παρά νά ἀρνηθοῦν τόν Χριστό. Πιστεύουμε ὅτι οἱ μάρτυρες τῆς ἐποχῆς μας, προερχόμενοι ἀπό διάφορες Ἐκκλησίες, ἀλλά τούς ὁποίους ἑνώνει τό κοινό τους μαρτύριο, ἀποτελοῦν ἔλεγχο διά τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν. Πρός ἐσᾶς, ὅσοι ὑποφέρετε διά χάρη τοῦ Χριστοῦ, ἀπευθύνει τόν λόγο του ὁ Ἀπόστολος: "Ἀγαπητοί ... καθό κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι, χαίρετε, ἵνα καί ἐν τῇ ἀποκαλύψει τῆς δόξης αὐτοῦ χαρῆτε ἀγαλλιώμενοι" (Α' Πέτρ. 4, 12-13)» (σημ. 12).

Παρακολουθῶ τά γεγονότα πού συμβαίνουν στήν Μέση Ἀνατολή, ὅπου ἐργάσθηκα στό παρελθόν σέ δύσκολες συνθῆκες, κατά τήν διάρκεια τοῦ πολέμου στόν Λίβανο, καί γνωρίζω τά προβλήματα πού ὑπάρχουν, καθώς ἐπίσης ἔχω πολλούς φίλους στίς περιοχές αὐτές. Ἔτσι θαυμάζω τό μαρτυρικό πνεῦμα τῶν ἀδελφῶν μας ἐκεῖ, ἀλλά καί πολλῶν ἑτεροδόξων. Τό μαρτύριό τους παραμένει στήν ἀγάπη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Πάνω στό θέμα αὐτό πρέπει νά σημειώσω μερικές σκέψεις μου, γιατί γίνεται κάποια παρερμηνεία καί οἰκουμενιστική ἐκμετάλλευση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος.

Κατ' ἀρχάς τό μαρτύριο εἶναι καρπός θεωρίας τοῦ Θεοῦ καί βιώσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Τό «μακάριοι ἐστέ ὅταν διώξωσι ὑμᾶς...», πού εἶπε ὁ Χριστός, συνδέεται στενά μέ ὅλους τούς προηγηθέντες μακαρισμούς Του, ἤτοι τήν ταπείνωση, τό πένθος, τήν πραότητα, τήν ἐλεημοσύνη, τήν πείνα καί τήν δίψα γιά τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τήν εἰρήνη, εἶναι συνάρτηση ὅλης τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί ὄχι μιά ἀπομονωμένη ἐνέργεια.

Ἔπειτα, τό μαρτύριο εἶναι συνάρτηση τῆς μαρτυρίας - ὁμολογίας τοῦ Χριστοῦ. Τό μαρτύριο χωρίς μαρτυρία-ὁμολογία τῆς ἀληθινῆς πίστεως δέν ἔχει θεολογική ἀξία, γιατί ὁ Χριστός εἶπε: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. ι΄, 32), ἐνῶ ἡ μαρτυρία - ὁμολογία τῆς πίστεως χωρίς μαρτύριο ἔχει ἀξία.

Ἀκόμη, τό ὅτι μερικοί ἑτερόδοξοι Χριστιανοί χύνουν τό αἶμα τους γιά τόν Χριστό, δέν σημαίνει ὅτι ἀμνηστεύονται οἱ αἱρέσεις τῆς Ὁμολογίας στήν ὁποία ἀνήκουν. Καί αὐτό γίνεται γιατί ὑπάρχουν Χριστιανοί σέ ὅλες τίς Χριστιανικές Ὁμολογίες, οἱ ὁποῖοι τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, πιστεύουν στόν Θεό, χωρίς νά ἀποδέχονται τήν διδασκαλία τῆς Ὁμολογίας στήν ὁποία ἀνήκουν, ὅπως ἐκφράζεται στά «δογματικά της» κείμενα. Ὅπως ἐπίσης ὑπάρχουν Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι δέν ζοῦν σύμφωνα μέ τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Ἑπομένως, δέν εἶναι δυνατόν νά γίνεται ἐπίκληση τοῦ μαρτυρίου μερικῶν ἑτεροδόξων Χριστιανῶν γιά οἰκουμενιστικούς σκοπούς καί νά συσχετίζεται τό μαρτύριο μέ τήν ἀμνήστευση τῶν ἐκκλησιολογικῶν θεολογικῶν ἀρχῶν καί τήν ἀναφορά στήν ἐπίτευξη τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν.

Εἶναι σάν νά ἰσχυρίζεται κανείς ὅτι ἐπειδή στήν περίοδο τῶν διωγμῶν μερικοί εἰδωλολάτρες πίστευαν στόν Χριστό καί μαρτυροῦσαν, χωρίς νά βαπτισθοῦν προηγουμένως, ἀφοῦ αὐτή ἡ πράξη συνιστᾶ τό «βάπτισμα τοῦ αἵματος», ὅτι παρέλκει τό ὀρθόδοξο βάπτισμα, ὅταν ἐπιστρέφουν στήν Ἐκκλησία οἱ ἐκτός αὐτῆς.

Τό μαρτύριο τῶν συγχρόνων Χριστιανῶν πού ἀνήκουν σέ ὅλες τίς χριστιανικές Ὁμολογίες δέν μπορεῖ, ὅπως γράφεται ἀπό οἰκουμενιστές θεολόγους, νά «μᾶς κατευθύνει στήν ἐσχατολογική πραγματικότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ταυτότητας»∙ δέν εἶναι «μιά ὑπόσχεση γιά τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν»∙ δέν μπορεῖ «νά διευκολύνει τήν ἀμοιβαία ἀναγνώριση, ἀκόμη καί τήν εὐχαριστιακή κοινωνία»∙ δέν μπορεῖ νά ὁδηγήση «τίς Ἐκκλησίες ἔξω ἀπό τίς ἀτομικές τους θέσεις, νά ἀνακτήσουν τήν ὁρατή κοινωνία καί νά ἐπικεντρωθοῦν στόν Χριστό»∙ δέν σημαίνει ὅτι συνιστᾶ «τήν ἀναγνώριση τοῦ πνεύματος πού "ὅπου θέλει πνεῖ" (Ἰω. γ', 8) πέρα ἀπό τά ὁρατά σύνορα τῆς δικῆς μας Ἐκκλησίας»∙ οὔτε στό νά ὑπερβοῦμε «τίς διαιρέσεις πού ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἔχουμε πραγματοποιήσει στό παρελθόν»∙ οὔτε βεβαίως καί στήν κατάρτιση ἑνός «οἰκουμενικοῦ μαρτυρολογίου» πού ἦταν μιά πρόταση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν!! Δηλαδή, τό μαρτύριο τῶν συγχρόνων Χριστιανῶν δέν μπορεῖ ἀπροϋποθέτως νά ὁδηγήση σέ μιά ἐκκλησιαστική κοινωνία.

Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν μπορεῖ νά ἰσχύση ἡ «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν» χωρίς ἐπίκληση τῶν δογματικῶν ἀληθειῶν καί διόρθωση τῶν αἱρέσεων, μόνον λόγῳ τοῦ «μαρτυρίου τοῦ αἵματος», οὔτε εἶναι δυνατόν νά μιλᾶμε γιά τήν «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν» μέσα ἀπό «τόν οἰκουμενισμό τοῦ αἵματος», μέ τήν παράβαση συγχρόνως τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

8. Ἡ «Κοινή Δήλωση» μεταξύ τοῦ Πατριάρχου Μόσχας καί τοῦ Πάπα Ρώμης ἀσχολήθηκε καί μέ τό θέμα τῆς Οὐνίας. Ἐνῶ γιά τήν Οὐνία ὑπάρχουν σαφέστατες ἀπόψεις τῶν Ὀρθοδόξων ὅτι δέν δεχόμαστε αὐτόν τόν τρόπο «ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν», ἀλλά αὐτό μπορεῖ νά γίνη μέ τήν ἀντιμετώπιση τῶν θεολογικῶν διαφορῶν μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν, ἐν τούτοις στήν «Κοινή Δήλωση» υἱοθετοῦνται διαφορετικές ἀπόψεις. Στήν «Κοινή Δήλωση» γράφεται:

«Ἐλπίζουμε ὅτι ἡ συνάντησή μας θά συμβάλει στήν εἰρήνευση ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν τριβές μεταξύ τῶν Ἑλληνορύθμων Καθολικῶν (σημείωση: τῶν Οὐνιτῶν) καί τῶν Ὀρθοδόξων. Σήμερα εἶναι προφανές ὅτι ἡ μέθοδος οὐνιτισμοῦ τῶν προηγουμένων αἰώνων, πού προϋποθέτει τήν ἐπίτευξη ἑνότητας μιᾶς κοινότητας μέ μιά ἄλλη μέσῳ τῆς ἀπόσπασής της ἀπό τήν Ἐκκλησία της δέν ἀποτελεῖ τήν κατάλληλη ὁδό πρός τήν ἀνάκτηση τῆς ἑνότητας. Παράλληλα οἱ ἐκκλησιαστικές κοινότητες, οἱ ὁποῖες ἀναδύθηκαν ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἱστορίας, ἔχουν δικαίωμα νά ὑπάρχουν καί νά πράττουν τό πᾶν ἀπαραίτητο πρός κάλυψη τῶν πνευματικῶν ἀναγκῶν τῶν πιστῶν αὐτῶν, ἐπιδιώκοντας εἰρήνη μέ τούς γείτονες. Οἱ Ὀρθόδοξοι καί οἱ Ἑλληνόρυθμοι καθολικοί ἔχουν ἀνάγκη νά συμφιλιωθοῦν καί νά ἀναζητήσουν τίς ἀμοιβαίως ἀποδεκτές μορφές συνυπάρξεως» (σημ. 25).

Ἀπό τό κείμενο αὐτό φαίνεται ὅτι ἡ καθιέρωση τῆς Οὐνίας γιά τήν προσέλκυση τῶν Ὀρθοδόξων στόν Ρωμαιοκαθολικισμό θεωρεῖται «ἀποτέλεσμα τῆς ἱστορίας». Τό αἴτημα τῶν Ὀρθοδόξων γιά τήν κατάργηση τῆς Οὐνίας, προκειμένου νά συνεχισθῆ ὀ διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν ἀπορρίπτεται, διότι πρέπει νά συνυπάρχουν καί ὅλες οἱ πλευρές νά καλύπτουν «τίς πνευματικές ἀνάγκες τῶν πιστῶν αὐτῶν». Ἄλλωστε, ἀπό πολλούς θεωρεῖται ὅτι ἡ ὕπαρξη τῶν Οὐνιτῶν δέν εἶναι πρόβλημα, γιατί τώρα δίνεται ἡ δυνατότητα ἀναγνωρίσεως τῶν μυστηρίων τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν καί τῶν ἄλλων ἀρχαίων αἱρετικῶν!

9. Στήν «Κοινή Δήλωση» γίνεται λόγος καί γιά τούς ἀνθρώπους ἄλλων Θρησκειῶν. «Δέν πρέπει οἱ διαφορετικές προσεγγίσεις τῶν θρησκευτικῶν ἀληθειῶν νά κωλύουν τούς ἀνθρώπους διαφορετικῶν θρησκειῶν νά συνυπάρχουν ἐν εἰρήνῃ καί ὁμονοίᾳ» (σημ. 13).

