Θεολόγου
- Ἡ Ἀνάληψη ὡς ἐπισφράγιση τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Χριστοῦ.
Ἀναφέρεται ἐπίσης καὶ εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. (Πράξ. α΄ 1-9): «Τὸν μὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων, ὦ Θεόφιλε, ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν, ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς Ἀποστόλοις διὰ Πνεύματος Ἁγίου, (ἀφοῦ πρῶτα ἔδωσε ἐντολὲς μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους), οὗς ἐξελέξατο, ἀνελήφθη· οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι᾿ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Καὶ συναλιζόμενος, (ἐνῶ ἔτρωγε μαζί τους), παρήγγειλεν αὐτοῖς, ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πατρὸς ἥν ἠκούσατέ μου, (νὰ περιμένουν τὴν ἐκπλήρωση τῆς ὑπόσχεσης γιὰ τὴν ὁποία σᾶς μίλησα). Ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλάς ταύτας ἡμέρας. Οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ; (δηλ. Κύριε, ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ἀποκαταστήσεις τὴν βασιλεία στὸ Ἰσραήλ;), εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· οὐχ ὑμῶν ἐστί γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὗς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσία, (ἐσεῖς δὲν μπορεῖτε νὰ γνωρίζετε τὸν ἀκριβῆ χρόνο· αὐτὸν τὸν κρατάει ὁ Πατέρας μου στὴν ἀποκλειστική Του ἐξουσία)· ἀλλά λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἐν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. Καὶ ταῦτα εἰπών, βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, (ἀνυψώθηκε πρὸς τὸν οὐρανὸ), καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν Αὐτὸν, (νεφέλη τὸν ἔκρυψε ἀπὸ τὰ μάτια τους), ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν».
Τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ εἰς τοὺς οὐρανοὺς συντελεῖται μεταξὺ Ἱεροσολύμων καὶ Βηθανίας.
Ἔτσι ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς μιλοῦσε καὶ εὐλογοῦσε, «διέστη ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανὸν …καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν Αὐτὸν», δηλ. ἄρχισε νὰ ἀνεβαίνει στοὺς οὐρανοὺς καὶ Τὸν ἐκάλυψε μία νεφέλη ἕως ὅτου Τὸν ἔκρυψε ἀπ᾿ αὐτοὺς (δηλ. ἀπὸ τοὺς μαθητές). Ἡ νεφέλη εἶναι πάντα τὸ σημάδι τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καὶ ἐμφανίζεται σὲ πολλὲς περιπτώσεις στὴν Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, (π.χ. νεφέλη στὴν ἔρημο, στὴν Μεταμόρφωση κ.λπ.).
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ Κύριος ἀνέβαινε εἰς τὸν οὐρανὸ καλυπτόμενος ἀπὸ τὴν νεφέλη, δύο Ἄγγελοι «κατελθόντες ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ», καθησυχάζουν τοὺς μαθητὲς λέγοντας: «Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί σταθήκατε καὶ κοιτᾶτε στὸν οὐρανό; Αὐτός, ὁ Ἰησοῦς, ποὺ ἀναλήφθηκε ἀπὸ ἀνάμεσά σας στὸν οὐρανό, ἔτσι θὰ ἔρθει καὶ πάλι, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ τὸν εἴδατε νὰ πηγαίνει ἐκεῖ», προλέγοντας τὴν ἔνδοξη ἐπάνοδό Του στὴ γῆ.
Παρόλον ὅτι ἡ Ἀνάληψη εἶναι ἕνα ἱστορικὸ γεγονός, ἐν τούτοις λόγῳ τοῦ ὑπερφυσικοῦ του χαρακτῆρος κατατάσσεται μεταξὺ τῶν δογμάτων τῆς Πίστεώς μας καὶ περιλαμβάνεται στὰ τελευταῖα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως: «Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός… καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης, κρίναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς Βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος…».
Ἡ Ἀνάσταση, ἡ Ἀνάληψη καὶ ἡ Ὕψωση, (ἐκ δεξιῶν καθέδρα στὸν θρόνο τῆς Θεότητος), ἀποτελοῦν τὴν κατάσταση τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἀκολούθησε τὴν κατάσταση τῆς ταπεινώσεως, δηλ. τῆς «κενώσεώς» Του, (ἐνανθρώπιση, πάθος καὶ θάνατος).
Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὸ 24ο Κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του (Λουκ. κδ΄ 50) καὶ στὸ 1ο κεφάλαιο τῶν Πράξεων, (Πράξ. α΄ 1-9), καθορίζει λεπτομερῶς τὸν τόπο καὶ τὸν χρόνο τῆς Ἀναλήψεως καὶ περιγράφει μὲ λεπτομέρειες τὰ γεγονότα κατ᾿ αὐτήν.
Ὁ Ἰησοῦς γιὰ 40 ἡμέρες ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση μέχρι τὴν Ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανούς, ἔχει τακτικὴ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς μαθητές Του, κυρίως κοινωνία Τραπέζης: «Παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι᾿ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς… καὶ συναλιζόμενος αὐτοῖς, (δηλ. συναντώμενος μὲ αὐτοὺς)».