Βεβαίως, κανείς ἐχέφρων ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά μείνη ἀνάλγητος γιά τίς θρησκευτικές συγκρούσεις. Δέν μποροῦμε νά συντηροῦμε θρησκευτικούς πολέμους μέ φανατισμό καί βίαιες ἐνέργειες. Σήμερα εἶναι ἀνάγκη νά γίνεται καί ὁ διαθρησκειακός διάλογος. «Αὐτή τήν ταραχώδη ἐποχή ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό διαθρησκειακό διάλογο» (σημ. 13). Ὅμως δεχόμαστε τόν διαθρησκειακό διάλογο, μέσα ἀπό τίς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις. Τίποτε δέν γίνεται στήν Ἐκκλησία ἀπροϋπόθετα. Εἶναι ἀνάγκη νά γίνονται διαθρησκειακοί διάλογοι, τονίζοντας τίς διαφορές μεταξύ τῶν Θρησκειῶν.

Ὅταν ὅμως οἱ διαθρησκειακοί διάλογοι γίνονται μόνον μέσα ἀπό τήν προοπτική τῶν κοινῶν σημείων, τότε ὑφίσταται μεγάλο πρόβλημα. Τό μειονέκτημα τῆς «Κοινῆς Δηλώσεως» δέν εἶναι ὅτι γίνεται λόγος γιά «διαθρησκειακό διάλογο», ἀλλά γιά τό ὅτι δέν γράφει κάτι πού νά τονίζη τίς ἀναγκαῖες προϋποθέσεις βάσει τῶν ὁποίων θά γίνονται οἱ διαθρησκευτικοί διάλογοι, ὅπως ἔκαναν διαλόγους οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καί ὁ ἄγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός μέ τόν Ἰουδαϊσμό καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μέ τόν Ἰσλαμισμό. Ὁ διαθρησκειακός διάλογος μέ τήν παραθεώρηση τῶν θεολογικῶν, χριστολογικῶν καί ἐκκλησιολογικῶν διαφορῶν συνθέτει τόν διαθρησκειακό οἰκουμενισμό.

10. Σέ ὅλη τήν «Κοινή Δήλωση» ὑπάρχει μιά κοινή διαπίστωση. Στήν ἐπικεφαλίδα της ὑπάρχει ἡ φράση «Κοινή Δήλωσις τοῦ Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου καί τοῦ Πατριάρχου Μόσχας καί Πασῶν τῶν Ρωσσιῶν Κυρίλλου». Ὅμως, σέ ὅλο τό περιεχόμενό του φαίνεται ὅτι συμβάλλονται δύο «παγκόσμιοι» ἡγέτες, ὁ Πάπας γιά τούς Ρωμαιοκαθολικούς καί ὁ Πατριάρχης Μόσχας γιά τούς Ὀρθοδόξους, δηλαδή ἀποφασίζουν οἱ ἐκκλησιαστικοί Ἡγέτες τῆς «Πρώτης Ρώμης» καί τῆς «Τρίτης Ρώμης», ἄν καί δέν δέχομαι αὐτήν τήν ὁρολογία «Πρώτη», «Δεύτερη» καί «Τρίτη Ρώμη».

Ὁ Πατριάρχης Μόσχας δέν ἀποφασίζει μέ τόν Πάπα γιά θέματα πού ἀπασχολοῦν τό Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας, ἀλλά γιά θέματα πού ἀφοροῦν ὅλο τόν Χριστιανικμό κόσμο, ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες σέ Ἀνατολή, Δύση, Βορρᾶ καί Νότο, δηλαδή στήν Μέση Ἀνατολή, Ἀφρική, Λατινική, «λοιπές Ἠπείρους», καί τούς «πιστούς» ἄλλων θρησκειῶν καί γενικά τούς ἀνθρώπους ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας.

Αὐτό δείχνει ὅτι ὁ Πατριάρχης Μόσχας κατά τίς συζητήσεις μέ τόν Πάπα καί στήν ἀπόφαση αὐτή, θεωρεῖ στήν πραγματικότητα τόν ἑαυτό του ὡς «Πρῶτο» τῆς Ὀρθοδοξίας, ὑποσκελίζοντας μέ τόν τρόπο αὐτόν τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη. Αὐτό φαίνεται καί στά διορθόδοξα καί διεκκλησιαστικά θέματα, ὅπως τό θέμα τῆς Οὐκρανίας (σημ. 26 καί 27). Δηλαδή, τό θέμα τῆς Οὐκρανίας ὁ Πατριάρχης Μόσχας τό συζητᾶ μέ τόν Πάπα, ἐνδεχομένως γιά νά προκαταλάβη ἀποφάσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική τῆς «Κοινῆς Δηλώσεως» ἀσχολοῦνται οἱ δύο «Παγκόσμιοι Ἡγέτες» μέ κοινά καί παγκόσμια προβλήματα, ὅπως: «Καλοῦμε τή διεθνῆ κοινότητα νά λάβει ἄμεσα μέτρα πρός ἀποτροπή τοῦ περαιτέρω ἐκτοπισμοῦ τῶν Χριστιανῶν ἀπό τή Μέση Ἀνατολή. Ὑψώνοντας τή φωνή μας ὑπέρ τῶν δεδιωγμένων Χριστιανῶν, συμπάσχουμε μέ τήν δυστυχία τῶν ὀπαδῶν τῶν λοιπῶν θρησκευτικῶν παραδόσεων, οἱ ὁποῖοι πέφτουν θύματα τοῦ ἐμφυλίου, τοῦ χάους καί τῆς τραυματικῆς βίας» (σημ. 9)∙ ἀσχολοῦνται μέ τήν ἐπικράτηση τῆς κοινωνικῆς εἰρήνης (σημ. 10)∙ μέ «τήν ἐπιστροφή τῶν προσφύγων στίς οἰκίες τους, διά τήν ἐπούλωση τῶν τραυματιῶν» (σημ. 11)∙ μέ τίς «συνθῆκες ἀκραίας φτώχειας» (σημ. 17)∙ μέ τούς μετανάστες, τόν καταναλωτισμό πού «ἐξαντλεῖ ραγδαίως τούς πόρους τοῦ πλανήτη μας» μέ τήν «αὐξανόμενη ἀνισότητα στό τρόπο διανομῆς τῶν ἐπιγείων ἀγαθῶν» ἡ ὁποία «αὐξάνει τό αἴσθημα ἀδικίας τοῦ συστήματος τῶν διεθνῶν σχέσεων, τό ὁποῖο ἀναδύεται» (σημ. 17) κ.ἄ.

Φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος ὑπέγραψε τήν «Κοινή Δήλωση» ὡς θρησκευτική καί πολιτική ὑπερδύναμη, ὡς ἐκπρόσωπος τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, χωρίς ὅμως νά λάβη ἐξουσιοδότηση, ὑποκαθιστώντας καί ἀντικαθιστώντας τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη. Φαίνεται σάν νά ἔχη χαθῆ ἡ λεγομένη Δεύτερη Ρώμη (ἡ Νέα Ρώμη) καί νά ὁμιλῆ ἡ «Τρίτη Ρώμη» μέ τήν «Πρώτη Ρώμη», οἱ δύο Παγκόσμιοι Χριστιανοί Ἡγέτες καί δύο πολιτικοί Ὀργανισμοί.

Ἀπό τήν σύντομη καί περιεκτική αὐτή ἀνάλυση τῆς «Κοινῆς Δηλώσεως» μεταξύ τοῦ Πάπα Φραγκίσκου καί τοῦ Πατριάρχου Μόσχας Κυρίλλου φαίνεται ὅτι οἱ θέσεις τῆς «Κοινῆς Δηλώσεως» εἶναι μιά κακή μορφή τῶν ἀποφάσεων τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» στό Κολυμπάρι Χανίων Κρήτης πού συνεκλήθη λίγους μῆνες μετά τήν «Κοινή Δήλωση» στήν Ἀβάνα τῆς Κούβας, ἤτοι τόν Ἰούνιο 2016, στήν ὁποία δέν παρευρέθη ὁ Πατριάρχης Μόσχας.

Καί πῶς θά μποροῦσε νά παρευρεθῆ, ὅταν πρίν λίγους μῆνες (Φεβρουάριος 2016) εἶχε ἤδη ἀποφασίσει μόνος του καί μάλιστα μέ τόν Πάπα, τόν ἄλλον Παγκόσμιο Ἡγέτη, ἐκπροσωπώντας χωρίς ἐξουσιοδότηση ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί ὑποκαθιστώντας τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη; Καί πῶς μποροῦσε ὕστερα ἀπό αὐτή τήν συνάντηση «κορυφῆς» μέ τόν Πάπα Φρασκίσκο καί τήν «Κοινή Δήλωση» πού ἔκανε μαζί του, νά παρευρεθῆ στήν Σύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης καί νά κατέχη τήν πέμπτη θέση;

Ὁ Πατριάρχης Μόσχας κινεῖται ἐλεύθερα ὡς ἐκκλησιαστικός καί πολιτικός ἡγέτης καί ἐκφράζει τίς οἰκουμενιστικές του θέσεις, ἀναιρώντας τήν ἀπόφαση τοῦ «Συνεδρίου τῶν ἀρχηγῶν καί ἀντιπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν», πού ἔγινε στήν Μόσχα τό 1948.
Φαίνεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Μόσχας λαμβάνει κατά καιρούς διάφορες ἀποφάσεις γιά ἐκκλησιολογικά θέματα, σύμφωνα μέ τίς συνθῆκες κάθε ἐποχῆς.

Τό πρόβλημα, ὅμως, εἶναι ὅτι οἱ ἀντιοικουμενιστικοί θεολόγοι, ἐνῶ κατακρίνουν τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο καί τήν Σύνοδο τῆς Κρήτης, ὄχι μόνον ἀμνηστεύουν τίς χειρότερες ἀπόψεις τοῦ Πατριάρχου Μόσχας, ἀλλά καί τόν στηρίζουν σέ βάρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Αὐτό εἶναι ἕνα θέμα ἑρμηνείας ἀπό κάθε πλευρά.

Ὅπως διευκρίνισα στήν ἀρχή τοῦ κειμένου αὐτοῦ, τό κάνω καί στό τέλος, ὅτι ὅσα παρουσιάσθηκαν πιό πάνω δέν ἀφοροῦν τόν ὀρθόδοξο ρωσικό λαό καί τούς ἁγίους Χριστιανούς, Μοναχούς καί Κληρικούς πού ἔζησαν καί ζοῦν στήν Ρωσία, τούς ὁποίους ἀγαπῶ καί σέβομαι γιά τήν ὀρθόδοξη ὁμολογία τους, τό μαρτύριό τους καί τήν ἀσκητική τους ζωή, καί τούς ὁποίους συχνά ἐπικαλοῦμαι στά κείμενά μου καί στίς ὁμιλίες μου.

Πρόταση γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ Οὐκρανικοῦ ζητήματος Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου


Πρόταση γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ Οὐκρανικοῦ ζητήματος

Τό Οὐκρανικό ζήτημα ἀπασχολοῦσε τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τό τελευταῖο διάστημα, ἀπό τό 1990 μέχρι σήμερα, περίπου τριάντα χρόνια. Ὅταν οἱ Οὐκρανοί σχημάτισαν Κράτος, θέλησαν νά ἀποκτήσουν καί αὐτοί αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία – Πατριαρχεῖο. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας δέν ἔδωσε τήν συγκατάθεσή της, παρά μόνον ἔδωσε μιά διευρυμένη αὐτονομία, γι’ αὐτό καί τιμώρησε μέ καθαίρεση αὐτούς πού ἀνεκήρυξαν τήν οὐκρανική Ἐκκλησία σέ Αὐτοκέφαλη-Πατριαρχεῖο. Ἔκτοτε στήν Οὐκρανία ὑπῆρχε μιά Ἐκκλησία πού ὑπάγεται στήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας καί ἄλλες δύο παρατάξεις πού ἦταν σχισματικές.

Γιά τό θέμα αὐτό ἔγραψα εἴκοσι (20) κείμενα. Τό πρῶτο γράφηκε τό ἔτος 2008, τό δεύτερο τό ἔτος 2014 καί τά ὑπόλοιπα τά δύο ἔτη 2018 καί 2019. Στά κείμενα αὐτά μέ ἀπασχόλησε κυρίως ἡ βαθύτερη αἰτία τοῦ ζητήματος, ἀπό τήν ὁποία ἀναφύονται κατά καιρούς διάφορα ἄλλα ζητήματα.

Μέ τά κείμενα πού ἔγραψα προσπάθησα νά ἀναδείξω ἕξι σοβαρά ζητήματα. Πρῶτον, τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι συνοδικό, ἀλλά καί ἱεραρχικό. Δέν μπορεῖ νά τονίζεται μόνον ἡ συνοδικότητα, χωρίς τήν ἱεραρχικότητα, γιατί αὐτό συνιστᾶ προτεσταντική νοοτροπία. Δεύτερον, ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά λειτουργῆ ὡς ἀνεξάρτητη ἀπό ὅλες τίς ἄλλες Ἐκκλησίες, ὡς «Αὐτοκεφαλισμός», ἀλλά εἶναι αὐτοδιοίκητη, ὄχι ὅμως καί τελείως ἀνεξάρτητη. Τρίτον, ἡ Ἀποστολική Διαδοχή συνδέεται ἀναπόσπαστα μέ τήν Ἀποστολική ζωή καί παράδοση μέσα στό μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς. Τέταρτον, ἡ Ἐκκλησία ἐπιλύει τά θέματα πού ἀνακύπτουν μέ ἀκρίβεια καί οἰκονομία, καί ἡ οἰκονομία γίνεται κάτω ἀπό ὁρισμένους ὅρους καί ἀπαραίτητες προϋποθέσεις. Πέμπτον, ἐμφανίζονται κατά καιρούς διάφορες ἐκκλησιολογικές ἀσθένειες, θά τίς χαρακτήριζα δυσλειτουργίες τοῦ συνοδικοῦ καί ἱεραρχικοῦ πολιτεύματος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἡ θεωρία «περί Τρίτης Ρώμης», οἱ ὁποῖες ἀποβλέπουν στήν ἀνατροπή τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἕκτον, τό κείμενο γιά τήν χορήγηση τοῦ Τόμου τῆς αὐτοκεφαλίας σέ μιά Ἐκκλησία εἶχε συμφωνηθῆ στίς πανορθόδοξες διασκέψεις, ἀλλά μέ εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μόσχας ἐπῆλθε διαφωνία στό ποιός θά ὑπογράφη τόν Τόμο αὐτόν.

Κυρίως αὐτά τά ἕξι σημεῖα μέ ἀπασχόλησαν στά κείμενα πού ἔγραψα ὡς Ἱεράρχης μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί ὡς Ἱεράρχης τῆς καθόλου Ἐκκλησίας.

Παρατηρῶ ὅτι μερικοί ἀσχολοῦνται μέ ἐπί μέρους ζητήματα, τά ὁποῖα ἀπολυτοποιοῦν, καί μάλιστα ἀναλύουν μέ ἐπιμονή ἐνέργειες πού ἔγιναν στό παρελθόν, ὅπως γιά παράδειγμα ἡ χορήγηση τοῦ Τόμου τῆς Αὐτοκεφαλίας πού ἔδωσε ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης στήν Οὐκρανία, χωρίς νά βλέπουν τά νοσογόνα αἴτια πού ἀνέφερα προηγουμένως καί χωρίς νά βλέπουν τό παρόν καί τό μέλλον.

Ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος κατά τήν Συνεδρίασή της τήν 28η Αὐγούστου 2019, ἀφοῦ ἄκουσε τήν εἰσήγηση τῶν δύο Συνοδικῶν Ἐπιτροπῶν, ἤτοι τῆς Ἐπιτροπῆς Δογματικῶν καί Κανονικῶν Ζητημάτων καί τῆς Ἐπιτροπῆς Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν Σχέσεων, ἔλαβε τήν ἀπόφαση ὅτι «ἀναγνωρίζει τό κανονικό δικαίωμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου γιά τήν παραχώρηση τοῦ Αὐτοκεφάλου, καθώς καί τό προνόμιο τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νά χειρισθεῖ περαιτέρω τό ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας».

Ἀναμένω νά δημοσιευθῆ ὁλόκληρη ἡ εἰσήγηση αὐτή, καθώς ἐπίσης καί τό σκεπτικό πού στηρίζει τήν ἀπόφαση.

Ἀπό δηλώσεις καί δημοσιεύματα φαίνεται ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος θά ἐνημερώση τήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πού θά συνέλθη σέ τακτική Συνεδρίασή της τόν προσεχῆ Ὀκτώβριο.

Ἀνεξάρτητα ἀπό τό πῶς θά ἐξελιχθῆ περαιτέρω τό θέμα στήν Ἱεραρχία, στήν βάση του τό θέμα αὐτό παραμένει ἀνοικτό πρός ἐπίλυση. Δηλαδή, διατυπώνονται ἐπιχειρήματα κανονικά, ἐκκλησιολογικά, θεολογικά, ἔνθεν κακεῖθεν, ἀλλά κάποια στιγμή πρέπει νά ἀναζητηθῆ μιά σοβαρή λύση, ὥστε νά ἐπανέλθη ἡ ἑνότητα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πού ἔχει διασαλευθῆ.

Μέ τό παρόν κείμενο θά ὑποβάλω μιά συγκεκριμένη πρόταση γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ Οὐκρανικοῦ ζητήματος. Αὐτό τό κάνω μέ πολύ σεβασμό στούς Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἰδίως στόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Κύριο Βαρθολομαῖο. Ἐπιθυμῶ νά βοηθήσω καί ὄχι νά τούς ὑπερβῶ. Ἄλλωστε, γνωρίζω ὅτι ὅλα τά θέματα ἐπιλύονται μέσα στό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας.

Γνωρίζω σαφέστατα ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἔχει μεγάλη πείρα στήν ἀντιμετώπιση ἐκκλησιαστικῶν προβλημάτων. Γιά παράδειγμα, ἀντιμετώπισε τό σχίσμα, πού ἐπικράτησε στήν Ἑλλάδα δέκα ἑπτά χρόνια (1833-1850) μέ τήν αὐτόγνωμη ἀνακήρυξη τῆς Αὐτοκεφαλίας, καί τό ἔλυσε μέ σοφία καί διάκριση. Τό ἴδιο παρατηροῦμε καί γιά ἄλλες κατά Τόπους Ἐκκλησίες.

Ἔτσι, σέβομαι ἀπόλυτα τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, καί τά ὅσα θά καταθέσω στήν συνέχεια μέ σεβασμό, κινοῦνται μέσα στήν προοπτική τοῦ λόγου: «Δίδου σοφῷ ἀφορμήν καί σοφώτερος ἔσται» (Παρ. θ ΄, 9) καί τοῦ λόγου: «Τῶνδε γάρ ἀκούσας σοφός σοφώτερος ἔσται, ὁ δέ νοήμων κυβέρνησιν κτήσεται» (Παρ.  α´, 5).

Ἐννοεῖται ὅτι θά χαρῶ πολύ, ἄν βρεθῆ ἕνας καλύτερος τρόπος ἐπιλύσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι κανείς δέν εἶναι ἀλάθητος, ἀφοῦ τό ἀλάθητον ἀνήκει στήν Ἐκκλησία πού λειτουργεῖ μέσα στό μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς μέ Ἱεράρχες πού συσκέπτονται συνοδικῶς καί ἱεραρχικῶς.

Πρίν καταθέσω τήν πρόταση θά ἀναφερθῶ στήν κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε στήν Ἐκκλησία κατά τόν 4ο αἰώνα, γιά τό πῶς τήν περιγράφει καί πῶς τήν ἀντιμετωπίζει ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Μεγάλος αὐτός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας.
1. Ὁ κλονισμός τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας

Ἡ περίοδος μεταξύ τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325 μ.Χ.) καί τῆς Β´ (381 μ.Χ.) ἦταν ταραγμένη. Ἐμφανίσθηκαν πολλοί Ἐπίσκοποι καί θεολόγοι πού προσπαθοῦσαν νά θεολογήσουν γιά τήν θεότητα τοῦ Λόγου καί τήν θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέ ἀποτέλεσμα νά κλονίζωνται οἱ κατά Τόπους Ἐκκλησίες.

Ὁ Μέγας Βασίλειος ἔζησε αὐτήν τήν περίοδο καί ὡς καλός καί νηφάλιος κυβερνήτης προσπάθησε νά ἀντιμετωπίση τήν κατάσταση. Ὑπάρχει ἕνα καταπληκτικό κείμενό του, στό ὁποῖο διεκτραγωδεῖ τήν κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε στίς Ἐκκλησίες. Τότε συγκλήθηκαν περίπου τριάντα Σύνοδοι.

Θά παραθέσω τήν μετάφραση τοῦ ἐκπληκτικοῦ αὐτοῦ κειμένου, τήν ὁποία ἔκανε ἡ φιλόλογος Σωτηρία Καρανάσιου. Νομίζω ὅτι ἡ περιγραφή αὐτή δείχνει παρόμοιες καταστάσεις πού ἐπικρατοῦν καί σήμερα. Γιά τήν εὐχερέστερη ἀνάγνωση τό κείμενο αὐτό θά χωρισθῆ σέ περισσότερες παραγράφους ἀπό τό ἀρχικό.
Μεγάλου Βασιλείου: Διήγησις τῆς παρούσης καταστάσεως τῶν Ἐκκλησιῶν

«Μέ τί νά παρομοιάσουμε τήν παροῦσα κατάσταση; Αὐτή πού εἶναι παρόμοια μέ κάποια ναυτική σύρραξη, τήν ὁποία ἑτοίμασαν ναυτικοί ἄνδρες φιλοπόλεμοι οἱ ὁποῖοι κρατοῦσαν μίσος μέ τούς ἀντιπάλους ἀπό παλαιές συγκρούσεις. Σκέψου τήν εἰκόνα αὐτήν νά ἐφορμοῦν μέ σφοδρότητα οἱ δύο ἀντίπαλοι στόλοι καί ἔπειτα, ὅταν ἐκραγῆ και φτάση σέ ἀξεπέραστα ὅρια ἡ μεγάλη ὀργή, νά μάχωνται μέ δύναμη οἱ ἄνδρες. Ἄν θέλης ὑπέθεσε ὅτι τά πλοῖα συγχρόνως πλήττονται καί ἀπό σφοδρή θαλασσοταραχή καί ἕνα σκοτάδι ἀπό μαῦρα σύννεφα ἔχει καλύψει τά πάντα, ὥστε νά μήν μποροῦν νά διακριθοῦν φίλοι ἤ ἐχθροί γιατί ἀπό τήν σύγχυση δέν ἀναγνωρίζονται τά σύμβολα.

Καί γιά νά γίνη πιό σαφής ἡ εἰκόνα ἄς προσθέσουμε τήν φουσκωμένη θάλασσα πού περιστρέφει τά νερά ἀπό τόν βυθό μέχρι ἐπάνω καί νά πέφτη ὁρμητικό τό νερό ἀπό ψηλά, ὥστε νά δημιουργῆται φοβερός κλύδωνας ἀπό τήν θαλασσοταραχή.

(Σκέψου) ἔπειτα νά φυσᾶνε οἱ ἄνεμοι ἀπό ὅλα τά σημεῖα στό ἴδιο σημεῖο καί νά συνταράσσεται ὁλόκληρος ὁ στόλος, καί ἀπό τούς ἀντιπάλους ἄλλοι νά προδίδουν τήν παράταξή τους, ἄλλοι νά αὐτομολοῦν ἀπό τήν ἀγωνία τους, ἐνῶ ἄλλοι νά προσπαθοῦν νά κυβερνήσουν τά σκάφη πού κλυδωνίζονται ἀπό τούς ἀνέμους καί νά ἐπιτεθοῦν στούς ἀντιπάλους, καί νά ἀλληλοσκοτώνωνται ἀπό τήν ἀνταρσία πού ἔφερε ὁ φθόνος γιά τούς νικητές καί ἡ ἐπιθυμία νά νικήση ὁ καθένας μόνος του.

Καί μέσα σέ ὅλα αὐτά φαντάσου ἕναν φοβερό καί ἀνάμεικτο θόρυβο σέ ἐκεῖνο τό σημεῖο ἀπό τούς ἀνέμους πού σφυρίζουν, ἀπό τόν πάταγο τῶν πλοίων, ἀπό τό κόχλασμα τῆς τρικυμίας, ἀπό τήν βουή τῶν πολεμιστῶν πού ἀφήνουν τίς κραυγές τους ἀνάλογα μέ τό τί παθαίνουν, καί ἐξ αἰτίας ὅλων αὐτῶν νά μήν ἀκούγεται ἡ φωνή οὔτε τοῦ ναυάρχου οὔτε τοῦ κυβερνήτη, ἀλλά νά ἐπικρατῆ φοβερή ἀταξία καί σύγχυση μέ ὅλα αὐτά τά ὑπερβολικά κακά, ὥστε νά κάνουν μεγάλα λάθη ἀπό ἀπόγνωση γιά τήν ζωή τους.

Πρόσθεσε σέ ὅλα αὐτά καί τήν βαρύτατη ἀσθένεια τῆς δοξομανίας, ὥστε, ἐνῶ τό καράβι πάει στόν βυθό, οἱ ἐπιβάτες νά μαλώνουν μεταξύ τους γιά τά πρωτεῖα.

Πήγαινε τώρα ἀπό τήν εἰκόνα σέ αὐτό τό ἴδιο τό κακό. Μήπως καί παλαιότερα τό ἀρειανικό σχίσμα, ἀφοῦ ἀποχωρίσθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ σάν ἀντίπαλη μερίδα, δέν ἦταν ἡ μοναδική ἐχθρική παράταξη; Ὅταν μετά ἀπό μακροχρόνια καί φοβερή ἔριδα ἄρχισαν τόν φανερό πόλεμο ἐναντίον μας, τότε ὁ πόλεμος διαχωρίσθηκε σέ πολλά μέρη καί μέ μύριους τρόπους, ὥστε νά ὑπάρχη σέ ὅλους ἕνα ἀδιάλλακτο μίσος λόγῳ τοῦ γενικοῦ ἐχθρικοῦ κλίματος καί λόγῳ τῆς ὑποψίας τοῦ ἑνός πρός τόν ἄλλον.

Αὐτός ὁ σάλος τῶν Ἐκκλησιῶν δέν εἶναι πιό ἄγριος ἀπό τήν κάθε θαλασσοταραχή; Κατ’ αὐτόν τόν σάλο ἔχει μετακινηθῆ κάθε ὅριο πού ἔθεσαν οἱ Πατέρες, κάθε θεμέλιο καί κάθε δογματικό ὀχυρό ἔχει διασαλευθῆ. Τά πάντα συγκλονίζονται καί σείονται καθώς στηρίζονται σέ σαθρή βάση. Ἀλληλοκαταστρεφόμαστε μέ τό νά ἐπιτιθέμεθα ὁ ἕνας στόν ἄλλον. Κι ἄν δέν σέ προφτάση ὁ ἐχθρός, σέ πληγώνει ὁ σύντροφος. Καί ἄν πέσης πληγωμένος, σέ καταπατᾶ ὁ συμπολεμιστής. Τόση κοινωνία ἔχουμε μεταξύ μας, ὅσο ἀπό κοινοῦ μισοῦμε τούς ἐχθρούς μας. Καί ὅταν περάσουν οἱ ἐχθροί, τότε βλέπουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον ὡς ἐχθρό.

Ἀκόμη δέ ποιός θά μποροῦσε νά μετρήση τό πλῆθος τῶν ναυαγίων; Ἄλλοι βυθίζονται ἀπό ἐπίθεση τῶν ἐχθρῶν, ἄλλοι ἀπό τήν καλυμμένη ἔχθρα τῶν συμμάχων, ἄλλοι ἀπό τήν ἀπειρία τῶν ἡγετῶν τους. Ὁλόκληρες Ἐκκλησίες βυθίσθηκαν αὔτανδρες, ἐπειδή ἔπεσαν ἐπάνω σέ δόλιους αἱρετικούς ὑφάλους, ἄλλοι παρέλαβαν τήν διακυβέρνηση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ναυάγησαν στήν πίστη, ἐπειδή δέν ἤθελαν νά ἀκολουθήσουν τό σωτήριο πάθος. Οἱ ταραχές πού προέρχονται ἀπό τούς ἄρχοντες τοῦ κόσμου τούτου καί ἀνατρέπουν τούς λαούς δέν εἶναι σφοδρότερες ἀπό κάθε θύελλα καί καταιγίδα;

Πράγματι, θλιβερό καί σκυθρωπό σκοτάδι ἔχει καλύψει τίς Ἐκκλησίες, ἐπειδή ἔχουν ἐκδιωχθῆ οἱ λαμπτῆρες πού τοποθέτησε ὁ Θεός στόν κόσμο γιά νά φωτίζουν τίς ψυχές τῶν λαῶν. Καί ἐνῶ ἤδη ὑπάρχει ὁ φόβος νά διαλυθῆ τό πᾶν, ἡ ὑπερβολική μεταξύ τους φιλονικία δέν τούς ἐπιτρέπει νά δοῦν τόν κίνδυνο. Περισσότερο ὑπολογίζεται ἡ προσωπική βλάβη παρά τό κοινό καί δημόσιο συμφέρον, στόχος εἶναι ἡ ἐπικράτηση στούς ἀντιπάλους παρά τό κοινό καλό, καί ἡ ἱκανοποίηση τοῦ ἐγωϊσμοῦ ἀπό τίς μελλοντικές ἀμοιβές. Γι’ αὐτό ὅλοι, μέ ὅποιον τρόπο μποροῦν, σηκώνουν φονικά χέρια ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου. Κάποια τραχεία κραυγή ἀπό αὐτούς πού ἀντιμάχονται μεταξύ τους, μία ἀκατανόητη βοή καί ἕνας δυσδιάκριτος ἦχος ἀπό τούς συνεχεῖς θορύβους ἔχει γεμίσει ὅλη τήν Ἐκκλησία καί διαστρέφεται τό εὐθές δόγμα τῆς εὐσεβείας ἀπό τίς ὑπερβολές καί τίς ἐλλείψεις.

Ἄλλοι μέ τήν σύγχυση τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος ὁδηγοῦνται στόν Ἰουδαϊσμό, ἄλλοι μέ τό νά δέχωνται ἀντίθεση τῶν φύσεων ὁδηγοῦνται στόν Ἑλληνισμό. Οὔτε ἡ θεόπνευστη Γραφή ἀρκεῖ νά τούς συμβιβάση, οὔτε οἱ ἀποστολικές παραδόσεις μποροῦν νά τούς συμφιλιώσουν.

Μία εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς φιλίας, τό νά ὁμιλῆ κανείς κολακευτικά. Γιά τήν δημιουργία δέ τῆς ἔχθρας εἶναι ἀρκετό τό νά μήν συμφωνῆ κάποιος μέ τήν γνώμη τοῦ ἄλλου. Ἡ ὁμοιότητα τοῦ σφάλματος προκαλεῖ ἐμπιστοσύνη περισσότερο ἀπό κάθε συνωμοσία γιά τήν συμμετοχή σέ ἀνταρσία.

Θεολόγος δέ εἶναι ὁποιοσδήποτε, ἔστω κι ἄν ἡ ψυχή του εἶναι στιγματισμένη ἀπό μύριες κηλίδες. Γι’ αὐτό οἱ νεωτεριστές βρίσκουν εὔκολα πολλούς συνεργάτες στήν ἀνταρσία τους. Γι’ αὐτό καί αὐτοχειροτόνητοι πού ἐπιδιώκουν μέ κάθε μέσον τήν κατάληψη τῆς ἐξουσίας ἔχουν ἀναλάβει τήν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, ἀγνοώντας τήν οἰκονομία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ἐνῶ οἱ εὐαγγελικοί θεσμοί βρίσκονται σέ παντελῆ σύγχυση λόγῳ τῆς ἀταξίας, ὑπάρχει ἀπερίγραπτη σπουδή γιά τά ἀξιώματα καί ὁ καθένας ἀπό αὐτούς πού θέλουν νά ἐπιδειχθοῦν ἀγωνίζεται ὁ ἴδιος νά ἀνέλθη στό ἀξίωμα. Λόγῳ αὐτῆς τῆς φιλαρχίας ἐπικρατεῖ πολύ μεγάλη ἀναρχία μεταξύ τῶν λαῶν. Γι’ αὐτό οἱ συστάσεις τῶν ὑπευθύνων εἶναι ἀνώφελες καί χωρίς ἀποτέλεσμα, γιατί ὁ καθένας λόγῳ τῆς ἀμάθειας καί τοῦ ἐγωϊσμοῦ πιστεύει ὅτι πρέπει νά ἐξουσιάζη καί ὄχι νά ὑπακούη στούς ἄλλους.

Γι’ αὐτό καί θεώρησα ὅτι εἶναι προτιμότερο νά σιωπήσω παρά νά ὁμιλήσω, γιατί μέσα σέ τόσους θορύβους εἶναι ἀδύνατον νά εἰσακουσθῆ ἡ φωνή κάποιου ἀνθρώπου. Γιατί, ἄν εἶναι ἀληθινοί οἱ λόγοι τοῦ «Ἐκκλησιαστῆ», «οἱ λόγοι τῶν σοφῶν ἀκούγονται ὅταν ἐπικρατῆ ἡσυχία», δέν θά ταίριαζε στήν παροῦσα κατάσταση νά ὁμιλήσω γι’ αὐτά. Ἀκόμη ἐνθυμοῦμαι καί τό προφητικό λόγιο: «ὁ συνετός θά σιωπήση κατά τόν καιρό ἐκεῖνο διότι ὁ καιρός εἶναι πονηρός».

Καί πράγματι εἶναι πονηρός ὁ καιρός, διότι ἄλλοι φροντίζουν νά πέση κάτω κάποιος, ἄλλοι χοροπηδοῦν γύρω ἀπό αὐτόν πού ἔπεσε, ἄλλοι ἐπικροτοῦν τήν πτώση καί δέν ὑπάρχει κάποιος πού ἀπό συμπάθεια θά δώση τό χέρι του νά σηκωθῆ αὐτός πού γονάτισε. Ἄν καί κατά τόν παλαιό νόμο κατακρίνεται ἀκόμη καί αὐτός πού προσπέρασε μέ ἀδιαφορία τό ζῶο τοῦ ἐχθροῦ πού γονάτισε ἀπό τό βάρος. Τώρα, ὅμως, δέν ἰσχύουν τά ἴδια. Γιατί; Διότι γενικῶς ψυχράνθηκε ἡ ἀγάπη, ἐξαφανίσθηκε ἡ σύμπνοια μεταξύ τῶν ἀδελφῶν, ἀγνοεῖται ἀκόμη καί τό ὄνομα τῆς ὁμόνοιας, χάθηκαν οἱ νουθεσίες ἀπό ἀγάπη, δέν ὑπάρχει πουθενά χριστιανική συμπάθεια, δέν χύνεται πουθενά δάκρυ συμπάθειας. Δέν ὑπάρχει αὐτός πού θά στηρίξη τόν ἀσθενῆ στήν πίστη, ἀλλά ἔχει ἀνάψει τόσο μίσος μεταξύ τῶν συμπολιτῶν, ὥστε ὁ καθένας χαίρεται περισσότερο μέ τίς συμφορές τοῦ πλησίον παρά μέ τά δικά του ἐπιτεύγματα. Ὅπως συμβαίνει μέ τίς ἐπιδημίες, πού καί ὅσοι προσέχουν μέ ἀκρίβεια τήν δίαιτα ὑποφέρουν ἐξίσου μέ τούς ἄλλους, ἐπειδή λόγῳ τῆς συναναστροφῆς μέ τούς ἀσθενεῖς ἀσθενοῦν καί αὐτοί, ἔτσι καί τώρα ἐξομοιωθήκαμε ὅλοι μεταξύ μας, γιατί σάν ἐπιδημία ἡ φιλονικία ἡ ὁποία κατέλαβε τίς ψυχές μας μᾶς ὁδήγησε στό νά φροντίζουμε γιά τό κακό.

Γι’ αὐτό καί στίς θέσεις τῶν δικαστῶν κάθονται πρόσωπα χωρίς ἔλεος καί σκληρά σέ ὅσους σφάλλουν, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη ὑπάρχουν ἀγνώμονες κριτές πού ἀντιμετωπίζουν δυσμενῶς τά κατορθώματα καί, ὅπως φαίνεται, τόσο πολύ ἔχει στερεωθῆ τό κακό, ὥστε γίναμε πιό ἄλογοι καί ἀπό τά ἄλογα ζῶα. Διότι ἐκεῖνα κάνουν μία εἰρηνική ἀγέλη μεταξύ τους, σέ μᾶς ὅμως αὐτός ὁ φοβερός πόλεμος ἔχει ξεσπάσει ἐναντίον τῶν ὁμοφύλων μας.

Γιά ὅλους αὐτούς τούς λόγους ἔπρεπε νά σιωπήσω, ἀντίθετα, ὅμως, ἀπό τήν ἄλλη μεριά μέ εἵλκυε ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία δέν ζητᾶ τό δικό της συμφέρον καί ἀπαιτεῖ νά ὑπερνικᾶ κανείς ὅλες τίς δυσκολίες τῶν καιρῶν καί τῶν πραγμάτων. Μᾶς δίδαξαν οἱ τρεῖς παῖδες, πού ρίφθηκαν στήν βαβυλώνια κάμινο, ὅτι ἀκόμη κι ἄν δέν ὑπάρχη κανένας σύμμαχος τῆς εὐσεβείας, πρέπει κανείς νά ἐπιτελῆ καί μόνος τό καθῆκον του. Αὐτοί μέσα ἀπό τήν φλόγα τῆς καμίνου ὑμνοῦσαν τόν Θεό, χωρίς νά ὑπολογίζουν τό πλῆθος τῶν ἀσεβῶν, ἀλλά οἱ τρεῖς τους ἦταν ἀρκετοί γιά νά στηριχθοῦν μεταξύ τους.

Γι’ αὐτό οὔτε καί ἐμᾶς μᾶς φόβισε τό πλῆθος τῶν ἀντιπάλων, ἀλλά, ἀφοῦ στηρίξαμε τήν ἐλπίδα στήν βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διακηρύξαμε μέ παρρησία τήν ἀλήθεια. Ἄλλωστε θά ἦταν τό πιό παράλογο ἀπό ὅλα, ἄν αὐτοί, πού βλασφημοῦν τό Πνεῦμα ἐξαγγέλλουν μέ τόσο θράσος καί μέ τόση εὐκολία τήν ἀσέβειά τους, ἐνῶ ἐμεῖς πού ἔχουμε τέτοιον σύμμαχο καί συνήγορο νά διστάζουμε νά ὑπηρετήσουμε τήν διδασκαλία, ἡ ὁποία ἔφθασε μέχρις ἐμᾶς μέ τήν παράδοση τῶν πατέρων καί διασώθηκε μέ τήν μνήμη ἀπό γενεά σέ γενεά. Ἐπί πλέον ἐνίσχυσε αὐτήν τήν διάθεσή μας ἡ φλόγα τῆς εἰλικρινοῦς ἀγάπης σου, ἡ σοβαρότητα καί ἡ πραότητα τοῦ χαρακτήρα σου, τά ὁποῖα ἦταν ἐγγύηση ὅτι δέν θά γίνονταν γνωστά σέ πολλούς ὅσα θά γράφονταν. Ὄχι γιατί ἦταν ἄξια νά ἀποκρυφθοῦν, ἀλλά γιατί δέν ἔπρεπε νά ριφθοῦν τά μαργαριτάρια στούς χοίρους.

Αὐτά εἶχα νά πῶ ἐγώ. Γιά σένα ὅμως, ἄν μέν εἶναι ἀρκετά ὅσα ἔχουν λεχθῆ, ἄς μήν γίνεται πλέον λόγος γι’ αὐτό τό θέμα. Ἄν ὅμως σοῦ φανοῦν ἐλλιπῆ, δέν θά μέ πειράξη νά ἀσχοληθῆς φιλόπονα μέ τήν ἔρευνα καί μέ ἐρώτηση ὄχι ἐριστική νά συμπληρώσης τήν γνώση σχετικά μέ τό θέμα. Εὔχομαι νά βοηθήση ὁ Κύριος ὥστε εἴτε διά μέσου ἐμοῦ εἴτε μέσω ἄλλων νά συμπληρωθοῦν τά ἐλλείποντα μέ τήν γνώση, ἡ ὁποία δίνεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα σέ ὅσους εἶναι ἀντάξιοι αὐτῶν τῶν δωρεῶν».
Περίληψη καί σχόλιο

Τό κείμενο αὐτό πού παρατέθηκε σέ μετάφραση εἶναι ἐκπληκτικό καί περιγράφει τήν κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε στήν Ἐκκλησία τόν 4ο αἰώνα μ.Χ. καί μάλιστα παρουσιάζεται μέ καταπληκτικό τρόπο ἀπό τόν Μέγα Βασίλειο καί δείχνει τόν τρόπο πού τήν ἀντιμετώπισε ὁ Μέγας αὐτός Ἱεράρχης τῆς Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καί Οἰκουμενικός διδάσκαλος. Ἐνδεικτικῶς θά τονισθοῦν μερικά σημεῖα.

1.Σέ αὐτό τό κείμενο περιγράφονται μέ λεπτομερῆ καί ἀκριβῆ τρόπο τά ὅσα συμβαίνουν σέ μιά ναυμαχία. Ἡ ὅλη εἰκόνα εἶναι ἐκρηκτική ἀπό τήν σύρραξη τῶν πλοίων, τήν δύναμη τῶν πολεμιστῶν, τήν τρικυμία τῆς θάλασσας, τό σκοτάδι τῆς νύκτας, τήν δύναμη τῶν ἀνέμων, τήν ἀλληλοεξόντωση τῶν πολεμιστῶν, τόν θόρυβο πού προκαλοῦν τά πλοῖα, τήν κραυγή τῶν ἀνθρώπων, τήν ἀταξία πού ἐπικρατεῖ, τό βύθισμα τῶν πλοίων, ἀλλά καί τήν διαμάχη τῶν ἀνθρώπων γιά τά πρωτεῖα, ἀκόμη καί σέ αὐτήν τήν φρικτή κατάσταση.

2.Ὅλα αὐτά τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῆς ναυμαχίας ὁμοιάζουν μέ τήν κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε στίς Ἐκκλησίες λόγῳ τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου, ἀλλά καί τῆς αἱρέσεως τῶν Πνευματομάχων. Πρόκειται γιά ἕναν σάλο στίς Ἐκκλησίες, πού ὁμοιάζει μέ θαλασσοταραχή, ἀφοῦ μετακινοῦνται τά ὅρια καί τά θεμέλια πού ἔθεσαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπικρατεῖ μιά διαμάχη μεταξύ τῶν Ἐπισκόπων καί τῶν Χριστιανῶν. Βυθίζονται οἱ Χριστιανοί ἀπό τούς ἐχθρούς, ἀλλά καί ἀπό τήν ἀπειρία τῶν ἡγετῶν. Ἀκόμη βυθίσθηκαν Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ὁμοιάζουν μέ πλοῖα, ἐπειδή προσέκρουσαν σέ ὕφαλους αἱρετικῶν, ἀλλά καί ὅσοι ἀνέλαβαν τήν κυβέρνηση τῶν Ἐκκλησιῶν ναυάγησαν κατά τήν πίστη. Ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι πολεμική ἀπό τούς ἄρχοντες, ἐπικρατεῖ σκοτάδι πνευματικό, φιλονικία μεταξύ τῶν Χριστιανῶν. Φονεύει ὁ ἕνας τόν ἄλλο, διαστρέφονται τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας. Ὡς θεολόγοι ἀναδεικνύονται αὐτοί πού ἔχουν πολλές κηλίδες, καί ἀκόμη, ἐνῶ εἶναι αὐτοχειροτόνητοι, ἀνέλαβαν τήν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπικρατεῖ μεγάλη φιλαρχία.

3.Ἐπειδή ὁ Μέγας Βασίλειος ἔβλεπε ὅλη αὐτήν τήν κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε στήν Ἐκκλησία, ὁμολογεῖ ὅτι προτιμοῦσε νά μήν ὁμιλήση, γιατί δέν θά τόν ἄκουγε κανένας, καί προτίμησε τήν σιωπή. Οἱ καιροί εἶναι πονηροί. Δέν ὑπάρχει συμπάθεια, ἀλλά ἄλλοι ἐπιδιώκουν τήν πτώση τῶν ἀντιπάλων τους, ἄλλοι χοροπηδοῦν γι’ αὐτόν πού ἔπεσε, ἄλλοι ἐπικροτοῦν τήν πτώση τοῦ ἄλλου.

Ἔτσι, φυγαδεύθηκε ἡ ἀγάπη, δέν ὑπάρχει συμπάθεια, ἄναψε τό μίσος καί χαίρονται μέ τίς συμφορές τῶν ἄλλων. Συμβαίνει ὅ,τι καί στίς ἐπιδημίες ἀπό τίς ἀρρώστιες, ἀφοῦ ὅλοι ἔχουν ἀρρωστήσει. Ὑπάρχουν σκληροί δικαστές καί ἀγνώμονες κριτές.

4.Παρά τό ὅτι σέ αὐτήν τήν κατάσταση ὁ Μέγας Βασίλειος προτιμοῦσε νά σιωπήση, ὅμως τόν ὑπερνίκησε ἡ ἀγάπη καί γράφει αὐτό τό κείμενο στόν φίλο του Ἀμφιλόχιο Ἰκονίου πού τόν ἐρώτησε σχετικῶς. Σέ αὐτό παρακινήθηκε ἀπό τούς Τρεῖς Παῖδες στήν Βαβυλώνα, πού ρίφθηκαν στήν κάμινο, γιατί θεώρησαν ὅτι πρέπει κανείς νά ἐπιτελῆ τό καθῆκον του, ἔστω καί ἄν δέν ὑπάρχη κανένας ἄλλος σύμμαχος στήν εὐσέβεια. Οἱ Τρεῖς Παῖδες ὑμνοῦσαν τόν Θεό μέσα ἀπό τήν φλόγα τῆς καμίνου, καί ἦταν ἀρκετό νά στηριχθοῦν μεταξύ τους.

Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει ὅτι, ὅπως οἱ Τρεῖς Παῖδες στήν κάμινο τοῦ πυρός, ἔτσι καί αὐτόν δέν τόν φόβησε τό πλῆθος τῶν ἀντιπάλων, ἀλλά διακήρυξε τήν ἀλήθεια μέ παρρησία, ἀφοῦ στήριξε τήν ἐλπίδα στήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, προσέφερε τήν διδασκαλία πού κληρονόμησε ἀπό τούς Πατέρες.

Στό τέλος λέγει στόν παραλήπτη τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς, στόν ἅγιο Ἀμφιλόχιο Ἰκονίου, ὅτι ἄν εἶναι ἀρκετά ὅσα ἔγραψε ἔχει καλῶς, ἄν ὅμως φανοῦν ἐλλιπῆ, δέν τόν πειράζει νά ἀσχοληθῆ μέ φιλοπονία καί νά συμπληρώση τό θέμα. Εὔχεται, λοιπόν, νά βοηθήση ὁ Κύριος εἴτε διά αὐτοῦ εἴτε διά μέσου ἄλλων νά συμπληρωθοῦν τά ἐλλείποντα μέ τήν γνώση πού δίνεται ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, σέ ὅσους εἶναι ἀντάξιοι αὐτῶν τῶν δωρεῶν.

Οἱ λόγοι αὐτοί τοῦ Μεγάλου Βασιλείου μέ ἐκφράζουν ἀπόλυτα. Καί σήμερα ἐπικρατεῖ παρόμοια κατάσταση στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὁμοιάζει μέ μία ναυμαχία καί ἕναν πόλεμο, ἀλλά ἀκόμη καί μέ ἐπιδημία ἀσθενειῶν. Αὐτό φαίνεται στήν κατάσταση πού ἐπικρατεῖ σέ ὅλες τίς Ἐκκλησίες, ἰδίως στήν Οὐκρανία. Στήν κατάσταση αὐτή, ἄλλοτε σιωπᾶ κανείς, γιατί αἰσθάνεται ὅτι δέν θά εἰσακουσθῆ, ἄλλοτε ἀπό ἀγάπη τολμᾶ νά μιλήση μέσα ἀπό τό καμίνι τοῦ πυρός.

Τελικά, καί ὅταν γράφουμε, πρέπει νά ἔχουμε τήν αἴσθηση ὅτι αὐτά εἶναι ἐλλιπῆ καί καταθέτοντας αὐτήν τήν ἐλλιπῆ γνώση, τά ἀφήνουμε στόν Θεό γιά νά τά συμπληρώση μέ ἄλλον, ὁ ὁποῖος θά φωτισθῆ ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα.

Ἐμεῖς κάνουμε τό καθῆκον μας καί τό ἐμπιστευόμαστε στήν Ἐκκλησία γιά νά τό κρίνη, νά τό ἀπορρίψη ἤ νά τό ἀξιοποιήση. Μέ αὐτό τό πνεῦμα τολμῶ νά γράψω τά ἑπόμενα καί μέ αὐτό τό πνεῦμα πρέπει νά διαβασθοῦν. Ἰσχύει καί ἐδῶ ὁ λόγος τοῦ ποιητῆ Νίκου Καρούζου: «Μή μέ διαβάζετε ὅταν ἔχετε δίκιο», ὅταν εἶσθε πεπεισμένοι γιά τήν ὀρθότητα καί τό ἀλάθητο τῆς ἄποψής σας.
2. Ἡ σύγχρονη κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας μέ ἀφορμή τό Οὐκρανικό θέμα

Θά ἀναφέρω τά ὑπάρχοντα δεδομένα (γιά τό σύγχρονο Οὐκρανικό θέμα) καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο τό θέμα θά μποροῦσε νά ἐπιλυθῆ.
α) Τά ὑπάρχοντα δεδομένα

Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου φθάσαμε στά ἑξῆς περιπεπλεγμένα σημεῖα.

Πρῶτον. Μέ Πανορθόδοξες διασκέψεις ἐπῆλθε συμφωνία στό κείμενο γιά τήν χορήγηση τῆς αὐτοκεφαλίας σέ μιά Ἐκκλησία. Ἡ διαφωνία ἔγινε στό ποιός θά ὑπογράφη τόν Τόμο τῆς αὐτοκεφαλίας, καί γι’ αὐτό δέν ἐλήφθη ἀπόφαση.

Κατόπιν τούτου, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης χορήγησε τήν αὐτοκεφαλία στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας, ὅπως τό ἔκανε καί σέ ἄλλες κατά τόπους Ἐκκλησίες, κατά τό λεγόμενο ἐθιμικό δίκαιο, ἡ ὁποία αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία ἀποτελέσθηκε ἀπό τήν σχισματική ὁμάδα τοῦ καθαιρεθέντος Φιλαρέτου καί τήν σχισματική ὁμάδα τοῦ Μακαρίου, γιά τήν ὁποία ἀμφισβητοῦνται τόσο ἡ Ἱερωσύνη ὅσο καί ἡ ἀποστολική διαδοχή. Θεωρῶ ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀφοῦ ἀξιολόγησε τήν κατάσταση πού ὑπάρχει στήν Οὐκρανία, κυρίως, ἀφοῦ κατάλαβε πλήρως τήν τακτική τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας σέ βάρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, χορήγησε τήν αὐτοκεφαλία, καί πιστεύω ὅτι δέν θά τήν ἀνακαλέση.

Δεύτερον. Τό Πατριαρχεῖο Μόσχας δέν δέχθηκε τήν ἀπόφαση αὐτή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά τήν χορήγηση τῆς αὐτοκεφαλίας στήν Οὐκρανία, εἶναι ἀντίθετο μέ τήν παρέμβαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στήν Οὐκρανία. Μάλιστα δέ ἐν ὄψει καί τῆς ἀποφάσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατραρχείου γιά τήν χορήγηση τῆς αὐτοκεφαλίας, ἔπαυσε τήν μνημόνευση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου στά Δίπτυχα καί ἀκόμη συνέστησε στούς Ρώσους καί Οὐκρανούς νά μήν ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ Ἐκκλησίες πού μνημονεύουν τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη.

Κατά τήν γνώμη μου, ἀπό ὅ,τι φαίνεται μέχρι τώρα, ἡ Ἐκκλησία τῆς Μόσχας γιά διαφόρους λόγους δέν θά ὑποχωρήση καί δέν θά δεχθῆ τετελεσμένα γεγονότα στήν Οὐκρανία. Θεωρῶ, ὅτι καί ἄν μερικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἀναγνωρίσουν τήν αὐτοκεφαλία τῆς Οὐκρανίας, τό πρόβλημα θά παραμείνη ἐφ’ ὅσον δέν θά τό ἀποδεχθῆ ἡ Ἐκκλησία τῆς Μόσχας.

Τρίτον. Οἱ λοιπές Αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, γιά διαφόρους λόγους, βρίσκονται σέ στάση ἀναμονῆς ἤ ὑποστηρίζουν τήν Μόσχα. Εἶναι διστακτικές νά ἀναγνωρίσουν τόν Ἐπιφάνιο ὡς Προκαθήμενο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας. Δέν γνωρίζω τί θά ἀποφασίσουν στό προσεχές διάστημα. Πάντως κατά τήν ἐνθρόνιση τοῦ Ἐπιφανίου δέν παρευρέθησαν ἐκπρόσωποι τῶν ἄλλων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν πλήν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί δέν ἀπεστάλησαν συγχαρητήριες εὐχές γιά τήν ἀνάληψη τῆς προεδρίας τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας.

Τέταρτον. Στήν Οὐκρανία ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ἔκρυθμη ἡ ἐκκλησιαστική κατάσταση. Ὑπάρχει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἐπιφάνιος ὡς Προκαθήμενος τῆς Ὀρθοδόξου Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας, ὁ Μητροπολίτης Ὀνούφριος πού ὑπάγεται στήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, καί ὁ λεγόμενος «ἐπίτιμος Πατριάρχης Φιλάρετος», ὁ ὁποῖος ὑπανεχώρησε ἀπό τήν ἀρχική του συμφωνία, δέν δέχεται τόν Τόμο τῆς αὐτοκεφαλίας, διότι δέν συμφωνεῖ μέ τήν κατάργηση τοῦ «Πατριαρχείου», τό ὁποῖο αὐτός ἀνακήρυξε. Ἐνδεχομένως, θά ὑπάρξουν καί ἄλλες ἐξελίξεις. Τά γεγονότα ὁμοιάζουν μέ μιά κινούμενη ἄμμο.

Πέμπτον. Ὑπάρχουν καί ἄλλες Τοπικές Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ὑπάγονται σέ ἄλλα Πατριαρχεῖα, οἱ ὁποῖες κατά καιρούς ἐξέφρασαν τήν ἐπιθυμία τους νά ἀποκτήσουν αὐτοκεφαλία, ἐπειδή ἀνήκουν σέ ἰδιαίτερες κρατικές ὀντότητες, βάσει τῶν Κανόνων, τοῦ λδ´ τῶν Ἀποστόλων, ιζ' τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί λη' τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅπως τό διετύπωσε ὁ Μέγας Φώτιος ὅτι τά ἐκκλησιαστικά συμμεταβάλλονται μέ τά πολιτικά. Ἐνδεχομένως νά ὑπάρχουν καί ἄλλες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες πρός τό παρόν δέν ἔχουν ἐκφρασθῆ καί θά ζητήσουν τήν αὐτοκεφαλία. Ἔχουν δημοσιευθῆ συγκεκριμένα ὀνόματα Ἐκκλησιῶν, τά ὁποῖα δέν θέλω νά μνημονεύσω ἐδῶ, γιά νά μή δημιουργηθῆ ἕνα ἐπί πλέον πρόβλημα.

Βεβαίως, τό λεγόμενο αὐτοκέφαλο στήν πρώτη χιλιετία λειτουργοῦσε διαφορετικά ἀπό ὅ,τι λειτουργεῖ στήν δεύτερη χιλιετία μέ βάση τήν ἀρχή τῆς Φεουδαρχίας, τῆς Μεταρρύθμισης καί τήν ἀρχή τῶν ἐθνοτήτων πού ἐμφανίσθηκε τόν 12ο αἰώνα καί ἀναπτύχθηκε μέ τόν Διαφωτισμό καί τήν Γαλλική Ἐπανάσταση τόν 18ο αἰώνα, ὅπως τό ἀνέλυσε ὁ καθηγητής π. Γρηγόριος Παπαθωμᾶς.

Αὐτό σημαίνει ὅτι θά πρέπει νά ληφθῆ μιά ἀπόφαση γιά τό πῶς χορηγεῖται τό αὐτοκέφαλο, μέσα στό πλαίσιο τῆς συνοδικότητος καί τῆς ἱεραρχικότητος τοῦ πολιτεύματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, γιά νά μήν δημιουργοῦνται συνεχῶς ἐντάσεις καί σχίσματα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ ἀφορμή τό θέμα αὐτό.

Ὅπως κατ’ οἰκονομίαν καί πρός καιρόν ἐλήφθη ἀπόφαση γιά τήν διασπορά, ἤτοι τήν λεγόμενη «αἵρεση τῆς συνεδαφικότητας», μέ τίς Ἐπισκοπικές Συνελεύσεις, ἔτσι πρέπει νά ληφθῆ ἀπόφαση γιά τό θέμα τῆς χορήγησης αὐτοκεφαλίας σέ μιά Ἐκκλησία.

Εἶναι γνωστόν ὅτι ἔγινε μιά τέτοια προσπάθεια γιά νά ἐπιλυθῆ τό σοβαρό αὐτό πρόβλημα, ἀλλά δυστυχῶς σταμάτησε στό σημεῖο στό ποιός θά ὑπογράφη τόν Τόμο τῆς αὐτοκεφαλίας, δηλαδή ὑπονομεύθηκαν τά προνόμια τῆς Πρωτόθρονης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης.

Στίς ἡμέρες μας αὐτό πλέον εἶναι τό ζητούμενο, ὅτι, δηλαδή, πρέπει νά ἐπανέλθη ἡ συζήτηση γιά τήν χορήγηση τοῦ αὐτοκεφάλου –ἤδη γιά τό περιεχόμενο τοῦ κειμένου ὑπάρχει πανορθόδοξη ἀπόφαση– ὄχι μόνον γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας, ἀλλά καί γιά ἄλλες ἐκκλησιαστικές ἐπαρχίες, ἄλλων Πατριαρχείων, ὥστε νά μήν ἀρχίσουν νέες ἐντάσεις καί νέα σχίσματα. Εἶναι εὐνόητον ὅτι αὐτό πρέπει νά τό ἐπιλύση μιά Πανορθόδοξη Σύνοδος ἤ ἡ Συνάντηση τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Πάντως, ὅλα αὐτά περιπλέκουν τό πρόβλημα καί γιά νά μή μονιμοποιηθῆ ἡ σχισματική αὐτή κατάσταση, κατά τό λόγιον «τό πολυχρόνιον καί δυσθεράπευτον», πρέπει νά βρεθῆ μιά λύση.
β) Μερικές ἄτυπες ἐνέργειες

Ἀφοῦ ἔτσι ἔχουν τά πράγματα, τό ἐρώτημα τό ὁποῖο τίθεται εἶναι τό πῶς θά ἐπιλυθῆ αὐτό τό σοβαρό ἐκκλησιαστικό ζήτημα, τό ὁποῖο δημιουργεῖ προβλήματα στίς σχέσεις μέ ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.

Δέν ἔχω ἀκούσει μέχρι τώρα σοβαρές προτάσεις γιά τήν ἐπίλυση τοῦ θέματος. Ἡ μοναδική σοβαρή πρόταση πού ἀκούσθηκε εἶναι νά συγκληθῆ μιά Πανορθόδοξη Σύνοδος ἡ ὁποία θά ἀντιμετωπίση τό θέμα αὐτό καί θά λάβη τελικές ἀποφάσεις. Μερικές ἄλλες προτάσεις πού ἐτέθησαν δέν μποροῦν οὔτε κἄν νά συζητηθοῦν, γιατί δέν μποροῦν νά ὑλοποιηθοῦν.

Ὅμως, τό θέμα εἶναι ὅτι, προκειμένου νά ἀποφασισθῆ σύγκληση μιᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου, πρέπει νά ὑπάρξη σοβαρή προετοιμασία καί συγκεκριμένη πρόταση στήν ὁποία νά συγκλίνη ἡ πλειοψηφία τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί φυσικά νά τήν ἀποδεχθοῦν τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Μόσχας. Διότι δέν μπορεῖ νά συγκληθῆ μιά Πανορθόδοξη Σύνοδος ἤ Συνάντηση Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἄν δέν τήν καλέση ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης καί ἄν δέν ἔχη ὡριμάσει τό θέμα γιά λύση. Καί, βεβαίως, ἐάν προηγουμένως δέν ὑπάρχη σύγκλιση ἀπόψεων σέ μιά συγκεκριμένη πρόταση τήν ὁποία νά ἀποδεχθοῦν οἱ κατά Τόπους Ἐκκλησίες, κυρίως τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Μόσχας, δέν ὑπάρχει λόγος νά γίνη ἡ Πανορθόδοξος Σύνοδος.

Αὐτό σημαίνει ὅτι πρέπει κάποιοι ἐκκλησιαστικοί παράγοντες νά ἐπεξεργασθοῦν μιά πρόταση τήν ὁποία εἶναι δυνατόν νά ἀποδεχθῆ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἡ Ἐκκλησία τῆς Μόσχας καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας. Βεβαίως, πρέπει νά ὑπάρχη συζήτηση καί μέ τήν πολιτική ἡγεσία τῆς Οὐκρανίας. Διότι, ἄν κρίνω τά πράγματα σέ σχέση μέ τήν χορήγηση τῆς αὐτοκεφαλίας στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί τήν χορήγηση τῶν λεγομένων Νέων Χωρῶν σέ αὐτήν, ὑπῆρξε ἀπόφαση καί ἀποδοχή τῶν τριῶν παραγόντων, ἤτοι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας.

Ἐάν δέν γίνη μιά τέτοια σοβαρή προεργασία, μέ ἐπίπονες ἐνέργειες, μέ νηφαλιότητα, μέ διάκριση καί προσευχή, δέν εἶναι δυνατόν νά συνέλθη ἡ Πανορθόδοξη Σύνοδος, γιατί τότε θά συνέλθη γιά νά ἐπικυρωθῆ ἡ διαφωνία καί, φυσικά, θά ἀποτύχη νά λάβη συγκεκριμένη ἀπόφαση. Ἔτσι θά φανῆ ἀκόμη περισσότερο ἡ διάσπαση πού ὑπάρχει μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
γ) Μιά πρόταση γιά ἐπεξεργασία

Ποιά, λοιπόν, θά μποροῦσε νά εἶναι μιά πρόταση πού θά μποροῦσε νά τύχη μιᾶς σοβαρῆς ἐπεξεργασίας; Θά προσπαθήσω νά συγκεκριμενοποιήσω μιά πρόταση πού, ἐνδεχομένως, θά ἔχη ἐλλείψεις καί θά χρειασθῆ νά γίνουν βελτιώσεις.

Πρῶτον. Θά πρέπει νά γίνη μιά, ἔστω καί ἄτυπη κατ᾽ ἀρχήν, συνάντηση τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας γιά νά ἀποφασισθῆ ἡ συνέχιση τοῦ διαλόγου γιά τήν ὁλοκλήρωση τῆς συζήτησης γιά τό πῶς χορηγεῖται τό αὐτοκέφαλο σέ μιά Ἐκκλησία καί νά καθορισθῆ ἕνα προσχέδιο ἐπιλύσεως τοῦ θέματος τῆς Οὐκρανίας, σύμφωνα μέ τά σημεῖα πού θά παρατεθοῦν πιό κάτω.

Δεύτερον. Ἡ ἀπόφαση τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας νά παύση τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη καί νά μήν τόν μνημονεύη στά Δίπτυχα καί μάλιστα ὡς πίεση γιά νά μή δοθῆ ἡ αὐτοκεφαλία στήν Οὐκρανία καί ἔπειτα νά παροτρύνη τούς πιστούς του νά μή συμμετέχουν σέ Λειτουργίες καί ἀκολουθίες στίς ὁποῖες μνημονεύεται ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης, δέν συνιστᾶ ἐκκλησιαστική σοβαρή πράξη.

Δέν μπορεῖ νά χρησιμοποιῆται τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, πού εἶναι Μυστήριο ἑνότητος, καί τό Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως γιά νά ἀσκοῦνται πιέσεις σέ ἄλλες Ἐκκλησίες, καί μάλιστα γιά πράγματα δευτερεύοντα.

Κατ’ ἐπέκταση, εἶναι ἀπαράδεκτο τό γεγονός πού ἐπικρατεῖ σέ ἀρχιερατικά συλλείτουργα Ἀρχιερέων ἀπό ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, οἱ Ἀρχιερεῖς νά ἀπέχουν ἀπό τήν συμμετοχή τους στήν θεία Λειτουργία, ἐπειδή σέ αὐτήν συμμετέχουν ἐκπρόσωποι ἄλλων Ἐκκλησιῶν, μέ τίς ὁποῖες ἔχουν ἀκοινωνησία καί ταυτόχρονα νά συμμετέχουν στά ἐπίσημα γεύματα καί δεῖπνα, συμπροσευχόμενοι καί συνευωχούμενοι.

Γι’ αὐτό, προκειμένου νά ἀρχίση μιά προσπάθεια ἐπιλύσεως τοῦ θέματος αὐτοῦ, θά πρέπει ἡ Ἐκκλησία τῆς Μόσχας νά ἄρη τήν ἀπόφαση αὐτή καί ὡς ἔνδειξη καλῆς θελήσεως ὁ Πατριάρχης Μόσχας νά ἀρχίση νά μνημονεύη τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη στά Δίπτυχα.

Ἄλλωστε, πρέπει νά ἐξασφαλισθῆ ἡ δυνατότητα διαλόγου μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, γιατί διαφορετικά, ὅταν βρίσκωνται σέ ἀπομόνωση, δέν θά λυθῆ ποτέ τό θέμα αὐτό.

Τρίτον. Ὁ διάλογος μεταξύ τῶν ἐκπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρέπει νά ἔχη ὡς βάση τήν συμφωνία καί ἐπικύρωση τῶν δύο κειμένων τά ὁποῖα εἶχαν ἑτοιμασθῆ νά κατατεθοῦν στήν Σύνοδο πού ἔγινε στήν Κρήτη τόν Ἰούνιο τοῦ 2016, ἀλλά τελικά δέν συμφωνήθηκε νά συζητηθοῦν στήν Σύνοδο ἐκείνη καί νά ὑπογραφοῦν.

Πρόκειται γιά τά δύο κείμενα πού ἀφοροῦν τό Αὐτοκέφαλο καί τά Δίπτυχα. Εἶναι δύο κανονικά θέματα, τά ὁποῖα, ἄν δέν ὑπῆρχε ἡ ἀντίθετη ἄποψη ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Μόσχας ὡς πρός τόν τρόπο τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Τόμου Αὐτοκεφαλίας καί κατατίθεντο στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης γιά ἀπόφαση, τότε δέν θά εἴχαμε τά θέματα αὐτά μέ τήν Οὐκρανία σήμερα.

Ἑπομένως, πρέπει νά ἀρχίση ἡ συζήτηση μεταξύ ἐκπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία διακόπηκε, γιά τό πῶς θά ὑπογράφεται ὁ Τόμος τῆς Αὐτοκεφαλίας, ὥστε νά ὁλοκληρωθῆ ἡ συζήτηση γιά τό θέμα αὐτό. Μέσα στήν προοπτική αὐτή, θά ἀποφασισθῆ πῶς θά χορηγῆται ἐφ’ ἑξῆς τό Αὐτοκέφαλο σέ μιά Ἐκκλησία, ὅπως ἔχει καθορισθῆ στό ὑφιστάμενο κείμενο γιά τήν Αὐτοκεφαλία, χωρίς νά παραθεωροῦνται τά κανονικά καί παραδοσιακά προνόμια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου.

Τέταρτον. Ἀφοῦ μία προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή ἀπό ἐκπροσώπους ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν ἑτοιμάσει τά δύο αὐτά κείμενα πού ἀφοροῦν τό Αὐτοκέφαλο καί τά Δίπτυχα, στήν συνέχεια, νά συγκληθῆ μία Σύνοδος τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέ τίς συνοδεῖες τους, ἡ ὁποία θά τά ἐπικυρώση.

Ἡ Πανορθόδοξη αὐτή Σύνοδος θά πρέπει νά προβῆ σέ διαπίστωση ὅτι σήμερα ὑφίστανται δεκατέσσερεις Ἐκκλησίες, νά ἐπικυρώση τήν Πατριαρχική ἀξία καί τιμή μερικῶν νεωτέρων Πατριαρχείων ὥστε νά λυθῆ καί μιά ἐκκρεμής κατάσταση, νά ἐπικυρώση τήν ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά τήν χορήγηση τῆς Αὐτοκεφαλίας στήν Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας ὥστε νά εἶναι δεκαπέντε Ἐκκλησίες καί νά ἀντιμετωπίση ἐπί μέρους θέματα πού ἀνέκυψαν.

Πέμπτον. Θά πρέπει νά προσυνεννοηθῆ ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖον θά ἐπιλυθῆ καί θά ἰσχύση τό ἐκκλησιαστικό καθεστώς τῆς Οὐκρανίας σέ ὅλες τίς διαστάσεις του. Ἐνδεχομένως, θά πρέπει νά λυθῆ μέ ἐκκλησιαστική οἰκονομία «ἄχρι καιροῦ».

Μία λύση εἶναι νά βρεθῆ τρόπος στήν Αὐτοκέφαλη αὐτήν Ἐκκλησία νά ὑπαχθοῦν ὅλες οἱ ἐκκλησιαστικές δικαιοδοσίες πού ὑπάρχουν στήν Οὐκρανία.

Περίπου νά ἰσχύση κατ’ οἰκονομία καί ἴσως ἄχρι καιροῦ αὐτό πού γίνεται στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, πού συνέρχονται καί συναποφασίζουν οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί οἱ Ἀρχιερεῖς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἐν Ἑλλάδι, τῶν λεγομένων Νέων Χωρῶν.

Ἐάν αὐτό γιά διαφόρους λόγους δέν μπορῆ νά ἰσχύση καί στήν Οὐκρανία, τότε, θά μποροῦσε νά ἰσχύση τό σύστημα πού ἐπικρατεῖ στήν Διασπορά μέ τίς Ἐπισκοπικές Συνελεύσεις, ὁ Κανονισμός λειτουργίας τῶν ὁποίων ψηφίσθηκε στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης τό 2016. Ὑπάρχει, δηλαδή, ἕτοιμος Κανονισμός, πού μπορεῖ νά προσαρμοσθῆ καταλλήλως γιά τήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας.

Μέσα στά πλαίσια αὐτά εἴτε μέ τήν μορφή διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, εἴτε μέ τήν μορφή τῆς λειτουργίας τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων θά μποροῦσε νά λειτουργήση μία Σύνοδος, ἡ ὁποία θά ἀποτελῆται ἀπό ὅλες τίς ἐκκλησιαστικές δικαιοδοσίες, ἡ ὁποία θά ἔχη ἕναν Ἀρχιεπίσκοπο. Καί, ἐάν αὐτό δέν μπορῆ νά γίνη, τότε μπορεῖ νά ἰσχύση τό ὑφιστάμενο καθεστώς στήν Ἑλλάδα, μέ τήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία – Νέες Χῶρες, τήν ἡμιαυτόνομη Ἐκκλησία τῆς Κρήτης καί τίς Μητροπόλεις στά Δωδεκάνησα.

Οἱ Μητροπολίτες τῶν διαφόρων ἐκκλησιαστικῶν δικαιοδοσιῶν θά μνημονεύουν τήν Ἐκκλησία στήν ὁποία ἀναφέρονται, δηλαδή ἤ τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ἤ τόν Πατριάρχη Μόσχας καί νά συμπληρώνουν καί τήν Σύνοδό τους, ἤτοι: «Ἐν πρώτοις μνήσθητι Κύριε τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί Πατριάρχου ἡμῶν (Βαρθολομαίου ἤ Κυρίλλου) καί τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου τῶν ὀρθοτομούντων τόν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας».

Στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο πού θά ἀποτελῆται ἀπό δώδεκα Ἀρχιερεῖς καί ὡς δέκατο τρίτο θά ἔχη τόν Πρόεδρο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νά συγκαταλέγωνται μέλη κατά ἴσον ἀριθμό ἀπό τίς ὑπάρχουσες ἐκκλησιαστικές δικαιοδοσίες. Στήν Ἱεραρχία θά μετέχουν ὅλοι οἱ Ἱεράρχες τῆς Αὐτοκεφάλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας. Τήν πρώτη φορά πού θά συνέλθουν οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς Αὐτοκεφάλου αὐτῆς Ἐκκλησίας θά μποροῦσε νά ἐκλεγῆ ἤ νά ἀποφασισθῆ ποιός θά εἶναι Προκαθήμενος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν Οὐκρανίᾳ.

Ἕκτον. Νομίζω ὅτι πρός τήν κατεύθυνση αὐτή πρέπει νά ἐργασθοῦν τόσο οἱ ἐκκλησιαστικοί, ὅσο καί οἱ πολιτικοί παράγοντες τῆς Οὐκρανίας. Ὁμιλῶ καί γιά πολιτικούς παράγοντες, γιατί πάντοτε, ἀκόμη καί στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ἀποφάσεις θεσπίζονταν μέ νόμο ἀπό τούς Αὐτοκράτορες. Γιατί, ἄν μιά Σύνοδος λαμβάνη μόνη της τίς ἀποφάσεις, τότε δέν εἶναι δυνατόν νά ἐφαρμοσθοῦν, ἄν ἡ πολιτική ἐξουσία δέν παρέμβη γιά τήν κατοχύρωσή τους μέ νόμους. Αὐτός ἦταν ὁ λόγος, γιά τόν ὁποῖο τίς Οἰκουμενικές Συνόδους τίς συγκαλοῦσαν οἱ Αὐτοκράτορες καί οἱ ἀποφάσεις τους τήν τελευταία ἡμέρα ἀναγινώσκονταν στό παλάτι ὅπου καί ἀποφασίζονταν νά ἰσχύσουν μέ νόμο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδο, ἡ ὁποία ὀνομάσθηκε ἐν Τρούλλῳ Σύνοδος, ἀκριβῶς, γιατί ἔγινε στήν μεγάλη αἴθουσα τῶν Ἀνακτόρων πού εἶχε τροῦλλο.

Τά ὅσα ἀνέφερα προηγουμένως εἶναι κατά τήν γνώμη μου μιά κατ’ ἀρχήν ρεαλιστική ἐκτίμηση τῆς καταστάσεως καί εἶναι μιά κατ’ οἰκονομία «ἄχρι καιροῦ» πρόταση ἤ μᾶλλον ἕνα κατ’ ἀρχήν σχεδίασμα, πού μπορεῖ νά βελτιωθῆ ἀκόμη περισσότερο ἤ νά ἀπορριφθῆ.

Βεβαίως καί κάθε καλύτερη πρόταση θά πρέπει νά τεθῆ καί νά μελετηθῆ, κυρίως ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο ἔχει μεγάλη διαχρονική πείρα στήν ἀντιμετώπιση σοβαρῶν ἐκκλησιαστικῶν προβλημάτων γιά νά ὁδηγήση στήν ἐπίλυση τοῦ θέματος ὄχι μόνον στήν Οὐκρανία, ἀλλά, κυρίως, στίς σχέσεις μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες στήν παροῦσα φάση βρίσκονται στό χειρότερο σημεῖο, τό ὁποῖο μᾶς θυμίζει λίγο τήν περιγραφή τῆς καταστάσεως τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, πού ἀναφέρθηκε στήν ἀρχή τοῦ κειμένου αὐτοῦ.

Θά μποροῦσα καί ἐγώ νά σιωπήσω γιά νά εἶμαι ἀρεστός σέ ὅλους, ἀλλά ἀπό ἀγάπη στήν Ἐκκλησία καί ὄχι ἀπό ἄλλες σκοπιμότητες, ἀσχολήθηκα μέ τό θέμα καί κατέγραψα τίς σκέψεις μου, κατά τήν ἀρχή «δίδου σοφῷ ἀφορμήν, καί σοφώτερος ἔσται» (Παρ. θ´, 9).

Νομίζω, καί στό θέμα αὐτό ἰσχύει ὁ μακαρισμός τοῦ Χριστοῦ: «Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί ὅτι αὐτοί υἱοί Θεοῦ κληθήσονται» (Ματθ. ε´, 9).

Σεπτέμβριος 2019

http://www.parembasis.gr